30/6/13

ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ

  
Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013 09:12
Μετά υπερδεκαετή αδιατάρακτη σχεδόν κυριαρχία στην τουρκική πολιτική σκηνή, ο πρωθυπουργός Ερντογάν αντιμετωπίζει σοβαρή εσωτερική αμφισβήτηση. Η αντίληψη εν τούτοις ότι πρόκειται για «τέλος βασιλείας» ή και για «καθεστωτική ανατροπή» είναι τουλάχιστον πρόωρη και πιθανότατα ανακριβής. Ασφαλώς, οι λαϊκές εκδηλώσεις εκφράζουν τη δυσφορία σημαντικού τμήματος της τουρκικής κοινής γνώμης για ορισμένες από τις επιλογές, αλλά και για την «ηγεμονική» συμπεριφορά, του κ. Ερντογάν. Όλα όμως δείχνουν ότι ο τελευταίος αυτός εξακολουθεί να υποστηρίζεται από μια πλειοψηφική μερίδα του τουρκικού λαού – και ότι, εκτός απροόπτου, το κόμμα του θα επικρατήσει εκ νέου κατά τις δημοτικές εκλογές του επόμενου Μαρτίου. [i]Ωστόσο, εάν περιορισθεί στο να αντιτάξει στους αμφισβητίες την αλαζονεία της εξουσίας, το πιθανότερο είναι ότι το ήδη διαγραφόμενο ρήγμα στο τουρκικό πολιτικό σώμα – σε γνωστό αμερικανικό περιοδικό διαπιστώνεται η ύπαρξη «δύο Τουρκιών» –  [ii] θα διευρυνθεί, με αρνητικές επιπτώσεις, τόσο στην προώθηση του κυβερνητικού του έργου, όσο και στην ευόδωση των διαφαινόμενων προεδρικών του φιλοδοξιών.
 
***
Προ πενταετίας, με αφορμή την εκλογή του κ. Γκιουλ στην προεδρία της δημοκρατίας, ο Τούρκος πρωθυπουργός ενεπλάκη σε ένα κρίσιμο μπρα-ντε-φερ με το κεμαλικό στρατιωτικό κατεστημένο – και, απροσδόκητα για πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο συντάκτης του παρόντος, εξήλθε νικητής κατά κράτος. Με την αποφασιστική εκείνη δοκιμασία να καταδεικνύει ότι ο κ. Ερντογάν και το υπ’ αυτόν Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης εξέφραζαν μια, εν πολλοίς σιωπηρά έως τότε, λαϊκή πλειοψηφία, συγκροτούμενη ως επί το πολύ από θιασώτες μιας μετριοπαθούς εκδοχής του πολιτικού Ισλάμ - μεταξύ των οποίων συγκατελέγετο και ο κορμός του επιχειρηματικού κόσμου που συνέβαλε στην εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της γείτονος κατά τα τελευταία έτη. Χάρις στην οποία ανάπτυξη η τουρκική οικονομία, σε περίοδο μάλιστα βαθιάς οικονομικής κρίσης στην κοινοτική Ευρώπη και όχι μόνο, ανεδείχθη στη δεκάτη εβδόμη κατά το μέγεθος θέση παγκοσμίως, με ένα ΑΕΠ $786 δισεκατομμυρίων, και δημόσιο χρέος και ανεργία μόλις 37% και 9.4 αντιστοίχως. [iii]
Ωστόσο, η βαθμιαία διάβρωση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους, παρά τις περί του αντιθέτου κυβερνητικές διαβεβαιώσεις · η αυταρχική αντιμετώπιση, όχι μόνο των εχθρικώς τοποθετημένων έναντι του πολιτικού Ισλάμ στρατιωτικών (βλ. δίκη Βαριοπούλας/Ergenekon), αλλά και πολλών επικριτικών της εξουσίας δημοσιογράφων · η αγνόηση των ιστορικο-θρησκευτικών ευαισθησιών των αποτελούντων το ένα δέκατο του τουρκικού πληθυσμού Αλεβιτών · και οι συχνά αντιφατικοί χειρισμοί του Κουρδικού, προκάλεσαν την αύξουσα δυσφορία πλειόνων κοινωνικών ομάδων. Όπως προκύπτει και από τη συμμετοχή στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στοιχείων τόσο ετερόκλιτων, όσο οι προοδευτικοί ευρωπαϊστές, οι δεξιόστροφοι συντηρητικοί, οι ακραίοι εθνικιστές, οι μειονοτικοί Αλεβίτες και Κούρδοι, και οι πολιτικά περιθωριακοί μαρξιστές και αναρχικοί. Ένα δε από τα επακόλουθα της βίαιης, αρχικά τουλάχιστον, κυβερνητικής αντίδρασης στις εκδηλώσεις αυτές είναι η ενίσχυση του επικοινωνιακού οπλοστασίου του κατά τα άλλα αποδυναμωμένου – ελλείψει ηγεσίας ικανής να αντιπαραταχθεί αποτελεσματικά στον χαρισματικό Ερντογάν – κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος·
στο οποίο, κατά μία παράδοξη εναλλαγή θέσεων, προσφέρεται τώρα η ευκαιρία να καταγγείλει για αντιδημοκρατική νοοτροπία και συμπεριφορά τους πάλαι ποτέ θύματα της κεμαλικής κρατικής βίας και νυν κυβερνώντες ισλαμιστές.
 
***
Πέραν όμως των εσωτερικών αυτών πολιτικών αντιπαραθέσεων και κυρίως της διελκυστίνδας μεταξύ κοσμικών και ισλαμιστών, οι πολιτικές τύχες του Τούρκου πρωθυπουργού, αλλά και η σταθερότητα του παρόντος τουρκικού καθεστώτος, είναι στενά συνυφασμένα και με το Κουρδικό και την τουρκική εξωτερική πολιτική. Και ως προς μεν το πρώτο, ο κ. Ερντογάν, αφού επιχείρησε, με μερική μόνο επιτυχία, να πατάξει την κουρδική ανταρσία διά των όπλων, προήλθε σε ειρηνευτική συμφωνία με το ΡΚΚ, μέσω της οποίας εκτιμάται ότι, εκτός από την εξυπηρέτηση των εκλογικών του σκοπιμοτήτων, επιδιώκει : να ικανοποιήσει τον Στρατό, στο μέτρο κυρίως που προβλέπεται η αποχώρηση των Κούρδων ανταρτών από το τουρκικό έδαφος·  να διευκολύνει την οικονομική και ιδιαίτατα την ενεργειακή συνεργασία με το Ιρακινό Κουρδιστάν – με το οποίο, κατά έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες, η Άγκυρα, αγνοώντας τις ενστάσεις της Βαγδάτης και της Ουάσιγκτον, έχει συνάψει κρυφή σχετική συμφωνία· [iv] και να δυσχεράνει την προσπάθεια του προέδρου Ασάντ να χρησιμοποιήσει τους Κούρδους της Συρίας ως μοχλό πίεσης στην αναμέτρησή του με τον - πρώην «φίλο» και τώρα ορκισμένο εχθρό του - Τούρκο ομόλογό του. Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσον η κουρδική του αυτή πολιτική θα αποδώσει στον κ. Ερντογάν τα προσδοκώμενα.
Σε ό,τι, εξ άλλου, αφορά στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση, η σκληρή γραμμή, που, σε μια προσπάθεια αναβάθμισης του τουρκικού ρόλου στον μουσουλμανικό χώρο, ο Τούρκος ηγέτης εγκαινίασε τον Δεκέμβριο 2008 έναντι του Ισραήλ, έχει προκαλέσει, όπως έπρεπε να αναμένεται, την έντονη δυσαρέσκεια ισχυρών δυτικών - αμερικανικών ιδίως - κύκλων.  Και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να αληθεύει σε κάποιο βαθμό ο ισχυρισμός του κ. Ερντογάν, ότι στις εναντίον του λαϊκές εκδηλώσεις αναμίχθηκε και ξένος – ανάγνωθι δυτικός - δάκτυλος. Όμως, η Αραβική Άνοιξη και ιδίως η συριακή της συνιστώσα έχουν καταστήσει εκ νέου προφανή την κρίσιμη σημασία του τουρκικού παράγοντα για την προώθηση της όποιας δυτικής πολιτικής στον μεσανατολικό χώρο · και συνεπώς το πιθανότερο είναι, οι μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες, παρά τις όποιες επιφυλάξεις τους για συγκεκριμένες επιλογές της Άγκυρας, να απεύχονται την αποσταθεροποίηση του Τούρκου στρατηγικού τους συμμάχου.
Ο βίαιος, ωστόσο, τρόπος με τον οποίο οι τουρκικές αρχές αντιμετώπισαν τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις είχε δυσμενέστατο για την εικόνα της τουρκικής ηγεσίας αντίκτυπο στη δυτική, και όλως ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή, κοινή γνώμη. Το διατυμπανιζόμενο από πολλούς ως «τουρκικό μοντέλο» για τον μουσουλμανικό κόσμο - ο αρμονικός δηλαδή συγκερασμός του πολιτικού Ισλάμ με τη λειτουργία γνήσιων δημοκρατικών θεσμών κατά το πρότυπο, υποτίθεται, της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας - υπέστη δεινό επικοινωνιακό πλήγμα. Ενώ η αβεβαιότητα περί την κοινοτική ένταξη της γείτονος επετάθη έτι περαιτέρω · με όσους κοινοτικούς εταίρους την απεύχονται την ένταξη αυτή να αντλούν από τα διαδραματιζόμενα στη γείτονα πρόσθετα επιχειρήματα για να την αποκλείσουν.
 
***
Μια τελευταία επισήμανση σχετική με τα ελληνικά συμφέροντα: Οι τρέχουσες εσωτερικές τουρκικές διεργασίες, στο μέτρο που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την τουρκική ισχύ και τη διεθνή επιρροή του τουρκικού παράγοντα και ειδικότερα τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση, παρουσιάζουν για τη χώρα μας προφανές, πλην έμμεσο, ενδιαφέρον. Ευθεία επίδρασή τους στα υπό ευρεία έννοια Ελληνοτουρκικά δεν φαίνεται πιθανή. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε, ότι και μετά την οιονεί επαναστατική μετάβαση από το κεμαλικό καθεστώς στη ισλαμική διακυβέρνηση οι θέσεις της Άγκυρας για το Αιγαίο και το Κυπριακό παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες.


[i] Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος του περιοδικού «Ιππικό-Τεθωρακισμένα», τριμηνιαίας έκδοσης του Συνδέσμου Αποστράτων Αξιωματικών Ιππικού-Τεθωρακισμένων.
[ii] Steven A. Cook, The Strong Man at his Weakest, Foreign Policy, 20-6-2013
[iii] Ilan Berman, Turkey’s Kurdish Arithmetic, Forbes, 29-5-2013
[iv] Daniel Dombey, Turkey agrees energy deal with Kurdish north Iraq, Financial Times, 13-5-2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου