26/5/14

ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΚΑΛΠΗ

Συντάκτης   Γεώργιος Ε. Σέκερης

Επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά το τέλος του ομοσπονδιακού οράματος των πατέρων της Κοινοτικής Ευρώπης, αλλά καταδεικνύοντας συγχρόνως και τις αντοχές της ιδιότυπης ευρωπαϊκής συνεργασίας των τελευταίων δεκαετιών, τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Μαΐου παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις για τη διαμόρφωση της εθνικής μας στρατηγικής.[i]

Εν πρώτοις, δεν πρέπει να διαλάθει την προσοχή μας ότι κανείς από τους κύριους συνασπισμούς ευρωπαϊκών κομμάτων – ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ούτε οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές - δεν ετάχθη υπέρ μιας εκτεταμένης πρόσθετης μεταφοράς κυριαρχικών δικαιωμάτων από τις εθνικές πρωτεύουσες προς τους κοινοτικούς θεσμούς· ότι, αντιθέτως, ένα σημαντικά αυξημένο σε σύγκριση με τις ευρωεκλογές του 2009 ποσοστό των νεοεκλογέντων ευρωβουλευτών, τόσο «δεξιάς», όσο και «αριστερής» απόχρωσης, υποστηρίζουν την περιστολή των ήδη υφιστάμενων αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων προς όφελος των εθνικών· και ότι οι κεκηρυγμένοι θιασώτες της ομοσπονδοποίησης έχουν περιθωριοποιηθεί.[ii] Το μήνυμα της κάλπης είναι επομένως σαφές: Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμείνει επ’ αόριστον μια σύμπραξη κυρίαρχων κρατών. [iii]

Σημειωτέον ότι την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ο διάχυτος φόβος της σοβιετικής απειλής, οι ανησυχίες των Δυτικών συμμάχων για τους μελλοντικούς προσανατολισμούς της ανασυγκροτούμενης Γερμανίας, και η επιδίωξη των ιδίων των Γερμανών να ενσωματωθούν στο ευρωατλαντικό πλέγμα – με την επανενοποίηση, μεταξύ άλλων, της χώρας τους κατά νουν – είχαν διαμορφώσει συνθήκες ιδιαίτερα ευνοϊκές, τουλάχιστον φαινομενικά, για την ομοσπονδιακή επιλογή. Ταχέως όμως η προσκόλληση στην παραδοσιακή αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας, με εξέχοντα εκφραστή τον στρατηγό ντε Γκωλ, παρέπεμψε την ιδέα μιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας, των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», στη σφαίρα της ουτοπίας. Με μόνη ρεαλιστική προοπτική για την ουσιαστική αναβίωση του οράματος αυτού την – μη διαφαινόμενη αυτή τη στιγμή – επανεμφάνιση μιας υπαρξιακής απειλής κατά των ευρωπαϊκών λαών καθιστώσης τη συσσωμάτωσή τους προϋπόθεση επιβίωσης. (Χωρίς πάντως να μπορεί να προεξοφληθεί ότι και στην υποθετική αυτή περίπτωση θα πρυτάνευε ο ρεαλισμός. Η βαθμιαία υποδούλωση των εριζουσών ελληνικών πόλεων από τους Ρωμαίους αποτελεί διδακτικό προηγούμενο.)

***

Παρά ταύτα, εις πείσμα των καταστροφολόγων, το ευρωενωσιακό εγχείρημα επιζεί· μεταλλαχθέν ωστόσο σε ένα πρωτότυπο διακρατικό οργανισμό, στο πλαίσιο του οποίου τα κράτη μέλη έχουν επιλεκτικώς εκχωρήσει σε κοινοτικά όργανα σημαντικές αρμοδιότητες, συνεπαγόμενες μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις και περιορισμένη θυσία κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Κυρίως δε στον τομέα της οικονομίας.[iv] Διότι, μολονότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ και οι έκτοτε τροποποιήσεις και συμπληρώσεις της φιλοδόξησαν να καταστήσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση - σε αντιδιαστολή με την οικονομική μονομέρεια της προκατόχου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας - πολυδιάστατο φορέα, η οικονομική διάσταση της ΕΕ έχει κατά πολύ υποσκελίσει τις λοιπές. Με μείζον βέβαια επίτευγμα, η ιστορική σημασία του οποίου σπανίως αμφισβητείται, την ολοκλήρωση της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς

Ενώ ανάλογης σημασίας αποδεικνύεται και η υιοθέτηση από την πλειοψηφία των εταίρων του κοινού νομίσματος: ένα πολύ πιο ριψοκίνδυνο - και επίμαχο - εγχείρημα· το οποίο, ωστόσο, φαίνεται μέχρι στιγμής να ευοδώνεται, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, αλλά  και εις πείσμα των δυσοίωνων προβλέψεων πολλών, μεταξύ των οποίων και καταξιωμένοι, διεθνούς φήμης οικονομολόγοι.[v]. Αν κρίνει δε κανείς και από ορισμένες σοβαρές μαρτυρίες πρόσφατα ελθούσες στο φως της δημοσιότητας, ηγετικοί κοινοτικοί παράγοντες – με πρωτοστατούσα τη Γερμανίδα καγκελάριο – συνδέουν ευθέως τις τύχες του ευρώ με εκείνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα· εκτιμώντας ότι τυχόν επιστροφή στα εθνικά νομίσματα – ούτως ή άλλως πρακτικώς δυσχερέστατη – θα πλήξει ανεπανόρθωτα την όλη ευρωενωσιακή δυναμική. [vi]

Στο σημείο όμως αυτό επιβάλλεται να επισημανθεί ότι ιδιαίτερα σημαντική, αλλά και προβληματική, παράμετρος της κοινοτικής οικονομικής συνεργασίας αποδεικνύονται οι άνισες επιδόσεις Βορρά και Νότου. Χωρίς δε να εμπλακεί κανείς στη διαμάχη περί τα ακριβή αίτια του φαινομένου – είναι συγκυριακά; θεσμικά; πολιτισμικά; συνδυασμός τους; -  οφείλει να διαπιστώσει ότι οι διαφορές είναι πραγματικές, μεγάλες, και επίμονες. Και ότι παρεμβάλλουν δυσυπέρβλητα  προσκόμματα στη λειτουργία του κοινοτικού οικονομικού συστήματος – ειδικότερα στο απαιτητικότερο και πολυπλοκότερο περιβάλλον της Ευρωζώνης.

Η – ασφαλώς αναγκαία – εναρμόνιση των τόσο ανομοιογενών οικονομιών τόσων κυρίαρχων κρατών είναι ωστόσο μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Ενίοτε ως πρότυπο για την επίτευξή της προτείνεται η γερμανική επανενοποίηση - και ειδικότερα η ταχεία, μαζική μεταφορά πόρων από τη δυτική στην ανατολική Γερμανία, σε συνδυασμό με άμεσες και ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις της οικονομικής ζωής  της τελευταίας. Παραβλέπεται όμως έτσι, ότι - όπως προκύπτει και εκ των όσων ήδη  εξετέθησαν - η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει, και δεν πρόκειται να αποκτήσει στο ορατό μέλλον, ούτε κεντρική κυβέρνηση δυνάμενη να λάβει τέτοιες επώδυνες αποφάσεις, ούτε λαϊκή βάση εμφορούμενη από πνεύμα ευρωπαϊκού πατριωτισμού και αλληλεγγύης για να τις στηρίξει. Ας προστεθεί δε ότι είναι τουλάχιστον παράδοξο να επιζητούν περισσότερη και ενεργότερη Ευρώπη για την ενίσχυση των ασθενέστερων εταίρων οι ίδιοι άνθρωποι που απορρίπτουν την αύξηση των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων δια τον φόβο της «ηγεμονίας» των δημογραφικά και οικονομικά ισχυρότερων κρατών μελών και όλως ιδιαίτερα της Γερμανίας. Με τη λογική αυτή αντίφαση να καταδεικνύει τα όρια του ευρωκοινοτικού εγχειρήματος, υπό την παρούσα μορφή του.

Τούτου λεχθέντος, θα ήταν αδικαιολόγητη παράλειψη να μην τονισθούν οι κοινοτικές προσπάθειες για τη διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικώς και στην Ευρωζώνη ειδικότερα· και μεταξύ άλλων, η δρομολόγηση προγραμμάτων έκτακτης στήριξης των βαρύτερα πληγέντων από τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση εταίρων, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα και η Κύπρος· αλλά και η διαμόρφωση μόνιμων μηχανισμών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση ανάλογων μελλοντικών φαινομένων.[vii] Ωστόσο, χωρίς πρόσθετη μεταφορά αρμοδιοτήτων από τις εθνικές κυβερνήσεις στα κοινοτικά όργανα, τις προοπτικές της Ευρωζώνης – και, κατ’ επέκταση, πιθανότατα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα εξακολουθήσει να περιβάλλει ανησυχαστική αβεβαιότητα.

 

***

Πολύ ασθενέστερο από το οικονομικό εμφανίζεται το διεθνοπολιτικό και στρατιωτικό σκέλος της ΕΈ· ως προς το οποίο - σε αντίθεση με τη θέσπιση «ειδικής πλειοψηφίας» προς διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων σε άλλους τομείς κοινοτικής δραστηριότητας, του οικονομικού συμπεριλαμβανομένου - ισχύει ανόθευτο το εθνικό βέτο. Στην πράξη δε, η «κοινή εξωτερική πολιτική» περιορίζεται στην υιοθέτηση του ελάχιστου κοινού παρονομαστή – με  συχνό επακόλουθο την αδράνεια· ενώ η κατ’ ευφημισμόν «κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας», παρά τις αρχικές τυμπανοκρουσίες περί «ευρωπαϊκού στρατού» και συναφούς «προστασίας ευρωπαϊκών συνόρων», παραμένει ως προς τα ουσιώδη αποκλειστική ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων και της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Οι εγγενείς δε αυτές αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνονται αντιληπτές με ιδιαίτερη ενάργεια σε σχέση με το χαρακτηριστικό φαινόμενο της μεταψυχροπολεμικής γεωπολιτικής πραγματικότητας που είναι οι περιφερειακές κρίσεις. Στη διαχείριση των οποίων, κατά κανόνα, οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι εμπλέκονται στρατιωτικώς, είτε σε στενότερα εθνική βάση – και είναι κυρίως η περίπτωση των επεμβάσεων των πρώην αποικιακών δυνάμεων Γαλλία και Βρετανία σε περιοχές ειδικού ενδιαφέροντός τους στην αφρικανική ήπειρο - [viii] είτε στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ ή και του ΟΗΕ ή άλλων διεθνών οργανισμών, όπως η Αφρικανική Ένωση. Ενώ οι αυτόνομες δραστηριότητες της ΕΕ έχουν ως επί το πολύ περιορισθεί στην παροχή ευρέως φάσματος, συμπεριλαμβανομένης και αστυνομικής και στρατιωτικής, τεχνικής στήριξης.

Επιβεβαιωτικές των διεθνοπολιτικών αδυναμιών της Κοινοτικής Ευρώπης είναι και οι εξελίξεις περί το ουκρανικό. Με την αδέξια απόπειρα των Βρυξελλών, παρά τις εν μέρει βάσιμες ρωσικές ανησυχίες, να προσδεθεί το Κίεβο στο ευρωενωσιακό άρμα και εμμέσως στο δυτικό σύστημα να έχει συντείνει μεγάλως στην πυροδότηση της πρώτης μείζονος περιφερειακής κρίσης σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τη γιουγκοσλαβική της δεκαετίας του ’90· η οποία άλλωστε είχε και εκείνη εν πολλοίς κλιμακωθεί λόγω άκριτων και συγκεχυμένων ευρωπαϊκών χειρισμών. Και με τα ηνία της διαχείρισης της κρίσης να περιέρχονται αμέσως μετά την εκδήλωσή της, τώρα όπως και τότε, στους Αμερικανούς και στο ΝΑΤΟ – το οποίο, σημειωτέον, μετά πολυετή υπολειτουργία, επανέρχεται έτσι στο γεωπολιτικό προσκήνιο. [ix]

Και βέβαια όχι τυχαίως. Καθώς, σε τελευταία ανάλυση, μόνο η Ουάσιγκτον διέθετε και διαθέτει το αναγκαίο για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων αποτρεπτικό και παρεμβατικό – πρωτίστως στρατιωτικό – εκτόπισμα.[x]  Αλλά και επαρκές κύρος, ώστε, μέσω και των νατοϊκών διαύλων, να επιτυγχάνει τον συντονισμό της στάσης των Ευρωπαίων συμμάχων της, καθώς και την αξιοποίηση των πόρων τους - ειδικότερα των οικονομικών και διπλωματικών· κατά τα άλλα σημαντικότατων - αλλά την αποτελεσματικότητα των οποίων, εν απουσία ενότητας ενεργείας, οι Ευρωκοινοτικοί αδυνατούν να μεγιστοποιήσουν χωρίς την ηγετική σύμπραξη του αμερικανικού παράγοντα.

Κατά τα λοιπά, χάρις κυρίως στην «ήπια» αυτή ισχύ της, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει διεθνώς υπολογίσιμη· και εξακολουθεί να ασκεί ελκτική δύναμη στο άμεσο γεωπολιτικό περιβάλλον της - όπως καταδεικνύει και το συνεχιζόμενο ενταξιακό ενδιαφέρον των μη εισέτι εντεταγμένων στους κόλπους της χωρών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

***

Μερικές ακροτελεύτιες συνοπτικές επισημάνσεις για τα συναφή ελληνικά εθνικά συμφέροντα:

1.     Η μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ομοσπονδία θα συνέφερε στην Ελλάδα, καθώς θα συνεπαγόταν τη συλλογική άμυνα των εξωτερικών συνόρων των συμμετεχουσών χωρών και την πολύ ανετότερη μεταφορά πόρων από τις οικονομικώς ευρωστότερες προς τις οικονομικώς ασθενέστερες. Υπό το φως ωστόσο των πραγματικών δεδομένων, επένδυση ελπίδων στις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» θα ήταν ουτοπική.

2.     Ένα περιορισμένου μεγέθους κράτος όπως το ελληνικό δεν είναι σε θέση να επηρεάσει καθοριστικά τις κεντρικές δομές και επιλογές της κοινοτικής Ευρώπης. Οι προσπάθειές μας πρέπει επομένως να επικεντρωθούν, όχι στην – αναντίστοιχη με τις δυνατότητές μας - αλλαγή της μορφής και της γενικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά στην αξιοποίηση της κοινοτικής μας ιδιότητας και παρουσίας για να αντλήσουμε τα μεγάλα οικονομικά, θεσμικά, και γεωπολιτικά οφέλη που και υπό τις κρατούσες συνθήκες η ΕΕ μας προσφέρει.

3.     Ο ευρωπαϊκός – και γενικότερα ο ευρωατλαντικός – μας προσανατολισμός είναι αναντικατάστατος. Εναλλακτικοί στρατηγικοί σύμμαχοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία νεφελοβαμόνων. [xi]



[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το επόμενο τεύχος των «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).
[ii] Για μερικές πρώτες, αλλά έγκυρες, εκτιμήσεις για τα εκλογικά αποτελέσματα, βλ. Eurosceptic election surge gives EU a headache, Reuters, 26-5-2014, European elections-The Eurosceptic Union, The Economist, 26-5-2014, και Anti-EU parties celebrate election success, Financial Times, 26-5-2014.
[iii] Για μια ρεαλιστική παρουσίαση της πολυσυζητημένης αντιπαράθεσης υπερμάχων της εθνικής κυριαρχίας και φεντεραλιστών βλ. Charles Grant, Presidential candidates, European federalism and Tony Giddens, Center for European Reform (του οποίου ο συντάκτης του κειμένου είναι διευθυντής), 15 May 2014, http://www.cer.org.uk/insights/presidential-candidates-european-federalism-and-tony-giddens.
 
[iv] Βλ. ως άνω ανάλυση του Charles Grant. Οι κυριότεροι τομείς στους οποίους έχει περισταλεί το εθνικό βέτο είναι οι πολιτικές οι αφορώσες στη γεωργία, στον ανταγωνισμό και στην κοινή αγορά.
[v] Επί παραδείγματι, ο καθηγητής του Χάρβαρντ Martin Feldstein, ο νομπελίστας Paul Krugman, και ο επίσης κάτοχος βραβείου Νόμπελ και ηγετική φυσιογνωμία της «Σχολής του Σικάγου» Milton Friedman.
[vi] Στο τελευταίο άρθρο σειράς εκ τριών που δημοσίευσε στην Financial Times υπό τον τίτλο How the Euro was saved την 11η, 14η, και 15η Μαΐου 2014  ο συνεργάτης της εφημερίδας Peter Spiegel, αναφέρει ότι η Γερμανίδα καγκελάριος κυρία Μέρκελ, εξηγώντας το 2012 την προσπάθειά της να κρατήσει την Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης, εδήλωνε τα ακόλουθα ενδεικτικά της σημασίας που αποδίδει στο κοινό νόμισμα: “I have chosen for Europe and the euro, and thus for Greece. Ιf the euro falls, then Europe falls.”
[vii] Για μια ενδιαφέρουσα αναλυτική παρουσίαση των σχετικών διεργασιών, βλ.  Jørgen Mortensen, Economic Policy Coordination in the Economic and Monetary Union, From Maastricht via the SGP to the Fiscal Pact, CEPS Working Document No. 381 / August 2013, The Center for European Policy Studies http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2309899.
[viii] Μόνο κατά την τελευταία διετία, οι Γάλλοι πραγματοποίησαν στρατιωτικές επεμβάσεις στην Ακτή του Ελεφαντοστού, στη Λιβύη, στο Μάλι, και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Οι Βρετανοί απέστειλαν στρατιωτικές δυνάμεις στη Σιέρρα Λεόνε το 2000 και πέρυσι επενέβησαν στρατιωτικώς στο Μάλι προς ενίσχυση της εκεί γαλλικής δύναμης. 
[ix] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Το ΝΑΤΟ επανέρχεται επί σκηνής, Διπλωματικό Περισκόπιο, www.diplomatikoperiskopio.com, 31-3-14.
[x] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Η αμερικανική στρατηγική αναπροσαρμογή, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2014 και εκεί μνημονευόμενα άρθρα του Jonathan Adelman, Why the US Remains the Worlds Unchallenged Superpower, Forbes. 5-2-2014, και Christopher Caldwell, Reigning Heavyweight, New York Times, 20-12-2013.
[xi] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Η ευρωπαϊκή διάσταση της εθνικής μας στρατηγικής, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2013, όπου επισημαίνονται συναφώς και τα ακόλουθα:
«Ακούγεται ενίοτε η άποψη ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να αναζητήσει στρατηγικό υποκατάστατο του δυτικού της προσανατολισμού. Πρόκειται για αυταπάτη. Η κυρίως φερόμενη ως εναλλακτικός στρατηγικός σύμμαχος Ρωσία δεν είναι, ούτε διατεθειμένη, αλλά ούτε και σε θέση, να αναλάβει ένα τέτοιον ρόλο. Παρά τις ελληνικές εκκλήσεις, υπήρξε εκ των πρώτων που αναγνώρισαν τα Σκόπια ως “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Αποδίδει πολύ μεγαλύτερη σημασία στον τουρκικό παράγοντα, από ό,τι στον ελληνικό - με τις σχέσεις της με την Άγκυρα, παρά τον μονίμως υποβόσκοντα ρωσο-τουρκικό ανταγωνισμό, να βρίσκονται εδώ και καιρό σε ανοδική φάση. Και η κυπριακή της πολιτική αποσκοπεί ανέκαθεν στην απόσπαση της Μεγαλονήσου από τη Δυτική επιρροή - και ως εκ τούτου διαχρονικά αντιτίθεται στη, μερική έστω, ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Εν πάση δε περιπτώσει δεν διαθέτει, επαρκή οικονομική και συμβατική στρατιωτική ισχύ - το ισχυρό πυρηνικό της οπλοστάσιο προσφέρεται μόνο ως εσχάτης ανάγκης αποτρεπτικό - για να αποβεί αξιόπιστο, πόσω μάλλον το κύριο, στρατηγικό έρεισμα της χώρας μας. Ενώ ακόμη λιγότερο ως εναλλακτικός στρατηγικός μας εταίρος προσφέρεται η ενίοτε μνημονευμένη συναφώς Κίνα - την οποία, ούτως ή άλλως, η χώρα μας ενδιαφέρει σχεδόν αποκλειστικά ως “πύλη εισόδου” στην ευρωκοινοτική αγορά. Με τη διαπίστωση αυτή ουδόλως φυσικά να αποκλείει την, επιβεβλημένη, αντιθέτως, επιλεκτική οικονομική, ενεργειακή, και διπλωματική συνεργασία με τις δύο παγκόσμιες αυτές δυνάμεις και όχι μόνο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου