14/12/16

Θέλεις να συμβάλλεις στην διάσωση της πατρίδας; Μπορείς.

Συντάκτης  Κ Π Βλαχοδήμος

Οκτώ χρόνια έχουν περάσει που η χώρα βρίσκεται στον τυφώνα της κρίσης. Μιας κρίσης υπαρξιακής για το έθνος. Τα θεμέλια της δεν είναι επιφανειακά στον χώρο των οικονομικών δραστηριοτήτων αλλά βαθύτατα και αφορούν την συνοχή της κοινωνίας, τις ηθικές της αρχές, την  ίδια της την ταυτότητα. Παρατηρητές συμφωνούν ότι η κοινωνία η ίδια, που γεννά και προβάλλει  το ηγετικό της κατεστημένο, έχει διαβρωθεί σε τέτοιο βαθμό που το μέλλον της να προβάλλει ζοφερό.
Όσοι έχουμε βιώσει σ αυτή τη χώρα, έχουμε συνηθίσει στην παράνομη συναλλαγή πάνω η κάτω από ένα τραπεζάκι, ένα γκισέ η στο δρόμο. Από την μεριά του δίνοντα για κάποια υπηρεσία η από την μεριά του παίρνοντα έχοντας εθιστεί ότι αυτά που παίρνει είναι μέρος επιμισθίου καθιερωμένου από ένα εθιμικό δίκαιο. Πολλοί έχουμε βρεθεί και από τις δύο μεριές του τραπεζιού. Το να μας ζητήσει κάνεις να σταματήσουμε ξαφνικά αυτόν τον τρόπο συναλλαγής φαίνεται παράλογο.
Κύρια αιτία είναι ο τρόπος που μορφωθήκαμε σαν πολίτες και πίσω της κρύβεται το εκπαιδευτικό σύστημα που είναι πολύ πλατύτερο από τα σχολεία, περιλαμβάνοντας όλον τον πνευματικό κόσμο. Η συνέπεια αυτής της πραγματικότητας είναι το αδύνατον ουσιαστικής βελτίωσης των πραγμάτων στο εγγύς μέλλον και το γιγαντιαίο εγχείρημα που είναι απαραίτητο για βελτίωση τουλάχιστον μεσοχρόνια.
Τέτοια κατάσταση προκαλεί κατάθλιψη σε μεγάλο μέρος των πολιτών καθώς δεν μπορούν να διακρίνουν μέλλον για μια Ελληνική κοινωνία συμπαγή και δίκαια απέναντι τις προκλήσεις του 21ου αιώνα, με κίνδυνο απώλειας της εθνικής της ταυτότητας.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πράγματι δεν υπάρχει ελπίδα, άξια να αγωνιστή κανείς για την διάσωση της κληρονομιάς που μας άφησαν οι πρόγονοι μας. Παρά τις προσπάθειες ιδεολόγων διαστρεβλωτών της εκπαίδευσης και λαϊκιστών, είμαι σίγουρος ότι τέτοια  ελπίδα είναι βαθιά δεμένη με την παράδοση, επομένως  υπάρχει και μπορεί να εμφυσήσει δύναμη στον καθένα. Και όσοι συμφωνήσουν με τα γραφόμενα έχουν υποχρέωση πολεμήσουν αυτές τις διαστρεβλώσεις για να ανασύρουν όλους τους πολίτες από την κατάθλιψη κάνοντάς τους ενεργούς. Κάποιος συμπατριώτης μας είπε ότι αν διαλύσεις το ελληνικό έθνος θα σου μείνει μια ελιά, μια κατσίκα και μια βάρκα. Με αυτά θα το ξαναφτιάξουν Η ελπίδα συνυπάρχει με αγνό και υγειές εθνικό φρόνημα σε νάρκη και τεκμηριώνεται από πληθώρα αντικειμενικών στοιχείων.
·       Διαθέτουμε μέσα και έξω από την χώρα αξιόλογους ανθρώπινους πόρους. Ό Έλληνας είναι από την φύση του οξύνους και ευρηματικός άνθρωπος. Εκτίμηση από ξένους ανθρωπολόγους, που αναγνωρίζοντας την επιρροή του περιβάλλοντος στην συνέχεια της φυλής, την συμπληρώνουν με την ατελείωτη λίστα των αδυναμιών μας.

·       Έχουμε ακόμη υποδομές μιας ανεπτυγμένης χώρας, επιχειρηματικό κεφάλαιο ασύγκριτα υψηλό για λαό δέκα εκατομμυρίων όπως η ναυτιλία, μοναδική πολιτιστική κληρονομιά, τομέα υπηρεσιών με μοναδικά δυναμικά πλεονεκτήματα όπως ο τουρισμός και ένα κλίμα που μπορεί να στηρίξει μια γεωργία για παραγωγή των πλέον υψηλής ποιότητας προϊόντων για τον οικονομικά εύρωστό κόσμο.
Αυτά τα ερείσματα, σπάνια για μια μικρή χώρα, μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωση μας σαν έθνος και κοινωνία. Επομένως η καταληκτική και αδυσώπητη ερώτηση για τον κάθε ένα μας, που μέσα στις άλλες επείγουσες ανάγκες επιβίωσης φαντάζει τεράστια  πρόκληση, είναι : « Εσύ, σαν άτομο, με τα μέσα που διαθέτεις, θέλεις να συμβάλλεις στην διάσωση της πατρίδας που κληρονόμησες; ».
Μην παραπλανόμεθα από τις σειρήνες που μας ναρκώνουν τυρβάζοντας περί θεόπεμπτων σωτήρων από το υπερπέραν που θα μας λύσουν το πρόβλημα. Αν κάποιοι παίξουν ηγετικό ρόλο σε μια διαδικασία ανάταξης της χώρας, αυτούς εμείς, τα άτομα, πρέπει να τους αναδείξουμε με την άμεση συμμετοχή μας  στις πολιτικές εξελίξεις. Αλλιώς, σαν ξένα σώματα, μόνον συμφορές θα επιφέρουν και αυτό δεν θα είναι η πρώτη φορά.
Επομένως, αν κάποιος πιστεύει και είναι αποφασισμένος να συνεισφέρει ιδού μερικά βήματα για να ανακαλύψει πως μπορεί.
Κατ’ αρχήν ας κυττάξει το εθνικό και υπερεθνικό πλαίσιο προκειμένου να μορφώσει  μια εικόνα εθνικού ρεαλισμού σαν ουσιαστική κινητήρια δύναμη της συνεισφοράς σου. Την ίδια στιγμή που η ελληνική κοινωνία αναζητεί διέξοδο από το τέλμα στο οποίο βυθίζεται, τα πολιτικά μας κόμματα επιδίδονται σε ιδεολογικές έριδες άσχετες με την αγωνιώδη αυτή  απειλή.
Η αντιπαράθεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. κατέγραψε αρχικά τη σύγκρουση των δυνάμεων της κοινωνικοπολιτικής συντήρησης με εκείνες της ανατροπής αλλά σήμερα στερείται αντικειμενικού αντικρίσματος, Η επιχειρούμενη σε επικοινωνιακό επίπεδο ταύτιση της Δεξιάς με τον πατριωτισμό και της Αριστεράς με την κοινωνική ευαισθησία προσκρούει στην πραγματικότητα καθώς, ουκ ολίγα «αριστερά» καθεστώτα επιδίδονται σε θορυβώδη εθνικισμό· και οι αντίστοιχες «δεξιές» δυνάμεις προτάσσουν κατά κανόνα ένα  εντόνως κοινωνικό πρόσωπο.
Εξ ίσου ανεδαφική είναι η κατάταξη πολιτικών καθεστώτων με κριτήριο τις οικονομικές τους ιδεοληψίες. Δόγματα όπως ο οικονομικός φιλελευθερισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, η σοσιαλδημοκρατία, ή οι διάφορες εκδοχές του σοσιαλισμού αδυνατούν πλέον να παράσχουν ολοκληρωμένες λύσεις.  Έτσι υποκαθίστανται στην πράξη από την εμπειρική, επιλεκτική αξιοποίηση του φάσματος των διαθέσιμων οικονομικών εργαλείων, σε συνάρτηση με τις ιδιάζουσες συνθήκες. Τούτο μαρτυρούν η κινεζική ή η ρωσική εκδοχή του καπιταλισμού, αλλά και η οικονομική πρακτική των «σοσιαλιστικής» ταυτότητας κυβερνήσεων της Γαλλίας ή της Ιταλίας - δυσδιάκριτη από εκείνη των «φιλελεύθερου» πρόσημου κοινοτικών εταίρων· και αντιστρόφως. 
Κατά τα λοιπά την εποχή μας σφραγίζουν δύο κυρίως φαινόμενα:
·       Η εισβολή των θρησκευτικών δοξασιών και παθών στον πολιτικό στίβο -κατά κύριο λόγο, αλλά όχι αποκλειστικά, στον πολυάνθρωπο και γεωπολιτικά και γεωοικονομικά μείζονος σημασίας κόσμο του Ισλάμ· με επακόλουθο την αύξηση και όξυνση των εσωτερικών και διεθνών εντάσεων και συγκρούσεων και, ειδικότερα, την ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση της τρομοκρατίας και για μας των μεταναστευτικών ρευμάτων.
·       Η αναζωπύρωση, ή κατά περίπτωση ανάδυση νέων, εθνο=κρατικών ταυτοτήτων και πεποιθήσεων που εκδηλώνεται, όχι μόνο εκτός Ευρώπης, αλλά και στους κόλπους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιας οντότητας η οποία, αντί της Συμπολιτείας των αρχικών μεταπολεμικών οραμάτων, έχει μετεξελιχθεί σε μια, πρωτόγνωρα προωθημένη πράγματι, πλην όμως σαφώς διακρατική, σύμπραξη.
Δεδομένων των διεθνών αυτών διεργασιών και των προκλήσεων που συνεπάγονται για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, καλούμαστε να επικεντρωθούμε στην ανάδειξη έμπειρης εθνικής ηγεσίας και κατάστρωση ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, με μοναδικό γνώμονα τον εθνικό ρεαλισμό.
Ενδεικτικώς:
·       Η στρατιωτική μας επάρκεια για την αποτροπή των εξωτερικών απειλών και η διατήρηση της δημόσιας τάξης αποτελούν θεμέλια της ύπαρξής μας ως ανεξάρτητης και ευνομούμενης πολιτείας. Συνεπώς η κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο εξασφάλισή τους συνιστά στοιχειώδες καθήκον μας.
·       Πολιτιστικές αξίες, εθνική ασφάλεια, και οικονομικές σκοπιμότητες έχουν σταθερά και διαχρονικά τοποθετήσει την Ελλάδα στον Δυτικό χώρο. Οι σχέσεις μας με τις Δυτικές δυνάμεις εν τούτοις πρέπει να διέπονται από ρεαλιστική αποτίμηση των εκάστοτε εθνικών διακυβευμάτων, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις,. Οι τύχες του Δυτικού Συστήματος και των συνιστωσών του εκφεύγουν της ουσιαστικής επιρροής μας.
·       Αφετηρία για την έξοδο από την παρούσα οικονομική κρίση πρέπει να είναι η συναίσθηση των δικών μας διαχρονικών ευθυνών. Η χρησιμοποίηση τρίτων ως αποδιοπομπαίων τράγων είναι αποπροσανατολιστική. Οφείλουμε να λαμβάνουμε τα εκάστοτε επιβαλλόμενα μέτρα με κριτήριο την τεχνοκρατική τους καταλληλόλητα και απόδοση, και όχι δογματικές ιδεοληψίες ή μικροκομματικές επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
·       Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πρέπει να αναμορφωθεί έτσι ώστε να συμβάλλει αποτελεσματικά, τόσο στον εμπλουτισμό των γνώσεων και την επαγγελματική προετοιμασία, όσο και στην κοινωνική υπευθυνότητα και το εθνικό τους φρόνημα – και άρα και στη διαφύλαξη της εθνικής μας ταυτότητας. Τέλος ο εθνικός ρεαλισμός απαιτεί: παιδεία ποιοτική, παρεχόμενη από ευρύ φάσμα φορέων, αλλά υπό κρατικό έλεγχο.
Επομένως ο κάθε ένας μας πρέπει να προσέλθει, μέσα στις δυνατότητες του, αρωγός σε όποιες δραστηριότητες συνάδουν με αυτό στρατηγικό σχέδιο. Η πρόκληση δεν είναι τόσο αφηρημένη όσο φαντάζει και κατασταλάζει σε ατομική δράση που είναι δυνατή σε όλους τους χώρους γύρω μας.
Η οικογένεια σε μια παραδοσιακά συντηρητική κοινωνία, όπως η δική μας, είναι το θεμέλιο για την συνοχή της. Ο ρόλος κάθε μέλους της  δεν είναι να συμβάλλει στην αναδόμηση της στα μέτρα ενός κόσμου που έφυγε αλλά στις απαιτήσεις του μέλλοντος κρατώντας τις αξίες της που την έκαναν να αντέξει αιώνες. Η δομή της, η ιεραρχία της, τα θεμέλια της συνοχής της και ο τρόπος συνεισφοράς της στην ευρύτερη κοινωνία είναι πράγματι η κρισιμότερη πρόκληση για το άτομο. Είναι όμως η πρώτιστη προσπάθεια που θα του επιτρέψει να σταθεί σταθερά στις ίδιες του τις δυνάμεις.
Ο άλλος θεσμός που έχει τόσο υποτιμηθεί είναι η εκκλησία. Πολύ προϋπήρχε του χριστιανισμού σαν συγκέντρωση πολιτών στις κλασσικές δημοκρατίες. Η ηθικοπλαστική πλευρά των δραστηριοτήτων της ήταν μικρό μέρος του ρόλου της και πρέπει να περιοριστεί έτσι. Η κύρια αποστολή της πρέπει να είναι η οικοδόμηση ισχυρής κοινωνικής συνοχής σε άμεση διασύνδεση με τους οικογενειακούς πυρήνες. Μια τέτοια εκκλησία θα μπορούσε να ξαναγίνει η ραχοκοκαλιά που θα κάνει την κοινωνία να παραμείνει όρθια. Το εφαλτήριο που με την άμεση συμμέτοχη του ατόμου θα αναδείξει  την κοινωνική ηγεσία. Μια τέτοια δομή απαιτεί τεραστία προσωπική συμβολή από τους πολίτες και είναι άκρως επείγουσα.
Στο πρώτο σκαλοπάτι του πολιτικού χώρου, η δημοτική  αρχή που προβάλλει τα εντονότερα συμπτώματα αποσύνθεσης. Το άτομο αντιλαμβάνεται ότι εκεί άρχισε να προδίδει την ηθική του ακεραιότητα πουλώντας την ψήφο του για υλικά ανταλλάγματα. Ήταν εκεί που γονάτισε για πρώτη φορά. Και ξέρει πόσο δύσκολο είναι να το παραδεχτεί. Με τέτοια εμπειρία ωστόσο γνωρίζει τρόπους να επηρεάσει τις εξελίξεις αν αποφασίσει να δραστηριοποιηθεί.
Παράλληλα, με μια συγκροτημένη οικογένεια και εκκλησία ο πολίτης μπορεί να επέμβει στην πολίτικη κατεύθυνση της παιδείας. Να στηρίξει ενεργά, με συμμετοχή σε σχετικές ομάδες πολιτικής πίεσης, για την πλήρη αναμόρφωση της, με δύο βασικούς στρατηγικούς άξονες. Έναν άμεσο, για αποτελεσματική επιμόρφωση μεγάλου μέρους της κοινωνίας που αντιμετωπίζει την πρόκληση επαγγελματικού αναπροσανατολισμού απροετοίμαστο και έναν μεσοχρόνιο που αφορά στην μόρφωση της νεολαίας για να αντιμετωπίσει την σημερινή πραγματικότητα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλανήτη. Και βεβαίως στο επίπεδο του σχολείου σαν γονιός που ενδιαφέρεται και απαιτεί τις υπηρεσίες που χρειάζονται για το μέλλον των παιδιών του.
Στο εθνικό επίπεδο το άτομο μπορεί να αλλάξει άρδην τον τρόπο συμμετοχής στα κοινά. Βλέπει τη χώρα να βαίνει προς εξαθλίωση με σχεδόν μαθηματικά ακρίβεια. Βλέπει τους πολιτικούς να διαπληκτίζονται άσκοπα ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πόσο αποκομμένοι είναι από το σώμα της κοινωνίας. Σχετίζει αυτή την κατάσταση με την στάση του στο παρελθόν να στηρίξει αυτό το κατεστημένο πουλώντας την ψυχή του για πενιχρά και ως επί το πλείστον άχρηστα ανταλλάγματα ενός ξέφρενου καταναλωτισμού. Άρα μπορεί  να ψάξει για συμβουλή από ανθρώπους  που δεν προσκύνησαν το κατεστημένο και να δράσει με περίσκεψη μπροστά στις κάλπες για να ξεφύγει από τον εφιάλτη του προβάλλοντας μια δυναμική ηγεσία.
Και τέλος ίσως το ποιο δύσκολο. Να κάνει συνήθεια, πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε παράνομη συνδιαλλαγή να σκεφθεί πόσο θα ωφελήσει το σύνολο αν δεν την κάνει, Δεν θα τις αποφύγει όλες στην αρχή αλλά κάθε πετυχημένη προσπάθεια είναι ένα μικρό αλλά κρίσιμο λιθαράκι κοινωνικής ανάταξης. Είναι μια πράξη που μόνον αυτός σαν άτομο μπορεί να κάνει και κανείς άλλος για λογαριασμό του. Αποχή από τέτοια συναλλαγή έχει προσωπικές συνέπειες. συχνά επίπονες που πρέπει να ζυγίσει. Είναι προσωπική του ευθύνη όμως απέναντι στο κοινωνικό σύνολο που τον στηρίζει. Γι’ αυτό είναι δύσκολη.
Δεν θα βρουν τη δύναμη να κινητοποιηθούν όλοι οι πολίτες σ αυτές τις κατευθύνσεις αλλά όσο περισσότεροι μπορούν τόσο πιθανότερο να επιζήσει η πατρίδα μας και το έθνος.

 

 

1/11/16

Λαϊκισμός, ο βολικός αντίπαλος του κατεστημένου

Συντάκτης  Κ Π Βλαχοδήμος

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λαϊκίστικές τάσεις είναι παρούσες σε όλες τις κοινωνίες, προέρχονται κυρίως από τα άκρα  και ευδοκιμούν σε περιόδους εντάσεων όπως αυτή που  διανύει η Ελλάδα τα τελευταία οκτώ χρόνια.
Κύρια χαρακτηριστικά των τάσεων αυτών, επιδίωξη κατάληψης εξουσίας για οφέλη μειονοτήτων, απουσία ηθικών φραγμών, τάσεις αυταρχισμού και κατάργησης δημοκρατικών αρχών, αλλά και έλλειψη εμπειρίας διακυβέρνησης.
Λαϊκισμός ευδοκιμεί σε περιόδους εθνικών εντάσεων, οικονομικής χρεωκοπίας η κοινωνικής αποσύνθεσης, νοσταλγίας για το παρελθόν και φόβου για το μέλλον. Περιόδους που το ηγετικό κατεστημένο μιας κοινωνίας απειλείται  αλλά αμύνεται σθεναρά χωρίς όμως να αναδεικνύει  υγιείς δυνάμεις ανανέωσης του.
Η διαδικασία που ακολουθεί ο λαϊκισμός για να προβληθεί και ευκαιριακά να επιβληθεί εκμεταλλεύεται ευπαθείς ομάδες με χαρακτηριστικά ακραίας καταπόνησης από τις οικονομικές κυρίως εξελίξεις, περιορισμένη μόρφωση για σωστή εκτίμηση των γεγονότων και πολιτισμικά χαρακτηριστικά με τα οποία εύκολα παρασύρονται από φήμες και συνωμοσιολογία.
¨Όλα αυτά μαζί είναι προφανή αυτήν την περίοδο που η Ελλάδα διανύει σήμερα, με σημαντική διαφοροποίηση από αξιόλογα λαϊκίστικά κινήματα σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, την προέλευση τους από ριζοσπαστικά αριστερά η φασιστικά δεξιά άκρα. Κατά συνέπεια, παρατηρητές των γεγονότων  εστιάζουν την προσοχή τους σ αυτές τις λαϊκίστικές δυνάμεις προσπαθώντας τα αναλύσουν τις εξελίξεις.
Εν τούτοις άλλες διεργασίες αρχίζουν να φωτίζουν ενδιαφέρουσες πτυχές που μας κάνουν να στρέψουμε την προσοχή μας και σε άλλη κατεύθυνση. Και τούτο καθώς ορισμένες αρχικά ριζοσπαστικές λαϊκίστικές δυνάμεις μεταλλάσσονται σε μέρος του παραδοσιακού κατεστημένου στα αχνάρια της εμπειρίας του ΠΑΣΟΚ. Γίνονται δηλαδή φορείς ανανέωσης με δυναμικό χειρίστης ποιότητας για τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Το πράττουν γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις εξαγγελίες με τις οποίες παρέσυραν προς το μέρος τους μάζες, τις όποιες τώρα εγκαταλείπουν.
Αυτή η άλλη κατεύθυνση που πρέπει να στρέψει κανείς το βλέμμα είναι προς την συντεχνιακή δομή του παραδοσιακού ηγετικού κατεστημένου που έχει μέσα του σε σύμπραξη τις πολιτικές ελίτ, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του δημόσιου τομέα με τις παραφυάδες τους, την τρεφόμενη από το κράτος παρασιτική επιχειρηματική ηγεσία, τον εξαγορασμένο πνευματικό κόσμο και τα παραδοσιακά Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης.
Μια ουσιαστική παρατήρηση των εξελίξεων σ αυτόν τον χώρο υπαγορεύει κάτι τέτοιο. Το κατεστημένο είναι το μέρος της κοινωνίας που έχει στην ουσία κρατηθεί ανέπαφο από την λαίλαπα της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής που έφερε τους ανέργους του ιδιωτικού τομέα κοντά στο ενάμιση εκατομμύριο και τα συσσίτια των εκκλησιών. Κρατώντας αρραγή την συνοχή του και χωρίς άμεση ουσιαστική  απειλή ενεργεί απέναντι στα συμφέροντα του συνόλου.
Κατ’ αρχήν αφήνει τις λαϊκίστικές τάσεις να εξουθενωθούν καταστρέφοντας ότι έχει απομείνει από τον δημιουργικό ιστό και το μέλλον στον βωμό καταχρεωμένων ιδεολογιών και παντελούς άγνοιας διαχείρισης του κράτους.  Με τις ευλογίες των ξένων, τους επιτρέπει αλλαγές στο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας που το ίδιο, απέναντι στο πολιτικό κόστος,  δεν θα τολμούσε. Παράλληλα  εμποδίζει υγιείς πολιτικές δυνάμεις, έξω από τους δοκιμαστικούς σωλήνες των κομμάτων, να αναδειχτούν αναμένοντας την στιγμή που η εξουσία θα επανέλθει στις αγκάλες του. Είναι πεπεισμένο ότι όλα θα είναι όπως πριν την στιγμή της κατάρρευσης που αυτό επέφερε.
Αν οι εξελίξεις οδηγήσουν την κοινωνία σε αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο φαίνεται πιθανόν, η νεοελληνική ιστορία απλώς θα συμπληρώσει άλλον ένα φαύλο κύκλο από τους πολλούς που συνέβησαν τα περίπου διακόσια χρόνια της. Η χώρα θα παραμείνει στο τέλμα της νέο=οθωμανικής της μοίρας στέλνοντας στα ξένα ότι αξιόλογο γεννάει, καθώς ο κόσμος γύρω της θα προχωρεί ταχύτατα προς το μέλλον.
Με ένα εκπαιδευτικό σύστημα - που μόρφωσε τον μέσο πολίτη του σήμερα με μια πολιτική ωριμότητα τις συνέπειες της οποίας υποφέρουμε - να πηγαίνει προς το χειρότερο, η πραγματικότητα φαντάζει δραματική.
Χωρίς ριζικές αλλαγές στο σύστημα μόρφωσης των πολιτών, η οθωμανική δομή αλληλεξάρτησης, που είναι η ρίζα του κακού, θα μείνει ανέπαφη.  Κάτι τέτοιο όμως  απαιτεί ορίζοντα γενιάς και φωτισμένους πνευματικούς ηγέτες που δεν φαίνονται. Έτσι είναι μάταιο, στην παρούσα συγκυρία, να εκφράσει κανείς έστω και αχτίδες ελπίδας για το πώς η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει από μια νέα κατάρρευση.

ΚΠΒ

 

 

 

9/8/16

Απελπισμένη κοινωνία

Συντάκτης Κ.Π.Βλαχοδήμος

Βαριά κουβέντα. Λες να είναι και αλήθεια;
Μέσα ενημέρωσης όλων των αποχρώσεων και τεχνολογικής υποδομής την βομβαρδίζουν χρόνια τώρα με καταθλιπτικά μηνύματα. Πίσω τους εξελίσσεται μια πολιτική πραγματικότητα που τα υποστηρίζει. Στατιστικά στοιχεία για την συνοχή της, το πολιτικό σύστημα και την οικονομία δεν είναι μόνον αρνητικά αλλά και ασαφή, αφήνοντας την φαντασία να οργιάσει με σενάρια κινδυνολογίας. Και γίνονται ακόμη περισσότερο όταν τα συγκρίνουμε με αυτά γειτονικών χωρών.
Αυτό είναι το περιβάλλον που ζει η Νεοελληνική κοινωνία σήμερα και οι δυνάμεις που το έχτισαν και το συντηρούν για ιδιοτελείς λόγους κομματικούς, συντεχνιακούς και ιδεολογικούς συνεχίζουν ακατάπαυστα να δουλεύουν γι’ αυτό. Και επιβεβαιώνει τις Κασσάνδρες για το μέλλον. Τα κόμματα για την επιβίωση τους, οι κάθε λογής συντεχνίες για την διατήρηση των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων απέναντι στο σύνολο και το χειρότερο, παρωχημένες ιδεολογίες απέναντι σ έναν κόσμο που τις προσπέρασε, αφαιρούν όλο και ποιο πολύ από τον ορίζοντα ελπίδας.
Κάποιοι θα έλεγαν ότι η κοινωνία μας έχει δυνατές βάσεις και δυναμικό επιβίωσης, έχει περάσει χειρότερα και επανήλθε. Παρέμεινε Νεοελληνική. Περιγράφουν τον άνετο τρόπο ζωής σε περιοχές της χώρας  όπου λες και τα γεγονότα δεν τις αφορούν. Εξακολουθούν να ζουν το όνειρο της Ολυμπιάδας. Επιμένουν στο “λεφτά υπάρχουν”. Ξέχασαν όμως να επισκεφτούν την υπόλοιπη χώρα όπου η πενία έχει περάσει από τα συσσίτια  των εκκλησιών.
Δυστυχώς οι Κασσανδρες δεν διακρίνουν σε αυτήν την συγκυρία δυνάμεις με προτεραιότητα την ταυτότητα και το συμφέρον της κοινωνίας πάνω από όλα τα άλλα. Αντίθετα, υπό την επήρεια εξωτερικών αλλά κυρίως εσωτερικών απειλών στην συνοχή της,  διακρίνουν συμπτώματα δυναμικής αλλοίωσης των χαρακτηριστικών που θα την κάνουν τελείως αγνώριστη, ξεκομμένη από την ιστορία της. Κάνεις δεν πολεμάει για την επιβίωση της σαν εθνική συνέχεια με όλες τις επιρροές πάνω της που έφερε η ιστορία. Καταλήξαμε όλοι για την πάρτι μας. Ο απλός πολίτης, με το σχολείο που πέρασε τα τελευταία σαράντα χρόνια που τον ευνούχισε πολιτικά , δεν διανοείται καν ότι αξίζει να θυσιάσει κάτι εθελοντικά, έστω και λίγο, για το κοινωνικό συμφέρον. Δεν βλέπει τι πλεονεκτήματα μπορεί να του αποκομίσει. Είναι πεπεισμένος ότι θα κατασπαταλειστεί σε αλλότρια από μια αναξιόπιστη ηγεσία.
Δεν ασχολείται πλέον με το αν θα είναι Έλληνας η “παγκοσμιοποιημένος” πολίτης με ότι σημαίνει αυτό. Ξέρει ότι σε κάθε νέα εκλογική αναμέτρηση θα έχει να διαλέξει τις λιγότερο κακές λαϊκίστικές υποσχέσεις. Το θεωρεί αδιανόητο  να αρνηθεί όλους τους κομματικούς σχηματισμούς για να ανοίξει το δρόμο σε επόμενη φάση σε νέες δυνάμεις. Λίγους ενοχλεί ότι η χώρα έχει απωλέσει τη εθνική της κυριαρχία για τις επόμενες γενιές.
Και το χειρότερο, υπό αυτές τις συνθήκες, είμαστε μία κοινωνία, μαραζωμένη αιμορραγώντας ότι καλύτερο έχουμε σαν μετανάστες σε άλλες χώρες,  χωρίς ηγέτες έτοιμους να συγκρουστούν με την εδραιωμένη ελίτ και να μας οδηγήσουν προς ένα καλύτερο μέλλον σαν σύνολο.
Μπορεί λοιπόν τελικά να είμαστε μια απελπισμένη κοινωνία, σε βαθύ λήθαργο εθνικής απραξίας, που μας οδηγεί σταθερά σε ένα μέλλον όταν τα παιδιά μας θα επικοινωνούν με άλλους κανόνες και πιθανόν σε μια άλλη γλώσσα, διεθνή η γειτονική.
Θα έλεγε κανείς ότι το ζητούμενο, αν υπάρχει,  είναι και σχεδόν αδύνατον. “Ανάδειξη και λαϊκή στήριξη εθνικών ηγετών που θα γεννήσουν ελπίδα και μόνον αυτό”. Το πρόβλημα της κοινωνίας δεν είναι πρωτίστως πολιτικό η οικονομικό, είναι πρόβλημα κοινωνικής ταυτότητας και συνοχής. Εξ ου και το οξύμωρων αφού οι πολίτες έχουν το δυναμικό και τα προσόντα να συνεισφέρουν αλλά μαραζώνουν χωρίς συνεκτικό εθνικό όραμα.
Θυσίες λοιπόν στον Θεό της Ελλάδος …. και πρόσκληση και πρόκληση για την νεολαία μας;

 

28/7/16

Δημόσιος διάλογος για το Σύνταγμα

Συντάκτης  Κ.Π.Βλαχοδήμος


Σαν απλός πολίτης που ενδιαφέρεται έντονα για ο μέλλον της πατρίδας μου, διαβάζοντας το κείμενο της παρουσίασης του πρωθυπουργού και τα πρώτα σχόλια το Ε. Βενιζέλου σχετικά με το αντικείμενο, ένοιωσα απογοήτευση και ανησυχία.
Οι δύο απόψεις αντανακλούν τις προθέσεις των παρατάξεων τους  να κάνουν αυτό που διατυμπανίζουν σαν δημόσιο διάλογο, για το σοβαρότερο θέμα που πρέπει να απασχολεί την Νεοελληνική κοινωνία σήμερα, αντικείμενο σύγκρουσης και συνδιαλλαγής των πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων του κατεστημένου. Και προσπαθούν να το κάνουν  κρατώντας άτομα σαν εμένα σε σύγχυση γύρω από το τεχνικό υπόβαθρο των άρθρων ενός εξαιρετικά πολύπλοκου και πυκνογραμμένου ολοκληρωμένου  νομικού συγγράμματος.

Αρχειοθήκη ιστολογίου