8/6/15

ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΥΣΑ

Συντάκτης Γ.Ε.Σέκερης

Στο πολιτικό βίο, όπως και στην ιδιωτική ζωή, η προσοχή είναι συνήθως εστραμμένη προς τις ελλείψεις. Και άρα δεν εκπλήσσει ότι ο όρος εθνική στρατηγική επανέρχεται συνεχώς στον δημόσιο διάλογο· χωρίς ωστόσο να κατανοείται πάντοτε το πραγματικό του περιεχόμενο. [i]

Κατά τα λοιπά, η ορθώς νοούμενη εθνική στρατηγική αποτελεί όντως μείζον ζητούμενο· η δε ανυπαρξία της εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σύγχυση που περιβάλλει, τόσο  τους στόχους μας στον διεθνή χώρο, όσο και τα μέσα επίτευξής τους. Με ουκ ολίγους, επί παραδείγματι, συμπολίτες μας να ευαγγελίζονται μια νεφελώδη «αδέσμευτη εξωτερική πολιτική» – αποκλείοντας κατ’ ουσίαν την υιοθέτηση σταθερών διεθνών προσανατολισμών και αμφισβητώντας τον δεσμευτικό χαρακτήρα των εκάστοτε αναλαμβανόμενων διεθνών υποχρεώσεων· ή να δογματίζουν αορίστως υπέρ μιας «σκληρής», ή «ήπιας», στάσης, ανάλογα με τις ιδεολογικές ή ιδιοσυγκρασιακές προτιμήσεις τους. Και με τις εξωπραγματικές αυτές απόψεις, όχι μόνο να αποπροσανατολίζουν την Κοινή Γνώμη, αλλά, στο μέτρο που υιοθετούνται από τους ιθύνοντες, να οδηγούν και σε επιζήμιους κυβερνητικούς χειρισμούς.
***
Δικαιολογείται, επομένως, η επισήμανση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων για την επιτυχή δραστηριοποίηση της ελληνικής πολιτείας στον παγκόσμιο στίβο· μεταξύ των οποίων καθοριστικής σημασίας είναι η χάραξη της εξωτερικής μας πολιτικής με κύριο γνώμονα τα εθνικά μας συμφέροντα. Παγκόσμιο κρατικό σχήμα, ούτε υφίσταται, ούτε κυοφορείται· ενώ οι ποικίλοι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους ανήκουμε ή ενδεχομένως θα ενταχθούμε μελλοντικώς, εξυπηρετούν, δεν υποκαθιστούν, τα συμφέροντα αυτά. Στο σημείο δε αυτό ας μου επιτραπεί να παρεμβάλω τις ακόλουθες συναφείς διαπιστώσεις από παλαιότερο βιβλίο μου. [ii]
Αυταπόδεικτο χρέος της εκάστοτε ελληνικής ηγεσίας στην παγκόσμια κονίστρα είναι η στήριξή του εθνικού μας συμφέροντος. Τα οποιασδήποτε απόχρωσης «ιδεολογήματα» - είτε εκφράζουν αντιαμερικανικά απωθημένα, είτε άκριτη προσκόλληση σε μια ουτοπική έκδοση της «νέας τάξης», είτε ευρωενωσιακές φαντασιώσεις, είτε θρησκευτικούς φονταμενταλισμός – ασφαλώς θεμιτά και ενδεχομένως και γόνιμα ως έναυσμα για δημιουργικό στοχασμό στον πανεπιστημιακό, στον δημοσιογραφικό, και στον ευρύτερο ιδιωτικό χώρο, σύγχυση μόνο και αποπροσανατολισμό προκαλούν, όταν τα εγκολπώνονται οι υπεύθυνοι διαχειριστές των εξωτερικών σχέσεων της χώρας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το ελληνικό εθνικό συμφέρον ….περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
·      Την κατοχύρωση της ασφάλειας της ελλαδικής επικράτειας.
·      Την προστασία των εκτός ελληνικών συνόρων συμπαγών ελληνικών πληθυσμών της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου και τη στήριξη του Απόδημου Ελληνισμού.
·      Την προστασία και προαγωγή των βασικών αξιών και θεσμών του ελληνικού έθνους και κράτους.
·      Τη διασφάλιση της ευημερίας του ελληνικού λαού.
