24/8/15

ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Γράφει ο Γ.Ε.Σέκερης

Με αφορμή το ενδεχόμενο της εξόδου της χώρας μας από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της ΕΕ -  το διεθνώς πλέον γνωστό «Γκρέξιτ» – το μέλλον της κοινοτικής Ευρώπης τίθεται για πολλοστή φορά υπό πολλαπλή αμφισβήτηση. Τα αίτια όμως και το διακύβευμα της νέας, υπαρξιακής αυτής δοκιμασίας του εξηκονταπενταετούς ευρωενωσιακού εγχειρήματος εξικνούνται πολύ πέραν των περιορισμένων διαστάσεων του «ελληνικού προβλήματος». [i]

Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση της τελευταίας οκταετίας – της οποίας η ελληνική αποτελεί απλώς την πιο πρόσφατη και οξύτερη εκδήλωση – έφερε εμφανέστερα στο φως την αντίφαση μεταξύ, αφ’ ενός, της προσπάθειας συσσωμάτωσης των ανόμοιων ευρωκοινοτικών οικονομιών και, αφ’ ετέρου, της ανυπαρξίας των κατάλληλων προς τούτο πολιτικών θεσμών. Χαρακτηριστική εν προκειμένω η διαπίστωση του υπουργού οικονομικών της Ιταλίας κ. Παντοάν ότι «για να υπάρξει μια ολοκληρωμένη οικονομική και νομισματική ένωση απαιτείται μια δημοσιονομική ένωση και μια αντίστοιχη δημοσιονομική πολιτική, ελεγχόμενη από ένα εκλεγμένο κοινοβούλιο[ii] Με τον Ιταλό αξιωματούχο να υπενθυμίζει έτσι τη στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ των οικονομικών και πολιτικών πτυχών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. [iii]
Οι μεταπολεμικοί πατέρες της ευρωπαϊκής ιδέας είχαν οραματισθεί την οικονομική συνεργασία ως πρώτο βήμα προς την ευρωπαϊκή ομοσπονδία, κρίνοντας - και όχι εσφαλμένως - ότι τα ιστορικά κράτη-έθνη της ηπείρου μας ευκολότερα θα θυσίαζαν κυριαρχικά δικαιώματα στον οικονομικό παρά στον πολιτικο-στρατιωτικό τομέα. Ωστόσο, η αισιόδοξη προσδοκία ότι θα εδρομολογούντο έτσι οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» διαψεύσθηκε πανηγυρικώς. Όχι μόνο οι Βρετανοί απέρριψαν αρχήθεν την φεντεραλιστική προοπτική, αλλά και η Γαλλία υπό τον ντε Γκωλ, επωφελούμενη και της βρετανικής αυτής αποστασιοποίησης από τα ευρωκοινοτικά δρώμενα, αλλά κυρίως της αποδυνάμωσης μιας ηττημένης και διαιρεμένης Γερμανίας, ετάχθη υπέρ μιας αρκετά ομιχλώδους «Ευρώπης των εθνών» - με μη αποκρυπτόμενο στόχο τη γαλλική πρωτοκαθεδρία. Και άρα, μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών λαών μόνοι τότε ειλικρινείς θιασώτες της ομοσπονδιακής ιδέας φάνηκαν να είναι οι Γερμανοί· στους οποίους η ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως άλλωστε και η ενεργός συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, προσέφερε τον ασφαλέστερο τρόπο επανένταξης στην οικογένεια των δυτικών λαών και ανάκτησης, εν καιρώ, του υπό ρωσική κατοχή ανατολικού τμήματος της χώρας τους. Εκ των πραγμάτων, όμως, η Γερμανία αναγκάσθηκε να συνταχθεί και αυτή με τις γαλλικές επιλογές, αποδεχόμενη το γαλλικό προβάδισμα και περιοριζόμενη στον ρόλο του «μικρότερου εταίρου» του «γαλλογερμανικού άξονα».
Υπό τις συνθήκες δε αυτές, αντί της εμβάθυνσης επελέγη, δίκην φυγής προς τα εμπρός, η διεύρυνση της Κοινοτικής Ευρώπης· τα κράτη μέλη της οποίας αυξήθηκαν από τα έξι του αρχικού πυρήνα στα σημερινά, πολύ πιο ανομοιογενή μάλιστα, είκοσι οκτώ - με αναπόφευκτη συνέπεια τη δυσχέρανση της ενδοκοινοτικής συνεργασίας. Και συγχρόνως προωθήθηκε η δημιουργία της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς· επιτυχώς δε, καθώς η τελευταία αυτή εξυπηρετεί, κατ’ αρχήν, τα εθνικά συμφέροντα και των πλέον επιφυλακτικών έναντι της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων εταίρων. Το επόμενο, όμως, και πολύ τολμηρότερο βήμα στον χώρο της οικονομικής σύμπραξης, ήτοι η σύσταση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, παραμένει εν πολλοίς μετέωρο – εν απουσία ενός πρόσφορου, κατ’ ανάγκην «ομοσπονδίζοντος», πολιτικού θεσμικού πλαισίου.
***
Προς αντιμετώπιση των κινδύνων που καταφανώς πλέον διατρέχει η ΟΝΕ, αλλά ενδεχομένως και το ευρύτερο ευρωενωσιακό εγχείρημα, ορισμένοι ευρωπαίοι ηγέτες, τόσο στις Βρυξέλλες, όσο και σε μερικές εθνικές πρωτεύουσες, επιχειρούν τώρα τη μερική αναβίωση του αρχικού ομοσπονδιακού οράματος. Επί παραδείγματι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ εισηγήθηκε τη σύσταση  ενός «ευρωστρατού»· [iv] από κοινού δε με άλλους τέσσερις προέδρους κοινοτικών θεσμών προτείνει τη δημιουργία ενός «υπουργείου οικονομικών της ευρωζώνης». [v] Ενώ προς την ίδια γενική κατεύθυνση φαίνεται να κινείται και ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ, προτείνοντας «μια κυβέρνηση της ζώνης ευρώ [με] συγκεκριμένο προϋπολογισμό και ένα κοινοβούλιο για να διασφαλισθεί ο δημοκρατικός του έλεγχος». [vi] Με την αρκετά γενικόλογη αυτή πρόταση να αναμένεται να συγκεκριμενοποιηθεί προσεχώς, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης ευρύτερης ενδοκοινοτικής διαπραγμάτευσης εξ αφορμής της επιδιωκόμενης από το Λονδίνο χαλάρωσης των δεσμών του με την ΕΕ. [vii]
Ωστόσο οι οιωνοί για μια επιστροφή «στις ρίζες» της κοινοτικής Ευρώπης κάθε άλλο παρά θετικοί εμφανίζονται. Ενδεικτικά εν προκειμένω προμηνύματα είναι, τόσο η σιωπή, όσο και οι έντονες επικρίσεις, που, κατά περίπτωση, ακολούθησαν τις πρωτοβουλίες Γιούνκερ και Ολάντ. [viii] Κατά τα λοιπά δε, η ομοσπονδιακής υφής συσσωμάτωση με δημοκρατικές διαδικασίες τόσων και τόσο διαφορετικών ιστορικών εθνών είναι χωρίς  ιστορικό προηγούμενο· και αποτελεί ένα λίαν δυσεπίτευκτο  – και υπό τις κρατούσες συνθήκες έως και ανέφικτο – στόχο. [ix] Η επίτευξη, εν πάση περιπτώσει, του οποίου θα προϋπέθετε ισχυρό κίνητρο και ισχυρή, ευρέως αποδεκτή ηγεσία: δύο προαπαιτούμενα που εν προκειμένω λάμπουν διά της απουσίας τους.
Εν πρώτοις, το γενικό πολιτικό κλίμα στον ευρωενωσιακό χώρο δεν ευνοεί τη σχετική προσπάθεια. Όπως καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, το ναυάγιο του «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» το 2005, η περιπετειώδης πορεία της Συνθήκης της Λισαβώνας του 2009, και η άνοδος των αντιευρωπαϊστών κατά τις περυσινές ευρωεκλογές, οι ευρωπαϊκοί λαοί, μακράν του να επιθυμούν «περισσότερη Ευρώπη», δείχνουν να διακατέχονται από έναν αύξοντα ευρωσκεπτικισμό. Ευεξήγητα άλλωστε φαινόμενο σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι Ευρωπαίοι δεν αντιμετωπίζουν πλέον υπαρξιακή απειλή, οία η σοβιετική διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου· χάρις δε στην επιτυχή ενσωμάτωση της Γερμανίας στη δυτική οικογένεια κρατών, οι προγενέστεροι φόβοι αναβίωσης του γερμανικού μιλιταρισμού έχουν πλέον διασκεδασθεί. Ενώ το όραμα μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης φορέα συλλογικής ισχύος και παρέμβασης στα παγκόσμια δρώμενα, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για μια συνεκτικότερη ευρωένωση, αφήνει το ευρύτερο κοινό αδιάφορο, βρίσκοντας ανταπόκριση μόνο σε περιορισμένους κύκλους πολιτικών και διανοουμένων,.
Αλλά η κοινοτική Ευρώπη πάσχει και από ηγετικό κενό. Ειδικότερα: η Γερμανία, το κατά πολύ δημογραφικά και οικονομικά ισχυρότερο μέλος της, ούτε αναγνωρίζεται από τους λοιπούς εταίρους ως ηγέτιδα δύναμη, ούτε δείχνει διάθεση να διεκδικήσει και επωμισθεί τον ρόλο αυτόν. [x] Μιμούμενη δε κατά τούτο τα λοιπά μεγάλα κοινοτικά κράτη, επανεθνικοποιεί την πολιτική της, απομακρυνόμενη όλο και περισσότερο από τον παλαιότερο φεντεραλισμό της.[xi] Συγχρόνως όμως, υπό την πίεση, μεταξύ άλλων, του ειρηνιστικού συνδρόμου της γερμανικής κοινής γνώμης, παραμένει, σε σύγκριση με τη Βρετανία και τη Γαλλία, στρατιωτικά ασθενής και άκρως απρόθυμη να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα για γεωπολιτικούς σκοπούς.
Και συνεπώς δεν είναι τυχαίο ότι, καθ’ όλες τις πρόσφατες διεθνείς κρίσεις – βορειοαφρικανικές, μεσανατολικές, ακόμη και ουκρανική – το Βερολίνο έχει ως επί το πολύ περιορισθεί σε ρόλο επικουρικό έναντι, όχι μόνο της Ουάσιγκτον, αλλά και του Παρισιού και του Λονδίνου. Ενώ, σε ό,τι αφορά στα ενδοκοινοτικά δρώμενα, τείνει συστηματικά να δώσει έμφαση στην οικονομική τους διάσταση εις βάρος της γεωπολιτικής. Η τάση δε αυτή εξηγεί εν πολλοίς και τους γερμανικούς χειρισμούς της ελληνικής κρίσης – καθώς  την εξ αφορμής της κρίσης αυτής σκλήρυνση της στάσης του Βερολίνου έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με τον κ. Σόιμπλε να προσάπτει στην τελευταία αυτή πολιτική πολυπραγμοσύνη επί ζημία του ρόλου της ως εγγυητή της τήρησης από τα κράτη μέλη των συμπεφωνημένων κανόνων οικονομικής ορθοδοξίας – και  να προωθεί την ιδέα θεσμοθέτησης μιας «ανεξάρτητης αρχής» ειδικώς επιφορτισμένης με τον ελεγκτικό αυτόν ρόλο. [xii] Πρόκειται για μια στενά οικονομική, σχεδόν οκονομίστικη αντίληψη· σε κάποιο βαθμό κατανοητή, και εν μέτρω ακόμη και χρήσιμη. Η οποία όμως, ωθούμενη στα άκρα, όπως επανειλημμένως συνέβη από γερμανικής πλευράς, δεν είναι συμβατή με την οικοδόμηση μιας γνήσιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας.
***
Το  ευρωενωσιακό όμως εγχείρημα δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί στο ορατό μέλλον. Εν πρώτοις, μολονότι η πραγματική έκταση της συμβολής του στη διασφάλιση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκή ειρήνης μπορεί να συζητηθεί,  αναγνωρίζεται γενικώς ότι συνιστά σημαντικό εμπόδιο στην αναβίωση των παραδοσιακών ανταγωνισμών και ζωνών επιρροής στην ήπειρό μας. Κατά δεύτερο λόγο, το υπό ευρεία έννοια οικονομικό σκέλος του, παρά τις ατέλειες και ανεπάρκειές του, εξυπηρετεί σημαντικά συμφέροντα του συνόλου των εντός και εκτός Ευρωζώνης εταίρων. Τέλος δε, μέσω των κοινοτικών θεσμών και διαύλων επιτυγχάνεται ένας στοιχειώδης, έστω, συντονισμός δράσεων, σε μια σειρά από άλλους, κοινού ενδιαφέροντος τομείς, όπως, επί παραδείγματι, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και το μεταναστευτικό.
Ωστόσο, το πιθανότερο υπό τις κρατούσες συνθήκες είναι η ουσιαστική  – σε αντιδιαστολή με την επικοινωνιακή – κινητικότητα της ΕΕ να περιορισθεί σε βήμα σημειωτόν· με τους ομοσπονδιακούς οραματισμούς να μένουν ανεκπλήρωτοι· και με την αμερικανική υπερδύναμη να παραμένει ο πραγματικός εγγυητής της ασφάλειάς των λόγω μεγέθους ευπρόσβλητων, σε ένα κόσμο αναδυόμενων γιγάντων, κοινοτικών χωρών.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην ΟΝΕ, οι γνώμες μεταξύ ειδικών για τη βιωσιμότητά της υπό τις υφιστάμενες θεσμικές συνθήκες είναι σαφώς διχασμένες. Παρά δε τον έντονο πολιτικό συμβολισμό του ευρώ για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ιδίως για τη γαλλική και τη γερμανική, εν απουσία – απίθανων αυτή τη στιγμή, όπως ήδη επισημάνθηκε - ριζοσπαστικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση, το μέλλον του κοινού νομίσματος θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται άδηλο.  
***
Μερικές τηλεγραφικές ακροτελεύτιες επισημάνσεις για τις ελληνοκοινοτικές σχέσεις:
Η Ελλάδα καλείται να χαράξει την ευρωπαϊκή της πολιτική με γνώμονα τον εθνικό ρεαλισμό και στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής.[xiii] Ιδεολογικές εξάψεις υπέρ ή κατά της ΕΕ είναι εκδήλωση στρατηγικής ένδειας και αποπροσανατολίζουν την ελληνική κοινή γνώμη – ζημιώνοντας συγχρόνως την εικόνα της χώρας και εκτός συνόρων. Ούτε η «Ενωμένη Ευρώπη»  των ονείρων μας, αλλά ούτε και το απειλητικό έκτρωμα που επισείουν οι εκ συστήματος αντιευρωπαϊστές, ανταποκρίνεται στην ευρωκοινοτική πραγματικότητα – και συνεπώς η ανάδειξή τους σε ιδεολογική σημαία είναι τουλάχιστον αντιπαραγωγική και συχνά εκ του πονηρού.
Ο Δυτικός προσανατολισμός της χώρας μας είναι ιστορικά δικαιωμένος, η δε ευρωενωσιακή επιλογή αποτελεί σήμερα μία μείζονα διάστασή του. Και η Ελλάδα έχει πολύ ισχυρούς λόγους - οικονομικούς, αλλά επίσης και κυρίως γεωπολιτικούς - να είναι κατά το δυνατόν παρούσα στον πυρήνα των κοινοτικών θεσμών και στο επίκεντρο των ευρωενωσιακών δρωμένων. Οι συναφείς όμως αποφάσεις μας πρέπει να λαμβάνονται ψυχραίμως, μετά προσεκτική στάθμιση του εκάστοτε ελληνικού διακυβεύματος, και υπό το φως των, καθώς ανωτέρω τονίσθηκε, εν πολλοίς απρόβλεπτων εξελίξεων στους κόλπους της ίδιας της Κοινοτικής Ευρώπης.
Ο εγκλωβισμός, ειδικότερα, του εκλογικού σώματος στη στείρα αντιπαράθεση περί τα «μνημόνια» μόνο τις αμαρτωλές κομματικές εκλογικές σκοπιμότητες – και κυβιστήσεις – έχει εξυπηρετήσει και συνεχίζει να εξυπηρετεί. Οι κύριες ευθύνες για το σημερινό μας κατάντημα, και όχι μόνο το οικονομικό, βαρύνουν κατά πρώτιστο λόγο εμάς του ίδιους: Ασυγγνώστως, το πολιτικό μας προσωπικό διασπάθισε επί δεκαετίες τεράστιους, δανειακής κυρίως προέλευσης, πόρους προς πάχυνση του παμφάγου πελατειακού κράτους. Η ανασύνταξη της οικονομίας μας είναι επομένως ζωτικής πλέον σημασίας εθνικός στόχος· ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί ασχέτως ξένων υποδείξεων και επί τη βάσει ενός γνησίως εθνικού σχεδίου. Με την παραμονή μας στην Ευρωζώνη να αποτελεί αυταπόδεικτα κρίσιμη παράμετρο της επιδίωξης αυτής. Μια σοβαρή όμως χώρα φροντίζει να διαθέτει και εναλλακτικές λύσεις, αν μη τι άλλο για διαπραγματευτικούς λόγους· έστω και αν ζωηρώς απεύχεται την υιοθέτησή τους. 



[i] Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το επόμενο τεύχος των «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).
[ii] Βλ. John Thornhill, European federalism is not dead yet, Financial Times, 3-8-2015.
[iii] Ταυτόσημες απόψες εκφράζου επίσης, σε κοινό άρθρο τους οι υφυπουργοί ευρωπαϊκών υποθέσεων της Γαλλίας και Ιταλίας. Βλ. Harlem Desir και  Sandro Gozi, L’euro n’est pas une question monétaire mais politique, Le Monde, 31-7-2015.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς και άρθρο ανωτάτου στελέχους του Brookings Institution, στο οποίο επισημαίνεται ότι «η νομισματική ένωση και το ευρώ έφεραν περισσότερο πλούτο…αλλά δεδομένου του ατελούς συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ, εκθέτουν επίσης τα δημόσια οικονομικά στις διακυμάνσεις της αγοράς, παρεμποδίζουν την οικονομική ανάκαμψη, και παροξύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.» Βλ. Constanze Stelzenmueller, Berlin must lead Europe towards closer union, Financial Times, 10-8-2015.
[iv] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Ευρωστρατός: Προτάσεις και Προοπτικές, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 111, Ιανουαρίου – Μαρτίου 2015.
[v] Πρόκειται για τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Eurogroup, της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, και του Ευρωκοινοβουλίου. Βλ. Five Presidents' Report sets out plan for strengthening Europe's Economic and Monetary Union, European Commission Press release, 22-6-2015.
[vi] Hollande calls for the creation of a euro zone government, Reuters, 19-7-2015. Βλ. επίσης, David Chazan, Francois Hollande calls for eurozone government,  The Telegraph 19-7-2015
[vii] Σύμφωνα με συνεργάτη του, ο κ. Ολάντ έχει κατά νουν στους νέους αυτούς θεσμούς να ενταχθούν  σε μία πρώτη φάση μόνο οι έξι χώρες του αρχικού κοινοτικού πυρήνα συν την Ισπανία. Βλ. σχετικώς Γαλλικό πλάνο για Ευρωζώνη δύο ταχυτήτων, Καθημερινή, 28-7-2015. Για τη βρετανική επιδίωξη μερικής επαναδιαπραγμάτευσης των βρετανοκοινοτικών σχέσεων, βλ. μεταξύ άλλων Cameron to demand opt-out of EU employment laws media, Reuters, 22-7-2015 και Cameron to demand new opt-out from EU job laws The Times, 11-8-2015. Είναι ενδεικτικό των συνεχιζόμενων αντιφάσεων στους κόλπους της ΕΕ ότι, εν προκειμένω, ο Γάλλος πρόεδρος και ο Βρετανός πρωθυπουργός κινούνται προς εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις.
[viii] Για τις προοπτικές του «ευρωστρατού» βλ. ρεαλιστικές εκτιμήσεις του καθηγητού του Kings College του Λονδίνου Anand Menon DEBATE ON EU ARMY: Why Jean-Claude Juncker's proposal is empty talk, Eutopia Magazine, http://www.eutopiamagazine.eu/en/anand-menon/speakers-corner/debate-eu-army-why-jean-claude-junckers-proposal-empty-talk?pure=true&print=true#sthash.4uMYMtkT.dpuf. Για τις πρώτες αρνητικές αντιδράσεις στις προτάσεις Ολάντ, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του πρώην προέδρου της Γαλλίας, νυν επικεφαλής του δεύτερου σε μέγεθος πολιτικού κόμματος της χώρας, και κατά πάσαν αυτή τη στιγμή βεβαιότητα υποψηφίου κατά τις προεδρικές εκλογές του 2017 κ. Σαρκοζί, βλ. τις δύο ανταποκρίσεις στην ως άνω υποσημείωση v.
[ix] Βλ. ενδιαφέρουσα σχετική αναφορά στο προαναφερθέν άρθρο του Thornhill (υποσημείωση i).
[x] Αναφερόμενος στον ευρωενωσιακό ρόλο της Γερμανίας, ο Economist διαπιστώνει ότι «δεν υπάρχει κρίση στην Ευρώπη που μπορεί να διευθετηθεί χωρίς τη Γερμανία», προσθέτοντας ότι «καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να διανοηθεί να επιβάλει λύσεις, αλλά ούτε και θα επιτρέψει η Ευρώπη στη Γερμανία να το πράξει.» Βλ. Post-post-nationalist Germany, στο φύλλο της 8ης Αυγούστου 2015 του έγκριτου περιοδικού,
[xi]Ο Joschka Fischer, υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας μεταξύ του 1998 και του 2005, εκφράζει την απογοήτευσή του διότι «εφεξής η Γερμανία θα επιδιώκει κατά κύριο λόγο την ικανοποίηση των εθνικών της συμφερόντων, όπως όλοι οι άλλοι». Βλ άρθρο Economist στην ως άνω υποσημείωση viii.
[xii] Βλ. Werner Mussler, Schäuble will EU-Kommission entmachten, Frankfurter Allgemeine Zeitung,  29.07.2015, όπου ο ανταποκριτής της έγκριτης γερμανικής εφημερίδας αναφέρει ότι «ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομικών Wolfgang Schäuble (CDU), δεδομένων των παρατεινόμενων αμφισβητήσεων αρμοδιοτήτων μεταξύ των πιστωτών της Ελλάδας, ζητεί όπως οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε ορισμένους μεν τομείς περιορισθούν, συνολικώς δε αναδιαρθρωθούν. Κατά πληροφορίες της Frankfurter Allgemeinen Zeitung, ο Schäuble επιδιώκει όπως η αρχική λειτουργία των αρχών των Βρυξελλών ως υποτιθέμενων προστατών των Συνθηκών της ΕΕ διαχωρισθεί θεσμικά από τις συνεχώς ενισχυόμενες πολιτικές δραστηριότητές τους.» Ειδικότερα δε ως προς τις αρμοδιότητες που έχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, ως προστάτης της ανταγωνιστικότητας και ως επιτηρητής της τήρησης των κανόνων της Κοινής Αγοράς», ο ανταποκριτής προσθέτει:  Ο Schäuble σκέπτεται να εκχωρηθούν οι λειτουργίες αυτές σε πολιτικώς ανεξάρτητες αρχές κατά το πρότυπο του [γερμανικού] Bundeskartellamt, και έτσι να αφαιρεθούν από την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Ο Ολλανδός υπουργός οικονομικών Jeroen Dijsselbloem θέλει να καταστήσει το θέμα κεντρικό κατά την ολλανδική προεδρία του Eurogroup το πρώτο ήμισυ του 2016.» Βλ. επίσης στο Βήμα της !4ης Αυγούστου 2015, υπό τον τίτλο Bundesbank: Ανεξάρτητη Αρχή για δημοσιονομική εποπτεία στο ευρώ, τα ακόλουθα σχετικά: «Ο πρόεδρος της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας (Bundesbank) Γενς Βάιντμαν καλεί στη δημιουργία ανεξάρτητης Αρχής που θα αναλάβει τον έλεγχο της τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων και της σταθερότητας στην Ευρώπη, τον οποίο ασκεί έως τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή…Το άρθρο αυτό δημοσιεύεται μερικές εβδομάδες αφού ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μίλησε για το ενδεχόμενο να μεταβιβασθούν σε ανεξάρτητες αρχές ορισμένοι ρόλοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.»
[xiii] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Εθνική Στρατηγική: η Μεγάλη Απούσα, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 112, Απριλίου - Ιουνίου 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου