4/12/14

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Συντάκτης Γ.Ε. Σέκερης

Σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και του διπολισμού, ο χαρακτηρισμός των Ηνωμένων Πολιτειών ως «του απαραίτητου έθνους» από την υπουργό εξωτερικών της κυβέρνησης Κλίντον κυρία Όλμπραιτ διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά του · υιοθετούμενος εκθύμως και από τον σημερινό Αμερικανό πρόεδρο - [i]  και όχι αδικαιολόγητα. Διότι, ενώ οι αναδυόμενες στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή νέες και οι επανεμφανιζόμενες παλαιότερες μεγάλες δυνάμεις δεν  διαθέτουν, επί του παρόντος τουλάχιστον, ειμή μόνο περιφερειακή κατ’ ουσίαν εμβέλεια, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη δύναμη με  πράγματι πλανητική επεμβατική ικανότητα. [ii] Μάλιστα δε, χάρις στον αποτρεπτικό ρόλο της σκληρής και ήπιας ισχύος τους, αλλά και στις οξείες και εν πολλοίς αγεφύρωτες αντιθέσεις μεταξύ των ενδεχόμενων αντιπάλων τους, ελάχιστο διατρέχουν αυτή τη στιγμή κίνδυνο εμπλοκής σε γενικό πόλεμο· [iii] Από την άλλη, όμως, με την  ανάδειξη των περιφερειακών κρίσεων σε χαρακτηριστικό γνώρισμα του υπό διαμόρφωση γεωπολιτικού τοπίου, η Ουάσιγκτον οδηγείται εκ των πραγμάτων σε ευρύτατου γεωγραφικού φάσματος επεμβάσεις – άμεσες ή έμμεσες· διπλωματικές, οικονομικές, ή και στρατιωτικές· μονομερείς ή από κοινού με άλλους  -  για να διασφαλίζει, πέραν των στενά αμερικανικών, και τα κοινά με συμμάχους και στρατηγικούς της εταίρους συμφέροντα. [iv]  Και ως εκ τούτου αντιμετωπίζει πολύπλοκες κατά κανόνα τοπικές πραγματικότητες, συχνά συνεπαγόμενες οδυνηρά διλήμματα στρατηγικών επιλογών - και σε αρκετές περιπτώσεις γενεσιουργούς αντιπαραθέσεων και εντάσεων με ισχυρές περιφερειακές πρωτεύουσες.
Στη διαχείριση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής η προσωπικότητα των ενοίκων του Λευκού Οίκου αναπόφευκτα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Πατήρ Μπους, Μπιλ Κλίντον, Μπους ο νεότερος, και Μπαράκ Ομπάμα έχουν εμφανώς εναποθέσει στις εκάστοτε σχετικές επιλογές την προσωπική τους σφραγίδα: κλασικού ρεαλισμού ο πρώτος, ψυχρού, ευέλικτου οπορτουνισμού ο δεύτερος, και συχνά απλουστευτικού ιδεαλισμού ο τρίτος· με τον τέταρτο να χαρακτηρίζεται από ένα συνδυασμό υψηλόφρονος «ακαδημαϊκής» ρητορικής, μετριοπάθειας, αλλά υπό πίεση  και ωμού πραγματισμού. Σε τελευταία όμως ανάλυση, ο καθοριστικός παράγων κατά τη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων είναι το μετεξελισσόμενο διεθνές και εσωτερικό περιβάλλον. Ανάγκα και θεοί – πόσω μάλλον πρόεδροι – πείθονται.
Η επανεκκίνηση, η τεταμένη χειρ και η στροφή προς Ασία.
Η προεδρία Ομπάμα εγκαινιάσθηκε υπό τον αστερισμό της επιδίωξης βελτιωμένων σχέσεων  με τη Ρωσία και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Βλέποντας την Κίνα ως τον μόνο ενδεχόμενο επικίνδυνο  αντίπαλο των ΗΠΑ στο ορατό μέλλον, η αμερικανική ηγεσία επιχείρησε να διαμορφώσει στον ευρωπαϊκό και στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο συνθήκες ευνοούσες την μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής της προς Άπω Ανατολή. [v] Η στρατηγική όμως αυτή στροφή  προσέκρουσε αρχήθεν σε μείζονα εμπόδια:
Πέντε χρόνια μετά τις προσωπικές προσπάθειες του προέδρου  Ομπάμα και της τότε επί των εξωτερικών υπουργού του κυρίας Κλίντον να «επανεκκινήσουν» τις πληγείσες από την κρίση της Γεωργίας ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, οι τελευταίες αυτές κλυδωνίζονται από την αντιπαράθεση περί το Ουκρανικό. [vi] Ενώ, το θεαματικό άνοιγμα προς τον μουσουλμανικό κόσμο, το οποίο ο κ. Ομπάμα επιχείρησε  από το Κάιρο λίγους μόλις μήνες μετά την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων του, [vii] ακολούθησαν ο εκτροχιασμός της «Αραβικής Άνοιξης» σε Λιβύη και Αίγυπτο, η συριακή κρίση, και η μετεωρική εμφάνιση στο γεωπολιτικό προσκήνιο των τρομοκρατών του Ισλαμικού Κράτους – κύριου κινδύνου αυτή τη στιγμή στην περιοχή σύμφωνα με την επικρατούσα στην Ουάσιγκτον άποψη. [viii] Με την “τεταμένη χείρα” προς την Τεχεράνη να συναντά - σε μία πρώτη φάση, τουλάχιστον - την απαξιωτική καχυποψία των αγιατολάδων. [ix] Συνακόλουθα δε, η αμερικανική ηγεσία, χωρίς ποσώς να εγκαταλείπει τις απωανατολικές της στοχεύσεις, παραμένει σε μεγάλο βαθμό δέσμια των ευρωπαϊκών και μεσανατολικών δρωμένων.
Τα μέσα της στρατηγικής Ομπάμα.
Καθ’ οδόν προς την προεδρία, ο κ. Ομπάμα προσήψε στην κυβέρνηση Μπους τάση προς υπερβολική στρατιωτική επεμβατικότητα με ιδεολογικά κίνητρα. Ως πρόεδρος δε εμφανίζεται ενστικτωδώς συγκρατημένος σε ό,τι αφορά στην επίλυση των διεθνών προβλημάτων με προσφυγή σε στρατιωτικά μέσα – και όλως ιδιαίτερα φειδωλός στη χρησιμοποίηση των αμερικανικών στρατιωτικών πόρων. Τόσo μάλλον που η αμερικανική κοινή γνώμη, υπό το κράτος του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους των επεμβάσεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, αλλά και απορροφημένη από τα ποικίλα εσωτερικά προβλήματα, δείχνει γενικώς απρόθυμη να αποδεχθεί πρόσθετες θυσίες σε αμερικανικό αίμα και χρήμα προς στήριξη διεθνοπολιτικών στόχων.[x] Ωστόσο, υπό την πίεση των διεθνών πραγματικοτήτων ο Αμερικανός πρόεδρος αναγκάσθηκε επανειλημμένως να «στρατιωτικοποιήσει» τις γεωπολιτικές του επιλογές – συμπράττοντας όμως ως επί το πολύ με συμμάχους και στρατηγικούς εταίρους· και δίνοντας παγίως προτεραιότητα στην ήπια ισχύ και τη διπλωματία. Χαρακτηριστικά η Ουάσιγκτον:
·      Για να ελέγξει τη διαφαινόμενη προσπάθεια της Ρωσίας να δημιουργήσει ζώνη επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, ενεργοποίησε την εν πολλοίς υπνώττουσα τα τελευταία χρόνια Ατλαντική Συμμαχία και δρομολόγησε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες· και, χωρίς να παραμελεί τη λήψη στρατιωτικών αντιμέτρων για την προστασία των πλέον ευπρόσβλητων νατοϊκών συμμάχων,[xi] προτάσσει ως μέσο πίεσης επί ης Μόσχας τις οικονομικές και διπλωματικές κυρώσεις. 
·      Κατά τη στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη το 2011, «ηγήθηκε εκ των όπισθεν», [xii] συμβάλλουσα μεν καθοριστικά στις επιχειρήσεις με αεροπορικά κυρίως μέσα, αλλά εκχωρούσα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους Ευρωπαίους συμμάχους της και σε φίλια αραβικά κράτη.
·      Επέσπευσε την απόσυρση των στρατιωτικών της δυνάμεων από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, παρά τις ζωηρές ενστάσεις, ιδίως από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών – και όχι χωρίς σοβαρή στρατηγική διακινδύνευση. [xiii]
·      Απέφυγε να αντιδράσει στρατιωτικώς στην παραβίαση από το καθεστώς Ασάντ της «κόκκινης γραμμής» του πρόεδρου Ομπάμα ως προς τη χρήση χημικών όπλων,[xiv] επιλέγοντας να επιδιώξει την εξουδετέρωση του συριακού χημικού οπλοστασίου με διπλωματικά μέσα.
·      Τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους διεξάγει μέχρι στιγμής κυρίως μέσω περιφερειακών συμμάχων και στρατηγικών εταίρων, με την ίδια να περιορίζεται στην παροχή αεροπορικής στήριξης και στη διάθεση ολιγάριθμου στρατιωτικού προσωπικού σε συμβουλευτικό και εκπαιδευτικό κατ’ αρχήν ρόλο. (Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι τυχόν δυσμενής τροπή των εν εξελίξει επιχειρήσεων θα την εξαναγκάσει σε κλιμάκωση της στρατιωτικής της εμπλοκής.) [xv]
·      Σε ό,τι αφορά στην αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν, μολονότι θεωρητικώς διατηρεί «όλες τις επιλογές» -  και συνεπώς και τη στρατιωτική – «στο τραπέζι», έχει γίνει σαφές ότι, παρά την δυστοκία των σχετικών διαπραγματεύσεων, εξακολουθεί να επενδύει κατά κύριο λόγο στη διπλωματική οδό· προσβλέποντας και στην εξασφάλιση της συνεργασίας της Τεχεράνης για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους.
·      Ενώ στην Άπω Ανατολή μεθοδεύει την ανάσχεση των κινεζικών ηγεμονικών βλέψεων με μια δισκελή προσέγγιση, συνισταμένη, αφ’ ενός, στην προώθηση μιας πολύπλευρης συνεργασίας με το Πεκίνο με κύριο στόχο την ομαλή ένταξη της Κίνας του στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό και διεθνοπολιτικό σύστημα, και, αφ’ ετέρου, στην ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας στον Ειρηνικό, σε συνδυασμό με τη σύσφιγξη των σχέσεών της – τόσο διμερώς, όσο και στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών όπως η Σύνοδος Κορυφής Ανατολικής  Ασίας [East Asia Summit ή EAS) και η Σύμπραξη Ειρηνικού [Trans-Pacific Partnership ή TPP) - με κράτη της περιοχής - Ν. Κορέα,  Ιαπωνία, Ινδία, Βιετνάμ, Ινδονησία, Φιλιππίνες, Αυστραλία - ανήσυχα για την αύξουσα ισχύ, την επεμβατικότητα, και τις βλέψεις του κινεζικού κολοσσού. [xvi]

Προσκόμματα και διλήμματα.
Ωστόσο η ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος και η πολυπλοκότητα των περιφερειακών κρίσεων θέτουν βασανιστικά ενίοτε διλήμματα στην αμερικανική ηγεσία.
·      Στον ευρωπαϊκό χώρο η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειρισθεί τις ενίοτε έντονες διαφοροποιήσεις που εκδηλώνονται στους κόλπους των νατοϊκών συμμάχων και κοινοτικών εταίρων σε σχέση με την τηρητέα έναντι της Μόσχας στάση. Με τους πρώην σοβιετικούς δορυφόρους και ιδίως τους εμπεριέχοντες ρωσικές μειονότητες, καθώς και με ορισμένα δυτικοευρωπαϊκά κράτη με γεωπολιτική παράδοση και σκέψη, όπως κατ’ εξοχήν η Βρετανία, να τάσσονται υπέρ της χάραξης αυστηρής γραμμής. Με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να δίνουν το προβάδισμα στα οικονομικά και ενεργειακά τους συμφέροντα – και συνεπώς να δυστροπούν να συναινέσουν σε σκληρές κυρώσεις κατά της Μόσχας. Και με τη χώρα-κλειδί που είναι η Γερμανία να αμφιταλαντεύεται, αναζητώντας τη χρυσή τομή μεταξύ γεωπολιτικής και οικονομικής λογικής – αλλά σε τελευταία ανάλυση να ακολουθεί την πρώτη.  [xvii]
·      Πολύ πιο συγκεχυμένη είναι η εικόνα και δυσκολότεροι οι χειρισμοί στον χώρο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής·  όπου, μεταξύ άλλων, η πανάρχαιη και πάντα οξεία αντιπαλότητα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών·  η εδραία εχθρότητα των Μουσουλμάνων προς το Ισραήλ και αμφιλεγόμενες επιλογές της ισραηλινής κυβέρνησης ως προς το Παλαιστινιακό· [xviii] οι περιφερειακές φιλοδοξίες, αλλά και οι ανασφάλειες, του Ιράν και της Τουρκίας· η σαθρότητα του ιρακινού και του συριακού κράτους· οι εθνικοί πόθοι και οι εσωτερικές διενέξεις των Κούρδων· και ο προβληματικός χαρακτήρας των θεοκρατικών καθεστώτων του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας και της αιγυπτιακής στρατιωτικής δικτατορίας περιπλέκουν στο έπακρο τις προσπάθειες των Αμερικανών να συμπήξουν περιφερειακό συνασπισμό ικανό να εξουδετερώσει, με ελαχιστοποίηση της δικής τους στρατιωτικής εμπλοκής, το Ισλαμικό Κράτος και τις παραφυάδες του.[xix] 
·      Οι δυσκολίες, όμως,  και τα συναφή διλήμματα δεν σπανίζουν ούτε στον χώρο της Ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού. Όπου, η απροθυμία του Τόκιο να επωμισθεί ηγετικό πολιτικο-στρατιωτικό περιφερειακό ρόλο, αναβαθμίζοντας αναλόγως και την αμυντική και εξοπλιστική του πολιτική, [xx] καθώς και η διαχρονική ψυχρότητα των σχέσεων μεταξύ Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας – των κύριων δηλαδή αμερικανικών συμμάχων στην περιοχή –, αποδεικνύονται σοβαρά εμπόδια στην προώθηση της πολιτικής της Ουάσιγκτον και όλως ειδικότερα στις προσπάθειές της να συσπειρώσει υπό την αιγίδα της τους ανησυχούντες για τις ηγεμονικές τάσεις του Πεκίνου. Ενώ προσκόμματα συναφώς παρεμβάλλουν και οι αντικρουόμενες διεκδικήσεις κρατών της Νοτιοανατολικής Ασίας επί εδαφών – κυρίως νήσων στη Νότια Σινική Θάλασσα  - με ενεργειακή ή/και στρατηγική αξία.[xxi]

Συμπεράσματα
Το καθοριστικό αμερικανικό προβάδισμα στους βασικούς συντελεστές ισχύος και οι διαιρέσεις στις τάξεις των μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων καθιστούν άκρως απίθανη την εμπλοκή των ΗΠΑ σε γενικό πόλεμο στο ορατό μέλλον. Ωστόσο, ως εκ της παγκόσμιας εμβέλειας και ρόλου της, η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειρισθεί τις σημαντικότερες από τις - χαρακτηριστικές του υπό διαμόρφωση γεωπολιτικού περιβάλλοντος και κατά κανόνα πολύπλοκες - περιφερειακές κρίσεις και συγκρούσεις · και συνακόλουθα βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με πιεστικά και ενίοτε επώδυνα διλήμματα. Δοθέντων δε των ρευμάτων  της αμερικανικής κοινής γνώμης και των προσωπικών του στρατηγικών αντανακλαστικών, αλλά κυριότατα της φύσης των διακυβευμάτων, ο Αμερικανός πρόεδρος τείνει να δώσει το προβάδισμα στα διπλωματικά και οικονομικά μέσα έναντι των στρατιωτικών. Ενώ, όταν η προσφυγή στην ένοπλη βία αποδεικνύεται αναγκαία, επιχειρεί να αξιοποιήσει κατά το δυνατόν πληρέστερα τους στρατιωτικούς πόρους των συμμάχων και στρατηγικών εταίρων - διαθέτοντας αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις μόνο ως εσχάτη λύση. Το πιθανότερο δε είναι ότι, εκτός ριζικής μεταβολής της διεθνούς γεωπολιτικής σκηνής, η προσεκτική, επιλεκτική αυτή προσέγγιση θα συνεχισθεί σε γενικές γραμμές και από τον επόμενο ένοικο του Λευκού Οίκου.



[i] Βλ. ακόλουθη δήλωση του προέδρου Ομπάμα στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στο βρετανικό περιοδικό The Economist: «Και κατά τον Εικοστό Αιώνα και κατά τα πρώτα στάδια του Εικοστού Πρώτου, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να είναι η απαραίτητη δύναμη.» Στην ίδια όμως συνέντευξη επισημαίνει: « Η παρουσία των ΗΠΑ υπέρ της ασφάλειας είναι πάντοτε και παντού ανά τον κόσμο πηγή αμφιθυμίας. Εάν απουσιάζουμε, οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους παραμελούμε. Εάν είμαστε παρόντες, θεωρούν ότι στρατιωτικοποιούμε την περιοχήBarack Obama talks to The Economist. An interview with the president, The Economist, 2-8-2014.
[ii] Βλ. αναλυτικότερη παρουσίαση του θέματος και σχετικές παραπομπές στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2014 των Εθνικών Επάλξεων ( Γ. Ε. Σέκερης, Η αμερικανική στρατηγική αναπροσαρμογή.)
[iii] Το Λεξικό Στρατιωτικών και Σχετικών Όρων του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ (έκδοση 2005) ορίζει τον γενικό πόλεμο ως «[έ]νοπλη σύρραξη μειζόνων δυνάμεων κατά την οποία χρησιμοποιείται το σύνολο των πόρων των εμπολέμων και διακυβεύεται η εθνική επιβίωση μιας μείζονος δύναμης

[iv] Απευθυνόμενος στους μαθητές της στρατιωτικής σχολής West Point, ο πρόεδρος Ομπάμα διευκρίνισε σχετικώς: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κάνουν μονομερή χρήση στρατιωτικής δύναμης εφόσον αναγκαίο – όταν τα  ζωτικά μας συμφέροντα το απαιτούν· όταν οι άνθρωποί μας απειλούνται· όταν διακυβεύεται ο επιούσιός μας· όταν η ασφάλεια των συμμάχων μας κινδυνεύει… Από την άλλη, όταν ζητήματα αντικείμενα παγκόσμιας ανησυχίας δεν απειλούν αμέσως τις Ηνωμένες Πολιτείες…δεν πρέπει να ενεργήσουμε μόνοι…πρέπει να κινητοποιήσουμε τους συμμάχους και εταίρους για την ανάληψη συλλογικής δράσης.» Βλ. Transcript of President Obama’s Commencement Address at West Point, New York Times, 29-5-2014.
[v] Για μια αναλυτική, συγκρατημένη αρχική εκτίμηση των προοπτικών της στρατηγικής αυτής στροφής βλ.Kenneth Lieberthal, The American Pivot to Asia. Why President Obama's turn to the East is easier said than done, περιοδικό Foreign Policy, 21-12-2011.
[vi] Βλ. Barack Obama calls for 'reset' in US-Russia Relations. Moscow speech calls for cooperation to stop nuclear proliferation and a move away from cold war policies. Guardian, 1-7-2009. Επίσης: Clinton looks to 'reset' US-Russia relations, The Christian Science Monitor, 6-3-2009.

[vii] Βλ. Obama’s Speech in Cairo, New York Times, 4-6-2009. Κατά την ομιλία αυτή, που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα των πανεπιστημίων Καϊρου και  Αλ-Αζάρ, ο κ. Ομπάμα, μεταξύ άλλων, έκανε έκκληση για «μια νέα αρχή» στις σχέσεις των ΗΠΑ «με τους ανά τον κόσμο Μουσουλμάνους», τονίζοντας τις κοινές τους αξίες.


[viii] Τις σχετικές ανησυχίες συνοψίζει ο γνωστός στρατηγιστής Harlan Ullman ως ακολούθως: «Εάν το ΙΚ ενισχύσει τον έλεγχό του επί του Βορείου Ιράκ και επιτεθεί επιτυχώς κατά της Βαγδάτης, θα αποβεί πράγματι μια ενδεχομένως υπαρξιακή απειλή για την περιοχή και επέκεινα. Η Σαουδική Αραβία θα είναι ο επόμενος στόχος στους σχεδιασμούς του ΙΚ. Άλλα κράτη της περιοχής θα καταστούν λίαν ευπρόσβλητα. Και ο μεγάλος αριθμός των ξένων τζιχαντιστών με νόμιμα ευρωπαϊκά, αφρικανικά, και αμερικανικά διαβατήρια θα αποτελέσει σαφή και άμεσο κίνδυνο για τις εν λόγω  περιοχές.» Harlan Ullman, The Islamic State: Existential or exaggerated danger? UPI, 226-11-2014.
[ix] Βλ. Iranian Leaders Ignore Obama's Outstretched Hand, FoxNews.com, 20-3-2009.


[x] Βλ. επί παραδείγματι, “Iraq is not going to be a perfect place”. Barack Obama’s reluctance to use force mirrors American public opinion, The Economist, 21-6-2014. Από την άλλη, όμως, οι αγριότητες του Ισλαμικού Κράτους και ειδικότερα ο βάρβαρος αποκεφαλισμός δύο Αμερικανών δημοσιογράφων έχουν συγκλονίσει την αμερικανική κοινή γνώμη και αυξήσει θεαματικά το ποσοστό των υποστηρικτών στρατιωτικών αντιμέτρων κατά των ακραίων τζιχαντιστών. Βλ. σχετικώς: David W. Kearn, Attacking ISIS: Military Force, U.S. Public Opinion and the Long War on Terrorism, http://www.huffingtonpost.com/david-w-kearn/attacking-the-islamic-sta_b_5868712.html, 2-12-2014.
[xi] Όπως αναμενόταν, η νατοϊκή Σύνοδος Κορυφής της 4ης και 5ης Σεπτεμβρίου 2014 κυριαρχήθηκε από τις σχέσεις με τη Ρωσία. Η σχετική Διακήρυξη των ηγετών της Συμμαχίας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ισχύ και σημασία του άρθρου 5 της Ατλαντικής Συνθήκης περί συλλογικής άμυνας, και εξαγγέλλει την συγκρότηση μιας Λίαν Υψηλής Ετοιμότητας Κοινής Επιχειρησιακής Δύναμης (Very High Readiness Joint Task Force ή VJTF), καθώς και την απόφαση του ΝΑΤΟ να διατηρεί εφεξής μία συνεχή στρατιωτική παρουσία στην ανατολική της πλευρά. Βλ. Wales summit declaration, στον ιστότοπο του ΝΑΤΟ, και NATO Summit: reassurance and effective responses, International Institute of Strategic Studies. Επίσης, NATO Struggles to Muster ‘Spearhead Force’ to Counter Russia, Wall Street Journal, 1-12-2014.
[xii] Για την προέλευση της συγκεκριμένης έκφρασης, η οποία για ένα διάστημα αποτέλεσε στις ΗΠΑ αντικείμενο ζωηρών πολιτικών αντιπαραθέσεων, βλ. Rosh Rogin, “Who really said Obama was ‘leading from behind’”, Foreign Policy, 27-10 2011.
[xiii] Η ικανότητα των συγκροτηθεισών με αμερικανο-νατοϊκή συνδρομή αφγανικών ενόπλων δυνάμεων να αντιμετωπίσουν μόνες τους τους Ταλιμπάν μένει να διαπιστωθεί στην πράξη. Για μια μάλλον απαισιόδοξη εκτίμηση, βλ. σχετικώς Afghan forces ill-equipped to fight Taliban without NATO, Reuters, 30-11-2014. Ενώ, η δυναμική εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ έχει ανατρέψει τα εκεί στρατηγικά δεδομένα και περιπλέξει τους συναφείς αμερικανικούς υπολογισμούς.
[xiv] Βλ. δύο σχετικά δημοσιεύματα με χαρακτηριστικούς τίτλους: Obama warns Syria not to cross 'red line', CNN, 21-8-2012, και Obama gives Syrias Assad another pass on chemical weapons, Washington Post, 23-10-2014.
[xv] Για μια επίσημη, συνοπτική, επικοινωνιακής υφής παρουσίαση της αμερικανικής στρατηγικής κατά του Ισλαμικού Κράτους, βλ. FACT SHEET: The Administration’s Strategy to Counter the Islamic State of Iraq and the Levant (ISIL) and the Updated FY 2015 Overseas Contingency Operations Request, στον ιστότοπο του Λευκού Οίκου.
[xvi] Για μια ευρύτερη θεώρηση των σινο-αμερικανικών σχέσεων βλ. άρθρο του Henry Kissinger υπό τον τίτλο The Future of U.S.-Chinese Relations. Conflict Is a Choice, Not a Necessity, στο τεύχος Μαρτίου/Απριλίου 2012 του περιοδικού Foreign Affairs.

[xvii] Βλ, Angela Merkel uses strongest language yet about Putin, Irish Times, 26-11-2014, Merkel offers Russia trade talks olive branch, Financial Times, 26-11-2014, και. Germany acts to counter Russia’s Balkan designs, Financial Times, 28-11-2014

[xviii] Βλ. ενδεικτικκώς, David Gardner, Netanyahu is losing Europe’s goodwill, even Germany’s, Financial Times, 10-11-2014.
[xix] Στο συγκεχυμένο γεωπολιτικό τοπίο της Συρίας, ειδικότερα, η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει παρά κακές εναλλακτικές επιλογές · καθώς, ενώ από τη μια, οι ακρότητες της κυβέρνησης Ασάντ λειτουργούν ως στρατολόγος των ακραίων τζιχαντιστών, η εξασθένιση, από την άλλη, του εν πολλοίς αλεβιτικού συριακού καθεστώτος ευνοεί εξ αντικειμένου τις στοχεύσεις του σουνιτικού Ισλαμικού Κράτους. Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της διλημματικής αυτή συριακής πραγματικότητας, βλ. Noah Bonsen, What Obama Doesn’t Understand About Syria, Foreign Policy, 26-11-2014. Σημαντική, σημειωτέον, παράμετρος του Συριακού είναι και η τουρκική· με τον πρόεδρο Ερντογάν, κεκηρυγμένο αντίπαλο του προέδρου Ασάντ και προβληματιζόμενο με τις επιπτώσεις των συριακών εξελίξεων στο Κουρδικό, να εξαρτά τη συμμετοχή της Τουρκίας στον πόλεμο κατά τού – κατά τα λοιπά όλο και πιο ανησυχητικού και από τη σκοπιά της Άγκυρας  - Ισλαμικού Κράτους από την παράλληλη καταπολέμηση του συριακού καθεστώτος. Βλ. Turkey and U.S. narrow differences on Islamic State, Wall Street Journal, 1-12 2014.
[xx] Εξήντα εννέα χρόνια μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ιάπωνες εξακολουθούν να εμφορούνται από έντονο αντιμιλιταρισμό, απότοκο, τόσο των τραγικών πολεμικών βιωμάτων τους, όσο και του εντατικού «εκδημοκρατισμού» στον οποίο, μερίμνη πρωτίστως των Αμερικανών κατακτητών-συμμάχων, υπεβλήθησαν μεταπολεμικώς. (Ανάλογο σημειωτέον φαινόμενο σημειώνεται και στη Γερμανία.) Και συνεπώς, παρά την αύξουσα συναίσθηση της κινεζικής απειλής, αλλά και τις αμερικανικές προτροπές, οι ιαπωνικές κυβερνήσεις αδυνατούν να παράσχουν στη χώρα τους στρατιωτική ισχύ ανάλογη προς τη σημασία και τις ανάγκες της.
[xxi]  Μερικά παραδείγματα: Οι διεκδικήσεις της Ταϊβάν, του Μπρουνέι, της Μαλαισίας, και των Φιλιππίνων επί των νήσων Σπράτλι· της Ταϊβάν και του Βιετνάμ επί των υπό κινεζικό έλεγχο νήσων Παρασέλ·  της Ινδονησίας και της Μαλαισίας επί των νήσων Σιπαντάν και Λιγκιτάν · και των  Φιλιππίνων και της Μαλαισίας επί της υπό μαλαισιανό έλεγχο περιοχής Σαμπάχ. Βλ.  Regional Integration, Trade and Conflict in Southeast Asia, The Singapore Institute of International Affairs, Ιανουάριος 2007, http://www.iisd.org/pdf/2007/tas_rta_se_asia.pdf

Αρχειοθήκη ιστολογίου