·      Και την προβολή της εθνικής μας επιρροής – πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής, στρατιωτικής – στον διεθνή χώρο.
***
Για να μην παραμένουν όμως τα εθνικά συμφέροντα απλές θεωρητικές διακηρύξεις, με κίνδυνο μάλιστα να εκφυλίζονται σε δημαγωγική συνθηματολογία, επιβάλλεται: πρώτον, να συγκεκριμενοποιούνται υπό το φως του μεταβαλλόμενου εσωτερικού και διεθνούς περιβάλλοντος· κατά δεύτερο λόγο, να ιεραρχούνται με διττό κριτήριο τη σημασία τους και τη χρονική τους προτεραιότητα· και, τέλος, να στηρίζονται με επαρκή μέσα. Πρόκειται ακριβώς για το έργο μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής· η απουσία της οποίας συνεπάγεται βαρύτατο εθνικό κόστος – όπως καταδεικνύουν και τα ακόλουθα χαρακτηριστικά μεν, αλλά ασφαλώς όχι μοναδικά, παραδείγματα:
Σε ό,τι αφορά στο Κυπριακό, η επίκληση της «εφαρμογής των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και των αποφάσεων του ΟΗΕ» χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα ως άλλοθι για ένα κραυγαλέο στρατηγικό κενό. Ενώ προσχηματικό είναι και το ακατανόητο δόγμα «η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα  συμπαρίσταται». Όπερ σημαίνει ότι το εθνικό κέντρο, αντί να ηγείται, ρυμουλκείται. Με τις εκάστοτε όμως ελληνικές ηγεσίες να αποφεύγουν έτσι να απαντήσουν σε καίρια, πλην όμως άβολα, ερωτήματα και διλήμματα. Και πιο συγκεκριμένα:
Βλέπουμε τον κυπριακό ελληνισμό ως αναπόσπαστο μέλος του εθνικού σώματος και εν δυνάμει προέκταση της γεωπολιτικής επιρροής της ελληνικής επικράτειας στην Ανατολική Μεσόγειο; Εάν ναι, οι προσπάθειές μας πρέπει να αποσκοπούν στην προοδευτική ενσωμάτωσή του στην μητέρα πατρίδα - με αναπόφευκτο δυστυχώς τίμημα την οριστικοποίηση της απώλειας του  κύριου όγκου των κατεχομένων. Ή αντιμετωπίζουμε το Κυπριακό απλώς ως ζήτημα προστασίας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» των δύο κοινοτήτων; Οπότε εκ των πραγμάτων οδηγούμεθα σε λύσεις τύπου Ανάν – με την αποκοπή και προϊούσα αποξένωση των Ελληνοκυπρίων από την Ελλάδα και την ενίσχυση της τουρκικής στρατηγικής και γεωπολιτικής επιρροής που εκ των πραγμάτων συνεπάγονται. Ενώ χάριν της πληρότητας των στρατηγικών μας σχεδιασμών, θα έπρεπε να τεθούν υπό τη βάσανο της ορθολογικής αξιολόγησης και οι ευκόλως εκτοξευόμενες εισηγήσεις υπέρ της ανακατάληψης των κατεχομένων με στρατιωτικά μέσα.
Εν απουσία σαφών και έγκαιρων στρατηγικών σχεδιασμών και αποφάσεων, το Κυπριακό θα συνεχίσει δυστυχώς να κατατρύχεται, κατά έναν προσφυή χαρακτηρισμό, από «χαμένες ευκαιρίες» - και τα συναφή ασύγγνωστα σφάλματα.
Στα Βαλκάνια, μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, προσφέρθηκε στην Ελλάδα ιστορική ευκαιρία να αναδειχθεί σε ηγέτιδα περιφερειακή δύναμη. Ήμαστε τότε το μόνο κράτος που συνδύαζε τις ιδιότητες του μέλους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενώ συγχρόνως διέθετε σαφές οικονομικό προβάδισμα έναντι όλων των γειτόνων του – των Τούρκων συμπεριλαμβανομένων – και επαρκή αποτρεπτική στρατιωτική ισχύ. Ωστόσο, λόγω στρατηγικής τύφλωσης, είδαμε το δέντρο και όχι το δάσος - με επακόλουθο την περιθωριοποίησή μας. Οι κυβερνώντες μας, υπείκοντες σε κίνητρα εσωτερικής κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς, σκοπιμότητας, διασπάθισαν τις διπλωματικές μας δυνάμεις σε μια άγονη διένεξη περί την ονομασία του σκοπιανού κρατιδίου· απορρίπτοντας μεταξύ άλλων το «πακέτο Πινέιρο» - το οποίο, σημειωτέον, σήμερα, είκοσι τρία χρόνια αργότερα, με την «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (τραγελαφική ονοματολογική εφεύρεση και αυτή – και εν πάση περιπτώσει περιλαμβάνουσα την απευκταία, υποτίθεται, λέξη Μακεδονία) αναγνωρισμένη πλέον ως σκέτη Δημοκρατία της Μακεδονίας από όλες τις μεγάλες δυνάμεις Ανατολής και Δύσης, καθώς και από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της διεθνούς κοινότητας, πολλοί αναπολούν. Ενώ η αδυναμία και αστάθεια των Σκοπίων, σε συνδυασμό με τις ευρύτερες – και καθ’ όλα προβλέψιμες – βαλκανικές διεργασίες, και ειδικότερα με την απειλή διαμελισμού του κρατιδίου επ’ ωφελεία, κυρίως, μιας «Μεγάλης Αλβανίας» και μιας «Μεγάλης Βουλγαρίας», θέτουν την ελληνική ηγεσία προ κρίσιμων και  ακανθωδών διλημμάτων.
Η στρατηγική μας, όμως, ένδεια υπονομεύει και τον Δυτικό προσανατολισμό της χώρας - μια ιστορική επιλογή των θεμελιωτών του νεότερου ελληνικού κράτους, η ορθότητα της οποίας επανειλημμένως επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων· αλλά η οποία σήμερα δοκιμάζεται συνεπεία της εν πολλοίς συγκεχυμένης ή και ασυνάρτητης αντιμετώπισης από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις των δύο πυλώνων του Δυτικού συστήματος που είναι το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τον αντιφατικό χειρισμό των νατοϊκών βάσεων στη χώρα μας· τις σκιαμαχίες περί τα «Μνημόνια»· τον συχνά άνωθεν ενθαρρυνόμενο αντιαμερικανισμό και  γερμανοφοβία· και τη διακίνηση εξωπραγματικών προσδοκιών για καθοριστικής σημασίας στήριξη της χώρας μας από ανταγωνιστικά του Δυτικού κόσμου κράτη όπως η Ρωσία και η Κίνα, και, συνακόλουθα, και επικίνδυνων φαντασιώσεων για «εναλλαγή συμμαχιών».   
***
Επιβάλλεται επομένως οι εκάστοτε κυβερνώντες να είναι σε θέση να συγκεκριμενοποιούν, ιεραρχούν, και στηρίζουν τους εκάστοτε εθνικούς μας στόχους σε συνάρτηση με το μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον και τη διαθέσιμη εθνική ισχύ - στρατιωτική, διπλωματική, οικονομική, και πολιτισμική. Εν προκειμένω δε ο ρόλος του πρωθυπουργού είναι καθοριστικός και αναντικατάστατος. Φέρει την πρωταρχική ευθύνη για την εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας· και κανένα οργανωτικό σχήμα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική του συμβολή: τις γνώσεις του, τις εμπειρίες του, τη διαίσθησή του, την ευθυκρισία του, την αποφασιστικότητά του, και γενικότερα τις ικανότητές του. Επίσης αναγκαίο, όμως, είναι, κατά την άσκηση των καθηκόντων του να συνεπικουρείται αποτελεσματικά από τους αρμόδιους για τις εξωτερικής σχέσεις, την άμυνα, και την ασφάλεια κρατικούς φορείς.
Μακρά ωστόσο εμπειρία καταδεικνύει ότι οι εν λόγω φορείς αδυνατούν να συνεργασθούν αρμονικά μεταξύ τους και να συντονίσουν τις εισηγήσεις τους προς το πρωθυπουργικό γραφείο. Δεδομένης δε της διαχρονικής αυτής δυσλειτουργίας του ελληνικού κυβερνητικού συστήματος, χρήσιμη θα ήταν η,  κατ’ έμπνευση από πολλά επιτυχημένα ξένα πρότυπα, θεσμοθέτηση ενός συμβουλευτικού οργάνου παρά τω πρωθυπουργώ – θα μπορούσε να αποκληθεί Συμβούλιο Εθνικής Στρατηγικής, αλλά η ονομασία του ελάχιστη έχει σημασία· συγκροτούμενου από μία ολιγομελή επιτελική γραμματεία και από εκπροσώπους των υπουργείων εξωτερικών και εθνικής άμυνας, των υπουργείων και υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών, και, κατά περίπτωση, των οικονομικών υπουργείων· και επιφορτισμένου με την επί συνεχούς βάσεως ενημέρωση του πρωθυπουργού επί θεμάτων εθνικής στρατηγικής και την υποβολή εισηγήσεων για τον χειρισμό τους. (Το ΚΥΣΕΑ, συσταθέν, υποτίθεται, με παρεμφερές σκεπτικό, έχει στην πράξη εκφυλισθεί σε μέσο επισημοποίησης ειλημμένων αποφάσεων, αφορωσών κυρίως στη σύνθεση της ηγεσίας και στις προμήθειες των ενόπλων δυνάμεων.) Ας προστεθεί δε ότι η ανυπαρξία ενός τέτοιου φορέα έχει καταστεί οδυνηρά αισθητή επ’ ευκαιρία οξειών κρίσεων, όπως – για να περιορισθούμε σε μερικές σχετικά πρόσφατες - εκείνες των Ιμίων, του Οτσαλάν, και των S-300.
Σημειωτέον ότι πηγή σύγχυσης, ή και παρερμηνειών, ως προς τη χάραξη της εθνικής στρατηγικής αποδεικνύεται ενίοτε ο εικαζόμενος ρόλος της αντιπολίτευσης. Η εκ του Συντάγματος κατανομή αρμοδιοτήτων εν προκειμένω είναι βέβαια σαφής. Οι σχετικές αποφάσεις – και οι συνακόλουθες ευθύνες – βαρύνουν κυριότατα την εκάστοτε κυβέρνηση. Από την άλλη, όμως, προφανής είναι και η σκοπιμότητα η αντιπολίτευση να τηρείται ενήμερη των κυβερνητικών σχεδιασμών και προθέσεων, αλλά και να έχει τη δυνατότητα να συμβάλει με πληροφορίες και εισηγήσεις στη διαμόρφωσή τους. Τόσω μάλλον καθ’ όσον η ευρεία εθνική συναίνεση, όχι μόνο διευκολύνει την προώθηση των κυβερνητικών επιλογών στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και ενισχύει το κύρος των θέσεών μας εκτός συνόρων. Κατάλληλοι δε θεσμικοί δίαυλοι για την επίτευξή της συναίνεσης αυτής υπάρχουν: Είναι η Βουλή και οι αρμόδιες επιτροπές της και ειδικότερα η Διαρκής Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας· και το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής. Και είναι λυπηρό ότι «η πολιτική μας κουλτούρα» - ήτοι ο ακατάσχετος κομματισμός – δυσχεραίνει τα μέγιστα την αξιοποίησή τους.
***
Μια ακροτελεύτια επισήμανση: Η έγκαιρη στρατηγική διορατικότητα είναι κρισιμότερης σημασίας για τα μικρότερα κράτη, παρά για τις διαθέτουσες πολύ ευρύτερα περιθώρια αντοχής σε στρατηγικά σφάλματα μεγάλες δυνάμεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επί παραδείγματι, ξεπέρασαν με σχετική ευκολία και ουσιαστικά αλώβητες τα όποια λάθη διέπραξαν στο Βιετνάμ. Πιθανότατα δε το ίδιο θα συμβεί και με τους χειρισμούς των στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ασθενέστερες όμως χώρες, όπως η δική μας, καταβάλλουν πολύ βαρύτερο τίμημα για τις στρατηγικές τους αστοχίες. Και μόνο η καταστροφική πορεία του Κυπριακού αρκεί για να αντιληφθούμε τους  κινδύνους που διατρέχουμε συμπεριφερόμενοι ως Επιμηθείς. Καιρός είναι να θυμηθούμε ότι στην ελληνική παράδοση υπάρχει – έστω και ως δυσπρόσιτο ιδεώδες – και ο Προμηθεύς.



[i] Το παρόν κείμενο είναι προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος των «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.
[ii] Η Ελλάδα στη ‘Νέα Τάξη’, Εκδόσεις Παπαζήση, 2004. Εξαντλημένο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου