3/12/15

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Γράφει ο Γ.Ε. Σέκερης

Η ευρύτερη Μέση Ανατολή αποτελεί από μακρού πεδίο δυναμικής διαπλοκής μεταξύ ανταγωνιστικών εξωτερικών δυνάμεων και κατά κανόνα αλληλοσυγκρουόμενων επιτόπιων, με τις πρώτες να επιδιώκουν μεγιστοποίηση της επιρροής τους επί των τελευταίων προς επίτευξη στρατηγικών, οικονομικών, και πολιτισμικών στόχων.
Και έως μεν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κύριος τοπικός παίκτης υπήρξε η φθίνουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία – απειλούμενη από τους Ρώσους και στηριζόμενη αρχικώς από τους Βρετανούς και εν συνεχεία από τους Γερμανούς, στο πλαίσιο των ενδο-ευρωπαϊκών ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Κατά τον Μεσοπόλεμο, ωστόσο, ο ρόλος της ηττημένης Γερμανίας και της υπό κομμουνιστικό πλέον έλεγχο Ρωσίας εξασθένησε προς όφελος των νικητών του πολέμου Αγγλογάλλων. Συγχρόνως δε απελευθερώθηκαν κατά το μάλλον ή ήττον ελεγχόμενες έως τότε από την Υψηλή Πύλη θρησκευτικές και εθνοτικές δυνάμεις. Και το μεσανατολικό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό τοπίο περιεπλάκη περαιτέρω συνεπεία, αφ’ ενός, των ανταγωνισμών περί τα πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων της περιοχής, και, αφ’ ετέρου, της μαζικής εισροής στην Παλαιστίνη Εβραίων της Διασποράς - με απόληξη την ανάδυση του κράτους του Ισραήλ. Ενώ νέα ανατροπή των μεσανατολικών συσχετισμών επέφεραν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο επακολουθήσας Ψυχρός Πόλεμος, με την ανάδειξη σε κυρίαρχο στοιχείο την αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων – διεξαγόμενη κυρίως με την παρεμβολή τοπικών συμμάχων -πελατών τους.  [i]

Ο «εκδημοκρατισμός» ως αυτεπίστροφο
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ παρέσχε στις Ηνωμένες Πολιτείες άπλετη ελευθερία κινήσεων και στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Και οι μεν αρχικοί χειρισμοί της Ουάσιγκτον - επί προέδρων Μπους του πρεσβυτέρου και Κλίντον – έφεραν τη σφραγίδα του γεωπολιτικού ρεαλισμού: Η επίτευξη των κορυφαίων αμερικανικών στοχεύσεων  στην περιοχή –  της διασφάλισης των κοιτασμάτων και της ροής των υδρογονανθράκων, της καταπολέμησης των αντιαμερικανικών τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, και της προστασίας των ζωτικών συμφερόντων του Ισραήλ – επιδιώχθηκε κατά προτεραιότητα με διπλωματικά μέσα και εν εσχάτη μόνο ανάγκη με στρατιωτικά. Το τρομοκρατικό όμως κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 προσέφερε στους ιέρακες της Ουάσιγκτον την ευκαιρία να προωθήσουν, αρχικά στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, ένα υπερβολικά φιλόδοξο σχέδιο, αποσκοπούν, πολύ πέραν της λήψης των επιβεβλημένων από τις περιστάσεις πρακτικών μέτρων κατά των τρομοκρατών, στη ριζική, υποτίθεται, θεραπεία του κακού με την «αποξήρανση του βάλτου της τρομοκρατίας»,[ii] ήτοι με τη βίαιη αντικατάσταση ύποπτων για υπόθαλψή της δικτατόρων από δημοκρατικά εκλεγμένους κυβερνήτες. Παρά δε τα απογοητευτικά αποτελέσματα των σχετικών προσπαθειών, η στρατηγική αυτή επιλογή εξακολουθεί να ευνοείται από κύκλους με σημαντική επιρροή, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση· όπως καταδεικνύει και η ενθάρρυνση και κατά περίπτωση και η στρατιωτική υποστήριξη από τη Δύση των εξεγέρσεων της περιώνυμης «Αραβικής Άνοιξης».

Η ανατροπή όμως των απολυταρχικών καθεστώτων, μακράν του να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση γνήσιων δημοκρατιών, άνοιξε κατά κανόνα το κουτί της Πανδώρας, απελευθερώνοντας υποβόσκουσες βίαιες θρησκευτικές και φυλετικές αντιθέσεις. Και συνακόλουθα: η Λιβύη βυθίσθηκε στην αναρχία· η Αίγυπτος απέφυγε ανάλογη τύχη μόνο και μόνο χάρις στην επιβολή – ακριβέστερα την εκ νέου επιβολή – στρατιωτικού καθεστώτος· ενώ στη Συρία, οι προσπάθειες βίαιης ανατροπής του - αναμφισβήτητα αυταρχικού και καταπιεστικού - Ασάντ πυροδότησαν θρησκευτικές και εθνοτικές συγκρούσεις συνεπαγόμενες τραγικές ανθρωπιστικές και αποσταθεροποιητικές γεωπολιτικές συνέπειες. Με τους καθεστωτικούς Αλαουίτες (κλάδο του Σιιτικού Ισλάμ) και τους αντικαθεστωτικούς Σουνίτες να συγκρούονται, υποστηριζόμενοι παντοιοτρόπως, για θρησκευτικούς ή/και γεωπολιτικούς λόγους,  οι μεν πρώτοι από το Ιράν και τη Ρωσία, οι δε τελευταίοι από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, την Τουρκία και Δυτικές χώρες· και με το κουρδικό στοιχείο της περιοχής να επιχειρεί να επωφεληθεί της συγκυρίας για να επιτύχει την εθνική του αποκατάσταση.  

Αποκορυφώνοντας έτσι τον εκτροχιασμό της Αραβικής Άνοιξης, το Συριακό δεν διέψευσε απλώς τις αρχικές περί εκδημοκρατισμού Δυτικές προσδοκίες – ή ακριβέστερα ψευδαισθήσεις –, αλλά και εξέθρεψε την πλέον αποτρόπαια μέχρι στιγμής μορφή τρομοκρατικού ισλαμισμού, το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος· παρέχοντας συγχρόνως γόνιμο έδαφος και στον συριακό κλάδο της αλ-Κάιντα, την Τζαμπάτ αλ-Νούσρα. Και συνακόλουθα γιγάντωσε το προσφυγικό κύμα από την αποσταθεροποιημένη ευρύτερη Μέση Ανατολή προς Ευρώπη – ένα φαινόμενο γενεσιουργό υπαρξιακών προβλημάτων και διλημμάτων στις χώρες της ηπείρου μας.

Η Μόσχα επί σκηνής
Μία πρόσθετη, ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος του εν εξελίξει συριακού δράματος είναι η ισχυρή επανεμφάνιση στον μεσανατολικό χώρο της Ρωσίας. Η οποία, ανασυγκροτούμενη υπό την ηγεσία Πούτιν – και ανεξάρτητα από τις συχνά δίκαιες επικρίσεις πτυχών της διακυβέρνησης του Ρώσου προέδρου - έχει επανέλθει δυναμικά στο παγκόσμιο προσκήνιο. Και αναβαθμίζει τώρα θεαματικά την πολιτικο-στρατιωτική παρουσία της στη Συρία, με κεκηρυγμένη επιδίωξη της εξουδετέρωση του Ισλαμικού Κράτους – μιας πραγματικής απειλής κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η συντριπτική πλειοψηφία των είκοσι εκατομμυρίων μουσουλμάνων της οποίας, ανήκουν στον σουνιτικό κλάδο του Ισλάμ, όπως και το ΙΚ, και είναι ευεπίφοροι στην τοξική επιρροή του τελευταίου αυτού. [iii] Επί πλέον όμως, είναι προφανές ότι το Κρεμλίνο δράττεται της συριακής ευκαιρίας για να ανακτήσει στο μέτρο του δυνατού το καταρρακωθέν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και επί προεδρίας Γιέλτσιν διεθνές γόητρό του, και ειδικότερα να ενισχύσει τη θέση του στον συριακό χώρο -  όπου από σοβιετικής ήδη εποχής διαθέτει και ναυτική βάση. Ενώ σοβαροί Δυτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι, επεμβαίνοντας στη Συρία, ο κ. Πούτιν επιχειρεί, πέραν των άλλων, να αποσπάσει τη διεθνή προσοχή από την ουκρανική πολιτική του· οι συνεπεία της οποίας επιβληθείσες διεθνείς κυρώσεις, σε συνδυασμό μάλιστα και με την πτώση της τιμής των υδρογονανθράκων στην παγκόσμια αγορά, πλήττουν σοβαρότατα τη ρωσική οικονομία.[iv]                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     
Ωστόσο ο Ρώσος πρόεδρος διατρέχει τον κίνδυνο το συριακό του εγχείρημα να παροξύνει, αντί να εξουδετερώσει, την κατά της χώρας του τρομοκρατική απειλή.[v] Αλλά και να φέρει τη Μόσχα σε ευθεία αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον, οι αεροπορικές δυνάμεις της οποίας επιχειρούν πλέον  συγχρόνως και στον ίδιο χώρο με τις ρωσικές. Και ναι μεν οι Ρώσοι διακηρύσσουν την επιθυμία τους να συνεργασθούν με τη Δύση για την καταπολέμηση του «κοινού» εχθρού, πλην όμως οι εκατέρωθεν αντιλήψεις για την επίτευξη λύσης του Συριακού παραμένουν μέχρι στιγμής αποκλίνουσες, αν όχι ασύμβατες. Με μείζον σημείο διαφωνίας την τύχη του προέδρου Ασάντ. Καθώς η ρωσική πλευρά, όχι απλώς ευνοεί την παραμονή του στην εξουσία, αλλά και τον στηρίζει στρατιωτικώς κατά των αντικαθεστωτικών συλλήβδην – ήτοι και κατά στοιχείων υποστηριζόμενων από τους Αμερικανούς και τους Τούρκους - και όχι μόνο κατά των Τζιχαντιστών. [vi]

Αμερικανικές στρατηγικές προσαρμογές
Η Ουάσιγκτον έχει, βέβαια, ανέκαθεν θέσει, και εξακολουθεί να θέτει επισήμως, ως προϋπόθεση επίλυσης του Συριακού την πολιτική αποκαθήλωσή του Σύρου προέδρου. Και συνακόλουθα έχει παράσχει παντοειδή, διπλωματική και υλική, υποστήριξη σε επιλεγμένους, «μετριοπαθείς» υποτίθεται, αντικαθεστωτικούς.[vii] Μέχρι πρότινος όμως, σύμφωνα άλλωστε και με τη γενικότερη επιδίωξη του προέδρου Ομπάμα να περιορίσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, απέφευγε να εμπλακεί στη Συρία με ίδιες στρατιωτικές δυνάμεις. [viii] Η αναποτελεσματικότητα, εν τούτοις, των επιτόπιων αποδεκτών της αμερικανικής βοήθειας, η ανθεκτικότητα του συριακού καθεστώτος, και, κυρίως, η ανησυχητική ισχυροποίηση του Ισλαμικού Στρατού ανάγκασαν την Ουάσιγκτον να προβεί σε μερική διόρθωση πορείας· [ix] αρχικά διεξάγοντας αεροπορικές επιδρομές κατά του ΙΚ και της Τζαμπάτ αλ-Νούσρα, και εντελώς πρόσφατα στέλνοντας στη Συρία ομάδα ειδικών δυνάμεων για την καταπολέμηση οργανώσεων αυτών. Δοθέντος, όμως, ότι κεκηρυγμένη παράλληλη επιδίωξη των Αμερικανών είναι και η αποδυνάμωση του συριακού καθεστώτος, αλλά και ότι η εξασθένηση των Τζιχαντιστών λειτουργεί εκ των πραγμάτων υπέρ του Προέδρου Ασάντ, η αποστολή των αμερικανικών αυτών δυνάμεων εμφανίζεται εξ αντικειμένου αντιφατική. Μολονότι δε η αμερικανική κυβέρνηση δίνει όλο και περισσότερο το προβάδισμα στην εξουδετέρωση της ισλαμικής τρομοκρατίας, δεν είναι αυτή τη στιγμή σαφές αν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί συμβιβασμό συνεπαγόμενο την έστω προσωρινή – «μεταβατική» - παραμονή του Σύρου προέδρου στην εξουσία. Με τις ενδείξεις πάντως να πληθαίνουν, ότι στο κλίμα που διαμορφώνεται μετά το τρομοκρατικό κτύπημα του Ισλαμικού Στρατού στο Παρίσι, δεν τον αποκλείει – και ότι, γενικότερα, οι προοπτικές συνεργασίας, και πάντως αποφυγής ευθείας αντιπαράθεσης, Ουάσιγκτον και Μόσχας στη Συρία έχουν ουσιαστικά βελτιωθεί. [x]

Οι αμερικανικοί χειρισμοί της συριακής κρίσης συναρτώνται στενά και με την επανεξέταση από την κυβέρνηση Ομπάμα των στρατηγικών της επιλογών στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή υπό το φως των επιτόπιων νέων πραγματικοτήτων. Ειδικότερα: Σε ό,τι αφορά στο Αφγανιστάν, διαπιστώνοντας ότι «οι αφγανικές δυνάμεις δεν είναι ακόμη σε θέση να κατοχυρώσουν την ασφάλεια της χώρας έναντι της συνεχιζόμενης απειλής από τους Ταλιμπάν», ο πρόεδρος Ομπάμα αποφάσισε να διατηρήσει σημαντικό μέρος των εκεί αμερικανικών στρατευμάτων μέχρι και τη λήξη της προεδρίας του τέλη 1916 – τούτο δε παρά προηγούμενη ρητή δέσμευσή του να έχει έως τότε αποσύρει το σύνολο της στρατιωτικής αυτής δύναμης. [xi] Ενώ σε ανάλογη μερική αναθεώρηση προγενέστερων αποφάσεών του προβαίνει και στο Ιράκ· όπου, μετά την απόσυρση του κύριου όγκου των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων τον Δεκέμβριο 2011, η διογκούμενη απειλή κατά της ιρακινής κυβέρνησης εκ μέρους αντικαθεστωτικών Σουνιτών, ιδίως δε η δυναμική εμφάνιση επί τρομοκρατικής σκηνής του ΙΚ – η πλήρης ονομασία του οποίου («Ισλαμικός Στρατός Ιράκ και Συρίας») μαρτυρεί τη γεωγραφική εμβέλεια των φιλοδοξιών του - οδήγησαν στη βαθμιαία ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και την ενεργό και διευρυνόμενη εμπλοκή των Αμερικανών  στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Είναι δε ενδεικτικό της πολυπλοκότητας των μεσανατολικών πραγμάτων, ότι η υποστηριζόμενη από την Ουάσιγκτον σιιτική ιρακινή κυβέρνηση έχει ταχθεί δημοσία υπέρ του θρησκευτικά συγγενούς της καθεστώτος Ασάντ και της στρατιωτικής στήριξης του τελευταίου αυτού από τη Μόσχα.
Σημαίνουν άραγε οι διορθωτικές αυτές κινήσεις του Προέδρου Ομπάμα ότι προτίθεται να υποβαθμίσει το διπλωματικό σκέλος της μεσανατολικής του πολιτικής προς όφελος της κατ’ ουσίαν απεριόριστης στρατιωτικής κλιμάκωσης που ζητούν προβεβλημένα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος; [xii] Μάλλον απίθανο, αν κρίνει κανείς από την ιδιαίτερη έμφαση που η Ουάσιγκτον συνεχίζει να δίνει στη διπλωματική οδό και στην πολυμερή διπλωματία ειδικότερα· αλλά και από τη φειδώ με την οποία εξακολουθεί να διαθέτει τα στρατιωτικά της μέσα. [xiii] Ιδίως δε σε ό,τι αφορά στο πολυσύνθετο και εν δυνάμει εκρηκτικό Συριακό, η κυβέρνηση Ομπάμα, πρωτοστατούντος του υπουργού εξωτερικών Κέρι, έχει επιδοθεί σε μια πολύπλευρη εξόρμηση για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης: [xiv] διαπραγματευόμενη με τη Μόσχα, παρά την εκκρεμότητα του Ουκρανικού· [xv] επιχειρώντας, μετά τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, να αξιοποιήσει τον ιρανικό παράγοντα· [xvi] καταβάλλοντας προσπάθειες ένταξης στο ειρηνευτικό εγχείρημα των Ουαχαμπιτών Σαουδαράβων - χρηματοδοτών σημειωτέον και ακραίων Σουνιτών αντιπάλων του Σύρου προέδρου· [xvii] συνεχίζοντας τον διάλογο με το Ισραήλ και με την Παλαιστινιακή Αρχή για να αποτραπεί η περαιτέρω όξυνση του Παλαιστινιακού και να διευκολυνθούν ως εκ τούτου η καταπολέμηση του τζιχαντισμού και η σταθεροποίηση του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου· [xviii] και χειραγωγώντας στο μέτρο του δυνατού την Άγκυρα.

Η πολιτική Ερντογάν
Με την τουρκική κυβέρνηση να εμφανίζεται πιο συνεργάσιμη μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα των υπέρμετρων μεσανατολικών στοχεύσεων του προέδρου Ερντογάν. Ο οποίος, αφού αρχικά ανέπτυξε σχέσεις εγκάρδιας συνεργασίας με τον πρόεδρο Ασάντ, κατέστησε εν συνεχεία την ανατροπή του Σύρου προέδρου κεντρική επιδίωξη της εξωτερικής του πολιτικής·  ανήσυχος για τις επιπτώσεις των εσωτερικών συριακών εξελίξεων στα τουρκικά συμφέροντα· αλλά και επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση της χώρας του ως ηγέτιδας δύναμης στον μουσουλμανικό χώρο και ιδιαίτερα στους κόλπους του Σουνιτικού Ισλάμ.[xix] Στις ηγετικές δε αυτές μεσανατολικές φιλοδοξίες του πρέπει πιθανότατα να αποδοθεί, εν μέρει τουλάχιστον, η απόκλιση της Άγκυρας από τη δυτικόστροφη κεμαλικής έμπνευσης εξωτερική της πολιτική και ειδικότερα η ρήξη της με το Ισραήλ, αλλά και η αποστασιοποίησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε κάποιο βαθμό και από την Ουάσιγκτον. Ωστόσο οι αντοχές του καθεστώτος Ασάντ, η αυτονόμηση των Σύρων Κούρδων, η μαζική εισροή Σύρων προσφύγων στο τουρκικό έδαφος – υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν ήδη τα δύο εκατομμύρια ψυχών – και οι τρομοκρατικές επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους εντός της τουρκικής επικράτειας ανάγκασαν τον Τούρκο πρόεδρο να στραφεί εκ νέου προς τη Δύση. Σημειωτέον δε ότι οι Δυτικοί από την πλευρά τους ανταποκρίνονται ασμένως στο τουρκικό άνοιγμα, προσβλέποντας στον τουρκικό παράγοντα, τόσο για την επίλυση του Συριακού, όσο και για την αναχαίτηση  του προσφυγικού ρεύματος προς Ευρώπη. Και συνακόλουθα:

·      Οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι προσφέρουν στην Άγκυρα οικονομική βοήθεια και την επανεκκίνηση των αποτελματωμένων ενταξιακών διαπραγματεύσεων - αν και, σε ό,τι αφορά στις τελευταίες αυτές, οι οιωνοί εμφανίζονται αρνητικότεροι παρά ποτέ, καθώς το τελευταίο πράγμα που οι κοινοτικές κυβερνήσεις θα ήθελαν είναι η εγκατάσταση στις χώρες τους πρόσθετων, έστω και φιλικών και φιλήσυχων, κατά τεκμήριο, Μουσουλμάνων). [xx]
·      Κατόπιν τουρκικής επίκλησης του Χάρτη της Ατλαντικής Συμμαχίας, το ΝΑΤΟ "καταδίκασε σθεναρά τις τρομοκρατικές επιθέσεις κατά της Τουρκίας» και διεκήρυξε ότι «η ασφάλεια της Συμμαχίας είναι αδιαίρετη». Ενώ o Αμερικανός πρόεδρος παρέσχε την – προσεκτική - στήριξή του στον Τούρκο ομόλογό του μετά την κατάρριψη από τουρκικά πυρά ρωσικού αεροσκάφους στα συρο-τουρκικά σύνορα. [xxi]
·      Και για πρώτη φορά από την έναρξη της συριακής κρίσης η Άγκυρα επέτρεψε τη χρησιμοποίηση από τους Αμερικανούς της αεροπορικής βάσης Ιντσιρλίκ για επιθέσεις κατά του ΙΣ.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική ανεπάρκεια
Ιδιαίτερο τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει η έναντι των μεσανατολικών αυτών εξελίξεων στάση της Κοινοτικής Ευρώπης. Περί ενιαίας ευρωενωσιακής πολιτικής θα ήταν εξωπραγματικό να γίνει λόγος. Σε διακηρυκτικό, βέβαια, επίπεδο, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η σταθεροποίηση της περιοχής, η εκεί προαγωγή των δημοκρατικών αξιών, όπως και η αποτελεσματική διαχείριση του προσφυγικού ρεύματος, αποτελούν κοινούς, κεκηρυγμένους στόχους των ευρωκοινοτικών κυβερνήσεων. Η πρακτική όμως διαφέρει μεγάλως από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Σε ό,τι δε αφορά ειδικότερα στους «τρεις μεγάλους» της ΕΕ: το Παρίσι έχει επιδείξει ζωηρή τάση προς στρατιωτική επεμβατικότητα, πρωταγωνιστώντας σχετικώς στη Λιβύη και εν συνεχεία στη Συρία - όπου μετά την 13η Νοεμβρίου, κατά την έκφραση του προέδρου Ολάντ 2015 «διεξάγει πόλεμο».  Το Λονδίνο και στις δύο περιπτώσεις ακολούθησε το γαλλικό επεμβατικό παράδειγμα – αλλά μετά μια έντονη αρχική αμφιταλάντευση. Ενώ το Βερολίνο είχε έως τώρα αποφύγει συστηματικά τη στρατιωτική του εμπλοκή στις εν λόγω κρίσεις· και παρά τις εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους Γάλλους μετά την 13η Νοεμβρίου, η συμμετοχή του στις εν εξελίξει επιχειρήσεις κατά του ΙΣ - αν κρίνει κανείς και από τις σχετικές δηλώσεις της Γερμανίδας καγκελαρίου -  προεξοφλείται ότι θα είναι πλήρως δυσανάλογη προς τις πραγματικές δυνατότητές του. Χαρακτηριστικά δε και οι τρεις αυτές πρωτεύουσες ενήργησαν και ενεργούν με καθοριστικό κριτήριο τα στενότερα εθνικά τους συμφέροντα και τις εκλογικές σκοπιμότητες των κυβερνώντων. [xxii] Υπό τις συνθήκες άρα αυτές, το μέγιστο που ρεαλιστικά μπορεί να αναμένεται είναι ένας στοιχειώδης συντονισμός επί τη βάσει του ελάχιστου κοινού παρανομαστή – που όμως και αυτό αποδεικνύεται δυσεπίτευκτο.

Ασυμφωνία, όμως, σημειώνεται στους κόλπους της ΕΕ και ως προς την αντιμετώπιση του διογκούμενου μεταναστευτικού ρεύματος. Το οποίο, όχι μόνο διευκολύνει τη διείσδυση τρομοκρατικών στοιχείων στις χώρες υποδοχής, αλλά και απειλεί μεσοπροθέσμως την πολιτισμική τους ομοιογένεια και εθνική ταυτότητα. Δεδομένου δε ότι οι διακηρύξεις περί φύλαξης κοινών εξωτερικών συνόρων παραμένουν μέχρι στιγμής κενές, αρκετές  ευρωκοινοτικές κυβερνήσεις αρνούνται να συμπράξουν στην ισόρροπη μεταξύ κρατών μελών κατανομή των μεταναστών· και μάλιστα επιχειρούν να εμποδίσουν την είσοδο των τελευταίων αυτών στην επικράτειά τους, παραβιάζοντας συχνά ρητές διατάξεις της Συνθήκης Σένγκεν – την αναθεώρηση σημειωτέον της οποίας ορισμένες πλευρές θέτουν ήδη επί τάπητος. [xxiii] Ενώ γενικότερα, η όξυνση του μεταναστευτικού εκτρέφει στους κόλπους των κοινοτικών εταίρων μια έντονη εθνική εσωστρέφεια και έναν αύξοντα ευρωσκεπτικισμό.
Βασική, ωστόσο, προϋπόθεση για την κατάπαυση, ή τουλάχιστον τη χαλάρωση, της επικίνδυνης μεταναστευτικής πίεσης είναι η σταθεροποίηση των χωρών προέλευσης των μεταναστών. Όμως, η επίτευξη αυτού του στόχου υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες της σημερινής Κοινοτικής Ευρώπης και εξαρτάται πρωτίστως από την πολιτική των ΗΠΑ, της Ρωσίας, και περιφερειακών δυνάμεων όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, και η Τουρκία.

Επίμετρο
Παρά τις όποιες στρατιωτικές και αστυνομικές επιχειρήσεις Δυτικών και Ρώσων, και ακόμη και αν κάποια στιγμή, όπως όλοι οι νουνεχείς εύχονται, περιορισθεί δραστικά το πεδίο ενεργείας τρομοκρατικών οργανώσεων όπως ο Ισλαμικός Στρατός και η αλ-Κάιντα, η ευρύτερη Μέση Ανατολή θα παραμείνει επ’ αόριστον μια ιδιαίτερα εύφλεκτη περιοχή· με τις τοπικές θρησκευτικές, εθνικές, και πολιτικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις να γενούν δομική αστάθεια. Μπορεί δε κανείς να προβλέψει χωρίς μεγάλο κίνδυνο να διαψευσθεί ότι οι τυχόν προσπάθειες εκδημοκρατισμού των εκεί καθεστώτων θα προσκρούσουν και πάλι στο αποφασιστικό εμπόδιο που είναι η νοοτροπία, οι παραδόσεις, και τα πολιτικά ανακλαστικά των τοπικών πληθυσμών, μουσουλμανικών και άλλων.
Οπωσδήποτε όμως τα ερωτηματικά ως προς το μέλλον της περιοχής είναι αυτή τη στιγμή πολύ περισσότερα από τις όποιες βεβαιότητες. Μεταξύ άλλων, μένει να φανεί:
·      Αν το Ιράκ και η Συρία θα παραμείνουν ενιαία κράτη· και αν ναι, με τι δομή. (Το πιθανότερο: δραστικά αποκεντρωμένα.)
·      Αν το Ιράν θα φανεί συνεπές προς  τις πυρηνικές του δεσμεύσεις – από την τήρηση ή μη των οποίων θα εξαρτηθεί, αντιστοίχως, η ανάδειξη της Τεχεράνης σε παράγοντα σταθερότητας ή πρόσθετων περιπλοκών.
·      Και κατά πόσον θα αποφευχθεί η κλιμάκωση του Παλαιστινιακού – επίλυσή του στο ορατό μέλλον δεν φαίνεται πιθανή - και συνακόλουθα η εκμετάλλευσή της από δυνάμεις εντός και εκτός περιοχής προς πυροδότηση εντάσεων.
Κατά τα λοιπά, η υπό το κράτος τραυματικών εμπειριών - όπως τα τρομοκρατικά κτυπήματα της 11ης  Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ και τώρα της 13ης Νοεμβρίου  στη Γαλλία - τείνουσα να επικρατήσει αντίληψη ότι η Μέση Ανατολή αποτελεί πηγή υπαρξιακών κινδύνων κατά του Δυτικού Κόσμου είναι τουλάχιστον υπερβολική. [xxiv] Δεν χωρεί βέβαια αμφιβολία ότι τα μεσανατολικά δρώμενα και οι εκτός περιοχής προεκτάσεις τους συνεπάγονται βαρύτατο τίμημα για τις Δυτικές χώρες. Υπαρξιακή όμως απειλή για τη Δύση στο υπό διαμόρφωση παγκόσμιο περιβάλλον θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τον κινεζικό γίγαντα - εφ’ όσον, φυσικά, η Κίνα διατηρήσει τη συνοχή και πολιτική της σταθερότητα και συνεχίσει την ταχύρρυθμη οικονομική και στρατιωτική ενδυνάμωσή της. Εξ ου, άλλωστε, και η αμερικανική «στροφή προς Ασία» - ήτοι η μετατόπιση του κέντρου βάρους της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον προς τον Ειρηνικό. 


[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το επόμενο τεύχος των «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του «Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης [ΣΕΕΘΑ]»
[ii] Η φράση οφείλεται στον Ντόναλντ Ράμσφελντ,  υπουργό αμύνης της πρώτης κυβέρνησης Μπους του νεότερου.
[iii] Για μια κατατοπιστική, συνοπτική παρουσίαση του όλου θέματος, βλ. Leon Aron, Russia is a new front for militant Islam, Washington Post, 14-11-2015.
[iv] Βλ. Russia, Saying Its Jet Was Bombed, Allies With France Against ISIS, New York Times, 17-11-2015. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της έγκυρης εφημερίδας στη Μόσχα, για τον πρόεδρο Πούτιν, «παρία εντός των Δυτικών ηγετικών κύκλων μετά την εισβολή στην Ουκρανία», «ο τερματισμός της διπλωματικής του απομόνωσης θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του να πεισθεί η Δύση να άρει τις κυρώσεις κατά της ασταθούς οικονομίας του». Σε ανάλογο πνεύμα, Putin orders Russian forces to work with French ‘allies’ in Syria, Financial Times, 17-11-2015.
[v] Η κατάρριψη από τον ΙΣ του ρωσικού επιβατικού αεροπλάνου Airbus A321 στον αιγυπτιακό εναέριο χώρο την 31η Οκτωβρίου, με επακόλουθο τον θάνατο των διακοσίων είκοσι τεσσάρων επιβαινόντων, τείνει να επιβεβαιώσει αυτούς τους φόβους. Βλ. σχετικώς: David Gardner, Russia fears start of jihadi blowback as reprisal for Syria push, Financial Times, 10-11-2015
[vi] Η κατάρριψη στις 24 Νοεμβρίου ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους από τους Τούρκους έλαβε χώρα ενώ η ρωσική αεροπορία επετίθετο κατά των υπό τουρκική τρόπον τινά προστασία, αντιπάλων του καθεστώτος Ασάντ, Τουρκομάνων. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον εξαρτά σε μεγάλο βαθμό ενδεχόμενη αντιτρομοκρατική συνεργασία με τους Ρώσους από τη διακοπή των επιθέσεων των τελευταίων κατά συμμάχων της αντικαθεστωτικών. Για μια αξιολόγηση από δυτικής σκοπιάς της ρωσικής επέμβασης στη Συρία, σε συνάρτηση και με το Ουκρανικό, βλ. Philip Stephens, How not to deal with a humbled Putin, 26-11-2015.
[vii] Για τις διαφωνίες μεταξύ Δυτικών, Ρώσων, Ιρανών, Τούρκων, και Σαουδαράβων ως προς τον προσδιορισμό των τρομοκρατών βλ. Friend or foe: Syria summit faces tough choices, Financial Times, 12-11-2015.
[viii] Για μια προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ομπάμα προ των τελευταίων εξελίξεων στον μεσανατολικό χώρο, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Παράμετροι και διλήμματα της παγκόσμιας αμερικανικής πολιτικής, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος  110, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.
[ix] Βλ. Syria: Obama authorizes boots on the ground to fight ISIS, Washington Post, 12-11-2015.
[x] Βλ. σχετικώς κατωτέρω υποσημείωση xiv.
[xi] Βλ. Barack Obama hands Afghanistan to his successor, Financial Times, 15-10-2015.
[xii] Χαρακτηριστικές οι απόψεις του Ρεπουμπλικανού πρώην υποψηφίου προέδρου των ΗΠΑ και νυν προέδρου της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας John McCain. Ο οποίος σε άρθρο του δημοσιευθέν στον ιστότοπο του CNN καλεί την αμερικανική κυβέρνηση να πλήξει «σημαντικούς συριακούς ηγετικούς και στρατιωτικούς στόχους» και εν ανάγκη «να καταστρέψει την επιχειρησιακή ικανότητα της αεροπορίας» του συριακού καθεστώτος. Βλ. McCain: U.S. must stop Putin in Syria, 13-10-2015
[xiii] Είναι ενδεικτικό των σχετικών προθέσεων του Αμερικανού Προέδρου ότι στην «Έκθεση εθνικής ασφαλείας», που τον περασμένο Φεβρουάριο υπέβαλε στο Κογκρέσο, επισημαίνει ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ απαιτούν “στρατηγική υπομονή και επιμονή». Βλ.σχετικώς Gregory Korte, Obama embraces doctrine of “strategic patience”, USA TODAY, 6-2-2015.
[xiv] Μολονότι οι διπλωματικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση του Συριακού ετέθησαν ευθύς εξ αρχής υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, κινητήριος δύναμή τους ήταν και παραμένει η Ουάσιγκτον. Και ενώ οι τριετείς αυτές διεθνείς διασκέψεις και διαπραγματεύσεις έδειχναν καταδικασμένες να σέρνονται, η σφαγή της 13ης Νοεμβρίου, σε συνδυασμό και με την κατάρριψη του ρωσικού επιβατικού αεροσκάφους, φαίνεται να τις αναζωογονεί, καθώς δύο ημέρες μετά το τρομοκρατικό κτύπημα στο Παρίσι οι Συνομιλίες της Βιέννης, πρωτοστατούντων των υπουργών εξωτερικών των ΗΠΑ και της Ρωσίας, υιοθέτησαν φιλόδοξο «οδικό χάρτη», προβλέποντα επίλυση του Συριακού εντός δεκαοκταμήνου· πλην όμως αποσιωπώντα το επίμαχο – και κρίσιμο - ζήτημα της πολιτικής τύχης και ρόλου του προέδρου Ασάντ.
[xv] Αρκετοί διεθνείς παρατηρητές ερμηνεύουν τη σιωπή της συμφωνίας της Βιέννης (ως άνω υποσημείωση xiii)  ως προς το πολιτικό μέλλον του προέδρου Ασάντ ως ένδειξη ευελιξίας θέσεων της Ουάσιγκτον και της Μόσχας. Βλ.West sees more hope of Syria political deal with Moscow, Financial Times, 22-11-2015. Ο ανταποκριτής μάλιστα του διεθνούς πρακτορείου Associated Press Bradley Klapper υποστηρίζει, με δόση ειρωνείας, ότι «είναι πιθανόν η προεδρία του Μπασάρ Ασάντ να διαρκέσει πέραν εκείνης του Ομπάμα». Βλ. He's not going anywhere, WORLD POST/AP, 23-11-2015.
[xvi] Βλ. After a U.S. Shift, Iran Has a Seat at Talks on War in Syria, New York Times, 28-10-2015.
[xvii] Ο γνωστός αρθρογράφος-αναλυτής Gideon Rachman χαρακτηρίζει «ολέθριο» τον τρόπο με τον οποίο «τα κράτη του Κόλπου και ειδικότερα η Σαουδική Αραβία έχουν χρησιμοποιήσει τις εισπράξεις από το πετρέλαιο για να διασπείρουν αδιάλλακτες μορφές του Ισλάμ στον λοιπό μουσουλμανικό κόσμο.» Βλ. Do Paris attacks highlight a clash of civilisations?,  Financial Times, 16-11-2015.
[xviii] Παρά τις δύσκολες διαπροσωπικές σχέσεις των κ.κ. Ομπάμα και Νετανιάχου (βλ. σχετικώς το λίαν ενδιαφέρον αναλυτικό άρθρο Scenes from a Marriage στην ιστοσελίδα The Huffington Post της 12-11- 2015), στις δηλώσεις του προς τον τύπο επ’ ευκαιρία συνάντησής του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος κατέβαλε εμφανή προσπάθεια για να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα και να προβάλει τις συγκλίσεις της υπερδύναμης με τον μεσανατολικό της σύμμαχο, ιδίως ως προς το επίμαχο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν· με τον κ. Νετανιάχου από την πλευρά του να επιβεβαιώνει την προσήλωσή του στην προωθούμενη από την Ουάσιγκτον λύση των δύο κρατών για το Παλαιστινιακό. Βλ. Barack Obama and Benjamin Netanyahu mend fences. POLITICO, 9-11-2015.
[xix] Για μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση της στάσης της Άγκυρας έναντι της Δαμασκού, βλ. Christopher Phillips, Into the Quagmire: Turkey’s Frustrated Syria Policy, Chatham House, Δεκέμβριος 2012. Στη μελέτη αυτή της έγκυρης βρετανικής δεξαμενής σκέψης επισημαίνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η Τουρκία έχει ήδη δεχθεί πλέον των 135,000 Σύρων προσφύγων…Περαιτέρω αποσύνθεση του συριακού κράτους θα μπορούσε να παράσχει εφαλτήριο για τους Τούρκους αυτονομιστές [separatists] και να επαπειλήσει την εδαφική ακεραιότητα της ίδιας της Τουρκίας….To AKP [Το κυβερνητικό «Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης»] ελπίζει, μετά την αραβική άνοιξη, να σταθεροποιήσει τη θέση της Τουρκίας ως ηγετικής περιφερειακής δύναμης με την υποστήριξη «μετριοπαθών» ισλαμιστών ….Πολλοί Τούρκοι σχολιαστές θεωρούν ότι το ΑΚΡ θα προτιμούσε να εκλεγεί στην εξουσία [στη Συρία] ένα μετριοπαθές Σουνιτικό κόμμα..»
[xx] Βλ. Turkey and EU seal deal on cutting migration flows into Europe, Financial Times, 29-11-2015. Επίσης:                             Brussels bows deeply to Erdogan to relieve migrant crisis, Financial Times, 22-11-2015. Συναφές ενδιαφέρον                           παρουσιάζει και η αυξημένη ανοχή που οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι επιδεικνύουν έναντι του αυταρχισμού του Τούρκου προέδρου στο εσωτερικό της χώρας του. Βλ. σχετικώς, EU weakens criticism of Erdoğan in return for refugee agreement, Today’s Zaman, 27-11-2015.
[xxi] Βλ. Obama, Turkey's Erdogan Confer on Downing of Russian Warplane, Voice of America, 24-11-2015. Παρά την  προφανή σοβαρότητα του επεισοδίου της κατάρριψης του ρωσικού αεροσκάφους και της έντασης μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας που επακολούθησε, όλα δείχνουν ότι αμφότερες οι άμεσα εμπλεκόμενες  πλευρές απεύχονται – και καταβάλλουν εμφανείς προσπάθειες για να αποφύγουν - μια στρατιωτική σύγκρουση στερούμενη στρατηγικής θεμελίωσης και επιζήμια και για τις δύο. Σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξή του για τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, ο Zbigniew Brzezinsk (γνωστή προσωπικότητα του αμερικανικού δημόσιου και ακαδημαϊκού βίου) τοποθετείται επί του συγκεκριμένου επεισοδίου ως ακολούθως: « Νομίζω ότι κανείς δεν  θεωρεί ότι η διένεξη αυτή αξίζει να κλιμακωθεί σε μείζονα σύγκρουση με πράγματι καταστρεπτικές συνέπειες… Ο Πούτιν ξεθύμανε κάπως, αλλά εν συνεχεία άρχισε να αναφέρεται στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι Τούρκοι απεδείχθησαν ανθεκτικοί και σκληροί, αλλά χωρίς να υπερβάλλουν τη διαμάχη…Ώστε στην πραγματικότητα αμφότερα τα μέρη τα εμπλεκόμενα στο εν εξελίξει αυτό δράμα απέβησαν λογικότερα.» Βλ. Once a Hawk, Brzezinski Sees Hope for U.S.-Russia Relations, Politico Magazine, 27-11-2015.
[xxii] Για τα γαλλικά επεμβατικά κίνητρα στη Συρία και προηγουμένως στη Λιβύη, βλ. Ian Black, France more active than rest of the west in tackling Syria, The Guardian, 14-11-2015, και Samuel Ramani, Why France is so deeply entangled in Syria, Washington Post, 19-11-15. Σε ό,τι αφορά στη βρετανική στάση έναντι του Συριακού ειδικότερα, βλ. Paul Rogers, The UK’s creeping intervention in Syria, Oxford Research Group, 16-9-2015. Η απροθυμία των Γερμανών να εμπλακούν στρατιωτικώς είναι πάγια και αντανακλά τον μεταπολεμικό ειρηνισμό της κοινής γνώμης και μεγάλου μέρους της πολιτικής της τάξης της χώρας. Για μια ενδιαφέρουσα γενική προσέγγιση του θέματος βλ. Enabling or evading? Germany in the Middle East, Eurasia Review (US) 16-1- 2015. Επίσης, Germany Reconsiders Military Intervention in Wake of Paris Attacks, Wall Street Journal, 16-11-2015.
[xxiii] Βλ. Gideon Rachman, The end of the Merkel era. As the placid surface of German society is disturbed, the positives of immigration are hard to see, Financial Times, 26-10-2015. Επίσης, Σε αμφισβήτηση η Ζώνη Σένγκεν στην Ε.Ε., Η Καθημερινή, 3-9-2015.
[xxiv] Βλ. ΙSIS as Revolutionary State. New Twist on an Old Story, By Stephen M. Walt, Foreign Affairs, τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2015. Ο συγγραφέας, καθηγητής πανεπιστημίου και εκ των εξεχόντων εκπροσώπων της «ρεαλιστικής» σχολής  διεθνών σχέσεων, είναι της άποψης ότι ο Ισλαμικός Στρατός δεν είναι παρά «μια μικρή και στερούμενη επαρκών πόρων επαναστατική κίνηση, πολύ αδύνατη για να αποτελέσει σημαντική απειλή ασφαλείας, παρά μόνο για  τους υπό τον έλεγχό της ατυχείς ανθρώπους». Και τονίζει ότι «δεν συνιστά απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα κάθε ξένη τραγωδία, και ούτε κάθε πρόβλημα πρέπει να λύνεται από την αμερικανική ισχύ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου