8/11/14

ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Συντάκτης Γ. Ε. Σέκερης

Ενώ το Κυπριακό και η υποβόσκουσα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση επανέρχονται για μια ακόμη φορά στο επικοινωνιακό προσκήνιο, ο σχετικός δημόσιος διάλογος διεξάγεται κατά κανόνα ερήμην των πραγματικών δεδομένων – οι δε κυβερνητικοί χειρισμοί στην Αθήνα και στη Λευκωσία, αντί μιας συγκροτημένης στρατηγικής, μαρτυρούν αυτοσχεδιασμό. Οι ακόλουθες διαπιστώσεις απλώς υπενθυμίζουν ορισμένες στοιχειώδεις παραμέτρους, η αγνόηση των οποίων θα καταστήσουν την ασκούμενη πολιτική επικινδύνως αδιέξοδη.



1.     Η τουρκική εισβολή του 1974 οδήγησε στον πλήρη σχεδόν εδαφικό διαχωρισμό Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Λόγω δε της μαζικής εισόδου και μόνιμης εγκατάστασης στα κατεχόμενα εποίκων εκ Τουρκίας, ο αριθμός των Τούρκων της Κύπρου πλησιάζει σήμερα – σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις  υπερβαίνει - [i] το ήμισυ εκείνου των Ελληνοκυπρίων.  Ενώ στοιχειώδης ρεαλισμός πείθει ότι, στο ορατό τουλάχιστον, μέλλον οι δυσμενείς αυτοί δημογραφικοί συσχετισμοί μεταξύ ελληνικού και τουρκικού στοιχείου δεν είναι ανατρέψιμοι· και ότι μάλιστα πιθανότατα θα επιδεινωθούν, συνεπεία της εισροής πρόσθετων εποίκων από την Τουρκία, αλλά και της υπογεννητικότητας των Ελληνοκυπρίων και της ροπής τους, ιδίως των νέων, προς μετανάστευση, λόγω της οικονομικής κρίσης.

2.     Η Τουρκία έχει καταστήσει διαχρονικώς σαφές ότι δεν πρόκειται να συναινέσει σε ουσιώδη αναίρεση των τετελεσμένων του 1974. Μας καλεί, ειδικότερα, να αποδεχθούμε λύση διχοτομική, είτε υπό την μορφή ρυθμίσεων τύπου Ανάν, είτε με αμοιβαία αναγνώριση δύο ανεξάρτητων κρατών· προσφέροντας και στις δύο περιπτώσει περιορισμένη απόδοση εδάφους. Μέχρις επίτευξης δε συμφωνίας αρνείται κατηγορηματικά να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία – την αποκαλεί «Ελληνική Κυπριακή Διοίκηση» - και εμμένει στο κατασκεύασμα της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου (ΤΔΒΚ). Με την τοποθέτηση αυτή να παραμένει ανεπηρέαστη από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη γείτονα.

3.     Υπό το ίδιο αυτό πρίσμα αντιμετωπίζει η Άγκυρα και την αξιοποίηση των ενεργειακών αποθεμάτων του κυπριακού χώρου, υποστηρίζοντας ότι, έως ότου επιλυθεί το Κυπριακό, πρέπει να αποφευχθεί «μονομερής» εκμετάλλευσή τους. Διακηρύσσει δε ότι, εάν δεν εισακουσθεί, θα προχωρήσει και αυτή, ως εντολοδόχος του ψευδοκράτους, σε δραστηριότητες στην κυπριακή ΑΟΖ ανάλογες προς εκείνες των Ελληνοκυπρίων – κάτι που και ήδη πράττει.

4.     Οι όποιες ελπίδες ότι οι τουρκικές αυτές ενέργειες θα αντιμετωπισθούν δυναμικά από τον «διεθνή παράγοντα» είναι φρούδες:

       Η Ουάσιγκτον, όπως έπρεπε να αναμένεται, εστιάζει τις προσπάθειές της στην αποτροπή μιας κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης μεταξύ των νατοϊκών τους συμμάχων Ελλάδας και Τουρκίας – τόσω μάλλον που οι ανησυχητικές εξελίξεις σε Ανατολική Μεσόγειο και Εγγύς Ανατολή καθιστούν τη στενή συνεργασία και με τους δύο αυτούς στρατηγικούς της εταίρους, ιδίως δε με την Άγκυρα για ευεξήγητους λόγους, επιτακτική.

       Τις γενικές στοχεύσεις των Αμερικανών συμμερίζονται και οι μεγάλες ευρωενωσιακές χώρες. Οι οποίες, κατά τα λοιπά, ούτε κοινή γραμμή πέραν ενός νομικίζοντος ευχολογίου, ούτε και τα στρατιωτικά μέσα για μια αποτελεσματική επέμβαση, διαθέτουν.

       Όσο οι Τούρκοι αποφεύγουν να παρακωλύσουν τις εργασίες των εβραϊκών συμφερόντων εταιριών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή – και μέχρι στιγμής επιμελώς το αποφεύγουν  - είναι άκρως απίθανο το αμυνόμενο σε πλείονα γεωστρατηγικό μέτωπα Ισραήλ να εγκαινιάσει μια θερμή αναμέτρηση με την Τουρκία λόγω Κύπρου.

       Τέλος, η καλλιεργούμενη παρ’ ημίν προσδοκία μιας ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης προς στήριξη της Κύπρου είναι εξωπραγματική. Κατά την παρούσα κρίσιμη φάση των σχέσεων της με τον Δυτικό κόσμο, το τελευταίο που ασφαλώς θέλει η Μόσχα είναι να εμπλακεί, χωρίς μάλιστα ζωτικής σημασίας αποχρώντα λόγο, σε μια ένοπλη σύγκρουση με ένα στρατιωτικά ισχυρό μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας.

5.     Μακρά και πικρή, εξ άλλου, πείρα μας διδάσκει ότι προσφυγές στα Ηνωμένα Έθνη ή επικλήσεις του διεθνούς δικαίου, όταν η Τουρκία εκτιμά ότι διακυβεύονται μείζονα συμφέροντά της – και είναι η περίπτωση του Κυπριακού – δεν αποδίδουν. Ενώ και το όπλο της άσκησης αποφασιστικής πίεσης επί της Άγκυρας μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ουσιαστικά άσφαιρο, καθώς τουρκική ηγεσία και κοινή γνώμη έχουν συνειδητοποιήσει ότι για λόγους ασχέτους προς το Κυπριακό οι τουρκικές ενταξιακές προοπτικές είναι μηδενικές.

Οι ως άνω διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν την επιτακτική ανάγκη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής προσέγγισης του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών. Λανθασμένοι χειρισμοί προϊόν αυτοσχεδιασμών μπορούν να – και πιθανότατα θα - μας οδηγήσουν σε οδυνηρές περιπέτειες.

Δύο πρόσθετες επισημάνσεις: Εν πρώτοις, πηδαλιούχος του σκάφους του Ελληνισμού στην κρίσιμη αυτή συγκυρία πρέπει αυτονοήτως να είναι η Αθήνα· με τη Λευκωσία να ενεργεί σε στενό συντονισμό με το εθνικό κέντρο.  Και, κατά δεύτερο λόγο, Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν να αντιμετωπίσουν ευθέως τα τιθέμενα εκ των πραγμάτων οδυνηρά διλήμματα: Συμπεφωνημένη διχοτόμηση – κεκαλυμμένη, α λα Ανάν, ή ευθεία – της Κύπρου και επίλυση και του θέματος των υδρογονανθράκων στο διχοτομικό αυτό πλαίσιο; Ή παράταση της υφιστάμενης ντε φάκτο διχοτόμησης – αφού αποκλείεται, τουλάχιστον όσο το τουρκικό στοιχείο υπολείπεται αριθμητικώς του ελληνικού, η Άγκυρα να αποδεχθεί την εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας και να συναινέσει έτσι στη γνήσια επανένωση της Μεγαλονήσου; Με τη «μη λύση», όμως, να σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, στο μέτρο που η Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρεί στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της, η Τουρκία θα κλιμακώνει την αντίστοιχη δική της επέμβαση - και συνακόλουθα ότι η ελληνική πλευρά θα αναγκασθεί να επιλέξει μεταξύ μιας ταπεινωτικής και πολλαπλώς επιζήμιας για τα εθνικά μας συμφέροντα ανοχής των τουρκικών ενεργειών και μιας στρατιωτικής αντίδρασης.





[i] Βλ. στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής Κύπρου, ΤΑ ΝΕΑ, 11/06/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου