4/2/13

Οι Στρατιωτικές Επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13 Συνοπτική Αναφορά

  
Δευτέρα, 04 Φεβρουαρίου 2013 10:29
Εισαγωγή
Ο «ατυχής», όπως χαρακτηρίστηκε εξωραϊσμένα αλλά στην ουσία ταπεινωτικός και καταστρεπτικός Ε/Τ πόλεμος του 1897, άφησε σε ολόκληρο το Έθνος σοβαρές τραυματικές εμπειρίες.
Ευτυχώς όμως το πάθημα, κυρίως από την έλλειψη προπαρασκευής, έγινε μάθημα και έτσι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (Α΄ και Β΄) που ακολούθησαν το 1912-13, είχαν αίσια έκβαση και εξεπλήρωσαν ως ένα ικανοποιητικό βαθμό τους πόθους και τα οράματά μας.
  
Δευτέρα, 04 Φεβρουαρίου 2013 10:29
Εισαγωγή
Ο «ατυχής», όπως χαρακτηρίστηκε εξωραϊσμένα αλλά στην ουσία ταπεινωτικός και καταστρεπτικός Ε/Τ πόλεμος του 1897, άφησε σε ολόκληρο το Έθνος σοβαρές τραυματικές εμπειρίες.
Ευτυχώς όμως το πάθημα, κυρίως από την έλλειψη προπαρασκευής, έγινε μάθημα και έτσι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (Α΄ και Β΄) που ακολούθησαν το 1912-13, είχαν αίσια έκβαση και εξεπλήρωσαν ως ένα ικανοποιητικό βαθμό τους πόθους και τα οράματά μας.
 
Η Στρατιωτική Προπαρασκευή
Χρονικά αρχίζει το 1904 και συνεχίζεται έως την έναρξη του Πολέμου
Η μεγάλη, ωστόσο, ώθηση για τη δημιουργία αξιομάχων ΕΔ, δόθηκε στα επόμενα τρία χρόνια (1909-1912), τόσο από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο του 1909 όσο και κυρίως το 1910-1912 από τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Μάλιστα αυτός, σε εκδήλωση καλής θελήσεως και ενωτικού πνεύματος, ανεκάλεσε στις ΕΔ τους Πρίγκιπες που είχαν απομακρυνθεί από τον Σ.Σ., ενώ Γενικός Διοικητής του Στρατού ορίσθηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος.
 
Όλες αυτές οι προετοιμασίες εξασφάλισαν, ώστε ο Σ.Ξ., στα πρόθυρα του πολέμου να παρατάξει 7 Μεραρχίες Πεζικού (4 ενεργές και 3 επιστρατευόμενες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 1 Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πεζικού – που αργότερα αναπτύχθηκε σε Μεραρχία – και 8 Τάγματα Ευζώνων. Ένα σύνολο 130 χιλ. ανδρών, 32 χιλ. κτηνών και 5.700 αυτοκινήτων και ζωήλατων.
Αλλά και στο Ναυτικό μετακλήθηκε Αγγλική αποστολή υπό τον Υποναύαρχο Τάφνελ. Και ακόμη αποκτήθηκαν το νεότευκτο θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ» από την Ιταλία – κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Τούρκων –, δύο αντιτορπιλικά πρόσφατα ναυπηγηθέντα, τέσσερα μικρότερα σκάφη και ένα υποβρύχιο το «Δελφίν». Γενικά, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο στόλος μας υπερείχε ποσοτικά του Τουρκικού, όμως η υψηλή ταχύτητα και η ισχύς πυρός του «Αβέρωφ» έκαναν τη διαφορά. Η ύπαρξη του στόλου μας, εβάρυνε αποφασιστικά για τη συμμετοχή της χώρας μας στη συμφωνία των Βαλκανικών Κρατών, διότι ήταν ο μόνος που θα απαγόρευε τις θαλάσσιες μεταφορές στο Αιγαίο, από την Μικρά Ασία και την Συρία δυνάμεως περίπου 250 χιλ. ανδρών για την ενίσχυση των Τουρκικών δυνάμεων του Βαλκανικού Μετώπου.
Επίσης, στο Ναυτικό προσκολλήθηκαν πάνω από 95 εμπορικά και επιβατικά πλοία, ενώ αποκτήθηκαν ακόμη τέσσερα αεροσκάφη που υπήχθησαν στο Σ.Ξ.
Θα ήταν εξάλλου παράλειψη, αν δεν γινόταν λόγος για την εθελοντική όσο και συγκινητική στράτευση περίπου έξι χιλιάδων νέων από το Εξωτερικό, αλλά και από την Κύπρο, Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά και κυρίως από την Κρήτη. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και το Σώμα του Ζακύνθιου Αλεξάνδρου Ρώμα με 1.100 άνδρες, καθώς και του Ιταλού Στρατηγού Ριτσιότι Γκαριμπάλντι, γιού του περιώνυμου Γκιουζέπε Γκαριμπάλντι με 2.300 Ιταλούς, τους γνωστούς ερυθροχίτωνες, τα οποία έδρασαν στην Ήπειρο ,στην δύναμη των οποίων είχε ενταχθεί,  ως Λοχαγός ο Έλληνας  πολιτικός και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ,γεννημένος στην Ιθάκη και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα και ο οποίος στις 28-11-1912 έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις πλαγιές του Δρίσκου ,μεταξύ Ιωαννίνων και Μετσόβου.
 
Η Διεξαγωγή των Επιχειρήσεων
α. Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Η Γενική Επιστράτευση του Ε.Σ. κηρύχθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 και του Πολέμου στις 4 Οκτωβρίου, ενώ οι Τούρκοι είχαν επιστρατευθεί στις 16 Σεπτεμβρίου.
Ο Ε.Σ. είχε κατανεμηθεί, αφενός μεν στη Στρατιά Θεσσαλίας με δύναμη 110 χιλ. υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, αφετέρου δε στο Τμήμα Ηπείρου με δύναμη λίγο πάνω από 10 χιλ. υπό τον Αντιστράτηγο  Κων/νο Σαπουντζάκη.
Στον Πόλεμο συμμετείχαν και οι γνωστές Βαλκανικές Χώρες με δύναμη η Βουλγαρία 300 χιλ., η Σερβία 220 χιλ. και το Μαυροβούνιο 35 χιλ. ανδρών. Δηλαδή ένα σύνολο 675 χιλ. ανδρών, που αντιπαρατάχθηκε σε δύναμη 345 χιλ. Τουρκικού Στρατού.
Τους Έλληνες αντιμετώπιζαν, στη Μακεδονία ο Χασάν  Ταξίν Πασάς με την Ομάδα Αλιάκμονος των 3 και πλέον Μεραρχιών και στην Ήπειρο ο Αλβανός Εσάτ Πασάς με την ομάδα Ιωαννίνων των 2 Μεραρχιών.
Οι επιθετικές ενέργειες των δυνάμεών μας, που έπαιρναν για πρώτη φορά το βάπτισμα του πυρός, άρχισαν το πρωί στις 5 Οκτωβρίου. Τα τμήματά μας διάβηκαν τη μεθόριο γραμμή, τη γνωστή Μελούνα, και κινήθηκαν προς την γενική κατεύθυνση Στενά Σαρανταπόρου – Σερβία – Κοζάνη.
 
Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί εξαπολύθηκε η επίθεση με 3 Μεραρχίες (I, II και III) κατά μέτωπο, δυτικά την IV προς τα Στενά της Πόρτας μεταξύ Πιερίων και Καμβουνίων, ακόμη δυτικότερα την V ΜΠ και την Ταξιαρχία Ιππικού καθώς και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, σε ευρεία υπερκερωτική κίνηση από τα Δυτικά. Ανατολικά των Στενών Σαρανταπόρου κατευθύνθηκε η VII ΜΠ με το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντοπούλου προς τα Στενά της Πέτρας μεταξύ Πιερίων και Ολύμπου. Ως εφεδρεία τηρήθηκε η VI ΜΠ.
Εδώ, χάριν της ιστορικής αλήθειας θα σημειώσουμε δύο ατυχή περιστατικά. Το πρώτο αφορά στην βραδεία αναδιάταξη του Πυροβολικού λόγω  σοβαρών  εδαφικών δυσχερειών, με αποτέλεσμα να μην υποστηριχθούν επαρκώς οι μετωπικά επιτιθέμενες Μεραρχίες και να υποστούν σοβαρές απώλειες και το δεύτερο στην αδράνεια της Ταξιαρχίας Ιππικού και του Αποσπάσματος Γεννάδη να κινηθούν δραστήρια από Δυτικά, να καταλάβουν τον Πόρο της Ζάμπουρδας στον Αλιάκμονα ποταμό και να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι τελικά διέφυγαν
Η έγκαιρη, εν τούτοις, ενέργεια της IV ΜΠ με τη διάνοιξη των Στενών της Πόρτας, υποχρέωσε τους Τούρκους να υποχωρήσουν προ της απειλής να εγκλωβιστούν κι έτσι οι Δυνάμεις μας στις 10 Οκτωβρίου απελευθέρωσαν τα Σέρβια, όπου οι υποχωρούντες Τούρκοι εσφάγιασαν 75 προκρίτους, κατοίκους και ιερείς, δείγμα της βαρβαρότητάς τους.
Εν συνεχεία, τα τμήματά μας πέρασαν τον Αλιάκμονα και στις 11 Οκτωβρίου εισήλθαν αμαχητί στην πλημμυρισμένη από τη γαλανόλευκη Κοζάνη.
Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες της Κυβερνήσεως για ταχεία κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, ώθησαν τις Δυνάμεις μας προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι ο όγκος της Στρατιάς, πλην της V ΜΠ που κινήθηκε προς την Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια), δια των διαβάσεων Βερμίου και Πιερίων κατήλθε στην Πεδιάδα Ημαθίας, κατέλαβε αμαχητί στις 16 Οκτωβρίου την Βέροια και προήλασε προς τα Γιαννιτσά, την Ιερή πόλη των Τούρκων, όπου και δόθηκε η ομώνυμη μάχη.
Η σύγκρουση το πρωί της 19ης Οκτώβρη, με 5 Ελληνικές Μεραρχίες σχεδόν σε παράταξη, υπήρξε πεισματώδης. Επαναλήφθηκε την επομένη και η ισχυρή πίεση την οποία δέχτηκαν οι Τούρκοι μαζί με τον φόβο εγκλωβισμού, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση, με αποτέλεσμα περί την μεσημβρία της 20ης Οκτωβρίου οι πρώτες Ελληνικές Μονάδες να εισέλθουν στα Γιαννιτσά.
Μετά τη νικηφόρο μάχη, η Στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς την Θεσσαλονίκη και εγκατέστησε το Στρατηγείο της στο χωριό Γέφυρα (Τόπσιν) εγγύς Αξιού Ποταμού, όπου στις 24 Οκτωβρίου δέχτηκε αντιπροσωπεία για συνομιλίες προς παράδοση.
Εν τω μεταξύ, η από Κοζάνη κινηθείσα προς ΒΔ V ΜΠ προς κάλυψη του αριστερού της Στρατιάς, υπέστη στις 24 Οκτωβρίου αιφνιδιασμό στα έλη του Αμυνταίου, που παρ’ ολίγον να καταλήξει σε άτακτη φυγή. Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση και τα πράγματα αποκαταστάθηκαν.
Πάντως, στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να θυμίσουμε ότι στα 500 χρόνια περίπου απάνθρωπης σκλαβιάς στην Μακεδονία, κυρίως λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, είχαν συντελεσθεί μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και εξισλαμισμοί Ελλήνων Χριστιανών. Αρκετές περιοχές είχαν στην υπόψη περίοδο συμπαγείς Μωαμεθανικούς και όχι μόνο πληθυσμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Θεσσαλονίκη, όπου από δημογραφικής πλευράς προηγούνταν οι Εβραίοι και ακολουθούσαν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και άλλοι. Μπορούμε συνεπώς να διατυπώσουμε την άποψη, μιλώντας ιστορικά και όχι συναισθηματικά, πράγμα που μας επιτρέπει το υψηλής στάθμης ακροατήριο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στα Γιαννιτσά, αλλά και στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, πολεμούσαμε σε εχθρικό περιβάλλον, και εκεί κυρίως πρέπει να αποδοθεί ο αιφνιδιασμός του Αμυνταίου (Σόροβιτς).
Επανερχόμενοι στις συνομιλίες για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, τελικά ο Χασάν Ταξίν Πασάς πείσθηκε για το μάταιο του αγώνα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στην Ελληνική Στρατιά, απορρίπτοντας σχετική πρόταση των Βουλγάρων, αλλά και σχετικές νύξεις των Σέρβων.
Το πρωτόκολλο παραδόσεως υπογράφηκε εκ μέρους των Ελλήνων από τους εκπροσώπους της Ελληνικής Στρατιάς Αντ/ρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τον Λοχαγό Ιωάννη Μεταξά κι έτσι η Θεσσαλονίκη μετά από 482 χρόνια Τουρκικής σκλαβιάς (από το 1430) απελευθερωνόταν στις 26 Οκτωβρίου ανήμερα της εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου.
Παραδόθηκαν περίπου 1.000 Αξιωματικοί και 25.000 Οπλίτες, ενώ κυριεύθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.
Εν τω μεταξύ, ύστερα από Βουλγαρικές παρακλήσεις, ο Κωνσταντίνος καλόπιστα συγκατένευσε και δύο Τάγματά τους καταυλίσθησαν στην Θεσσαλονίκη.
Μετά την κατάληψη της πόλης, όπου έσπευσε σκόπιμα να εγκατασταθεί και ο βασιλέας Γεώργιος Α΄, μέρος της Στρατιάς στράφηκε προς την Δυτική Μακεδονία. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Φλώρινα, ενώ την ίδια ημέρα οι Σέρβοι καταλάμβαναν το Ελληνικότατο Μοναστήρι. Κατόπιν στις 11 Νοεμβρίου τμήματά μας εισήλθαν στην Καστοριά μετά από αγώνα και στις 7 Δεκεμβρίου καταλάμβαναν την Κορυτσά. Παράλληλα οι μεν Μαυροβούνιοι κυρίευαν εδάφη στην Β. Αλβανία και πολιορκούσαν την Σκόδρα, ενώ οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, επίσης στη Δυτική Θράκη και σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Θράκης, πολιορκώντας την Ανδριανούπολη.
Ταυτόχρονα με τον αγώνα στον ηπειρωτικό χώρο, δυνάμεις του Ναυτικού με αγήματά τους, συνεργαζόμενες με τμήματα του Στρατού μεταφερόμενες με επίτακτα πλοία, απελευθέρωναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και Τενέδου, όχι όμως και τα Δωδεκάνησα που τελούσαν από τις αρχές το 1912 υπό Ιταλική κατοχή.
Η κυριαρχία του στόλου μας στο Αιγαίο ήταν αδιαφιλονίκητη. Και στις δύο φορές που ο Τουρκικός Στόλος επιχείρησε να εξέλθει από τα Στενά του Ελλησπόντου και έλαβαν χώρα οι ναυμαχίες της Έλλης (8 Δεκεμβρίου) και της Λήμνου ( 5 Ιανουαρίου 1913), ο άξιος και εύτολμος Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τον ανάγκασε, με σοβαρές απώλειες και σημαντικές ζημιές, να ανακρούσει πρύμναν και να καταφύγει στην ασφάλεια των Στενών.
Ένα παράτολμο ναυτικό επεισόδιο της περιόδου, που δείχνει το υψηλό ηθικό και την μαχητικότητα των Ναυτικών μας, ήταν αυτό της καταδρομής του τορπιλοβόλου 11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση τη νύχτα στις 18 Οκτωβρίου στον επιμελώς οχυρωμένο και ναρκοθετημένο λιμένα της Θεσσαλονίκης. Με δύο τορπίλες έπληξε το σχετικά παροπλισμένο ημιθωρηκτό Φέτχ-Ι-Μπουλέντ και το βύθισε.
Ακόμη ναυτικά αγήματα κατέλαβαν τον λαιμό της Χαλκιδικής και απέτρεψαν την είσοδο Βουλγαρικών Στρατευμάτων, ενώ Σώματα Προσκόπων απελευθέρωσαν την Χαλκιδική στις23 Οκτωβρίου.
Σημαντικές επίσης υπηρεσίες προσέφερε και η νεοσύστατη Αεροπορική δύναμη με αναγνωρίσεις και παροχή πληροφοριών για τις κινήσεις του αντιπάλου.
Παράλληλα, στο μέτωπο της Ηπείρου ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, με περιορισμένη δύναμη 10 χιλ. περίπου ανδρών τηρούσε μάλλον αμυντική στάση έναντι των υπερτέρων Τουρκικών δυνάμεων, περίπου 20 χιλ. Παρ’ όλα αυτά, βελτίωσε σταδιακά τις θέσεις του, καταλαμβάνοντας μέχρι τέλους Οκτωβρίου το Γρίμποβο (6), την Φιλιππιάδα (12), την Πρέβεζα (21), τα Πέντε Πηγάδια (28) και το Μέτσοβο (31). Από τις 10 Ιανουαρίου 1913, όμως, το κύριο βάρος της προσπάθειας μεταφέρθηκε στην Ήπειρο. Τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Διάδοχος και με σοβαρές ενισχύσεις από την Θεσσαλονίκη που μεταφέρθηκαν με πλοία, στις 20 Φεβρουαρίου εκδηλώθηκε η γενική επίθεση για την εκπόρθηση της φύσει–θέσει οχυρής τοποθεσίας του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Οι τολμηρές διεισδύσεις, κυρίως, των Ευζωνικών Ταγμάτων του Ιατρίδη και Βελισσαρίου από Δυτικά, αλλά και η ισχυρή κατά μέτωπον πίεση, επέφεραν το ποθητό αποτέλεσμα και στις 21 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη μετά την συνθηκολόγηση των Τουρκικών Δυνάμεων και την παράδοση περίπου 20.000 ανδρών.
Εν συνεχεία ο Στρατός μας προήλασε στην Β. Ήπειρο και μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου απελευθέρωσε το Αργυρόκαστρο (3), τους Αγίους Σαράντα (3), την Πρεμετή (27 Φεβ.), το Τεπελένι (4) και την Κλεισούρα (3), ενώ η Χειμάρρα είχε απελευθερωθεί στις 5 Νοεμβρίου 1912. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη υπήρξε και η συμμετοχή του Στόλου με αποβατικά αγήματα και κυρίως με υποστήριξη δια πυρών και ανεφοδιασμό από θαλάσσης.
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913.
 
Β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε στις 16 Ιουνίου 1913 και περατώθηκε στις 18 Ιουλίου. Δηλαδή ένας πόλεμος 30 περίπου ημερών, αρκετά συντομότερος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά κατά πολύ αιματηρότερος, λόγω αφενός της εξαιρετικά πείσμονος αντιστάσεως των Βουλγάρων, αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών και αφετέρου των θηριωδιών που διέπραξαν σε βάρος του αμάχου πληθυσμού, κυρίως Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Οι Βούλγαροι αλαζόνες και άπληστοι, οραματιζόμενοι την Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) και θεωρούντες εαυτούς ως τους Πρώσους των Βαλκανίων, διαθέτοντες συνάμα τον μεγαλύτερο και αρτιότερα εξοπλισμένο και Εκπαιδευμένο Στρατό, 300 χιλ. και πλέον ανδρών, μετά από σειρά προηγηθέντων επεισοδίων, επετέθησαν αιφνιδιαστικά και ταυτόχρονα στις 16/17 Ιουνίου, τόσο κατά των Ελλήνων στην Ελευθερούπολη, Νιγρίτα και Παγγαίο, όσο και κατά των Σέρβων στο Ιστιπ και Γευγελή. Ήδη από τις 19 Μαΐου Ελλάς και Σερβία είχαν συνάψει συμφωνία και με απόρρητο (μυστικό) πρωτόκολλο στρατιωτικής συνεργασίας, για την αντιμετώπιση της Βουλγαρικής επιθετικότητας.
Η Ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση. Την επόμενη νύχτα αιχμαλωτίσθηκαν, μετά από αιματηρές συγκρούσεις, όλα τα Βουλγαρικά Τμήματα στην Θεσσαλονίκη. Και το πρωί στις 19 Ιουνίου άρχισε η προέλαση των Δυνάμεών μας προς Κιλκίς και Λαχανά, με Αρχιστράτηγο τον βασιλέα πλέον Κωνσταντίνο, μετά τη δολοφονία του πατρός του Γεωργίου Α΄ στην Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου.
Οι Δυνάμεις των Βουλγάρων στην περιοχή, ανέρχονταν σε 70 χιλ. περίπου υπό τον Αντιστράτηγο Ιβάνωφ, διοικητή της 2ης Στρατιάς. Η μάχη διήρκησε επί τριήμερον και ήταν σκληρότατη με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Ο αγώνας υπήρξε τόσο πείσμων, ώστε κυριολεκτικά θυσιάστηκαν 10 Δ/τές Συνταγμάτων και Ταγμάτων. Οι αδυσώπητοι Βούλγαροι, υποχωρούντες σε όλα τα μέτωπα προς της χώρα τους, διέπρατταν φοβερά εγκλήματα. Την εκδικητική μανία τους στην Ελλάδα πλήρωσαν ακριβά η Νιγρίτα, οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο και προπαντός το μαρτυρικό Δοξάτο Δράμας, αλλά και οι κάτοικοι των χωρίων της περιοχής.
Οι αγριότητες αυτές – οι ξένοι παρατηρητές, ακόμη και οι Τούρκοι, τις ονόμασαν φρικαλεότητες – εξόργισαν τον Κωνσταντίνο σε τέτοιο βαθμό ώστε, παραφράζοντας τον γνωστό Ρωμαίο τιμητή (κήνσορα) Κάτων, που είχε πει για την Καρχηδόνα την ιστορική φράση ότι έπρεπε να καταστραφεί (Cartago delenda est) ανέκραξε: η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί (Bulgaria delenda est). Έτσι άλλωστε μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή του, να υπογράψουν οι Βούλγαροι συνθηκολόγηση άνευ όρων επί του πεδίου της μάχης και ώθησε τον Στρατό μας, παράτολμα μέχρι την Τζουμαγιά, 90 χιλ. βόρεια από τα σημερινά μας σύνορα, ατενίζοντας την Σόφια.
Ο Ελληνικός Στρατός, μετά τις νικηφόρες μάζες 19-21 Ιουνίου στο Κιλκίς Λαχανά, κινήθηκε προς βορρά σε 2 φάλαγγες:
Η αριστερή με τον όγκο των Δυνάμεών μας (5 Μεραρχίες), αφού κατέλαβε με αγώνα στις 23 Ιουνίου τον ζωτικό κόμβο της Δοϊράνης, διέσχισε το Δυτικό Μπέλες. Εκεί οι Σέρβοι από την   Γευγελή αδράνησαν, ενώ θα μπορούσαν να αποκόψουν τους υποχωρούντες Βουλγάρους
Ο Στρατός μας  κατόπιν κινήθηκε προς Ανατολάς κατά μήκος της κοιλάδας του Στρούμνιτσα πoταμού, του κυριότερου παραποτάμου του Στρυμόνα , στη συμβολή του οποίου με 4 Μεραρχίες, έχοντας καταλάβει το Πετρίτσι, στράφηκε προς Βορρά ακολουθώντας την κοιλάδα του. Ήδη προηγουμένως μια Μεραρχία, αφού κατέλαβε την Στρώμνιτσα, συνέχισε προς Βορρά κατά μήκος των Δυτικών απολήξεων του όρους Όρβηλος προς Πέχτσεβο – Τσάρεβο Σέλο(άνω κοιλάδα Μπρεγκάλνιτσα ,παραποτάμου Αξιού π.)
.
Η δεξιά φάλαγγα (2 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού) δια των διαβάσεων των Κρουσίων πέρασε την πεδιάδα της Ροδοπόλεως και έφθασε στον μέσο ρου του Στρυμώνα. Εκεί στο ύψος του οχυρού Ρούπελ συνενώθηκε με την αριστερή και συνέχισαν την προς βορρά κίνηση κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμώνα. Πιο πριν μία  Μεραρχία της κινήθηκε ανατολικότερα του όρους Πιρίν προς το (παλαιό) Νευροκόπι – Μπάνσκο.
Εν συνεχεία,  η κυρία φάλαγγα εξεπόρθησε αρχικά την φύσει – θέσει οχυρή τοποθεσία των στενών της Κρέσνας, μήκους 16 χλμ. από 6-10 Ιουλίου και κατόπιν συνέχισε τον επικό αγώνα της στο χώρο του Σιμιτλή 11-14 Ιουνίου και της Τζουμαγιάς 15-18, ενώ οι δευτερεύουσες προσπάθειες Δυτικά  του Ορβήλου και Ανατολικά του Πιρίν σημείωναν ικανοποιητική πρόοδο.
Εδώ θα επισημάνουμε μια εξαιρετικά σοβαρή παρασπονδία των Σέρβων «φίλων» μας. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν υποχρέωση βάσει του κοινού σχεδίου να επιχειρούν παράλληλα, καλυπτόμενοι αμοιβαίως, όταν ο Στρατός μας έφθασε στο ύψος του Σιμιτλή, δηλαδή 60 περίπου χιλιόμετρα βορειότερα από τα σημερινά μας σύνορα, πιεζόμενοι από τους Ρώσους ή και έχοντες επιτύχει τους κύριους αντικειμενικούς τους σκοπούς, ανέκοψαν απροειδοποίητα την προχώρησή τους. Απόρροια τούτου και παρά τις επανειλημμένες αγωνιώδεις εκκλήσεις μας, ήταν να μείνει ακάλυπτο για αρκετό χρόνο  το αριστερό μας πλευρό και οι Βούλγαροι, απαγκιστρωμένοι από τους Σέρβους, να στραφούν εναντίον μας και να διατρέξουμε τον έσχατο κίνδυνο συντριβής. Εκεί οι απώλειές μας υπήρξαν βαρύτατες και η καταστροφή αποτράπηκε χάρη στον υπερήρωα Έλληνα μαχητή.
Εν τω μεταξύ, η μεταφερθείσα ατμοπλοϊκώς από την Ήπειρο VIII Μεραρχία απελευθέρωσε την Ξάνθη 12 Ιουλίου, και την Κομοτηνή 15 Ιουλίου, ενώ με τη σύμπραξη Στρατού και Ναυτικού, απελευθερώθηκαν η Καβάλα στις 23 Ιουνίου, η Αλεξανδρούπολη 12 Ιουλίου και το Πόρτο Λάγος 16 Ιουλίου.
Οι νικηφόρες μάχες εντός της Βουλγαρίας και κυρίως η εισβολή, χωρίς σχεδόν αντίσταση, των Ρουμανικών δυνάμεων από βορρά, είχαν σαν αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό της σε σύναψη ανακωχής και κατάπαυση του πυρός στις 18 Ιουλίου 1913. Παράλληλα, οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει την Ανατολική Θράκη, που είχαν απολέσει από τους Βουλγάρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
Τελικά, στις 28 του ιδίου μηνός υπεγράφη, κάτω από απαράδεκτες παρεμβάσεις κυρίως σε βάρος μας των Μεγάλων Δυνάμεων, στο Βουκουρέστι, συνθήκη Ειρήνης. Η Ελλάδα είχε βεβαίως κερδίσει την Ήπειρο ,την Μακεδονία,τα νησιά του  Αν. Αιγαίου και την(αυτόνομη )Κρήτη, υποχρεωθείσα όμως να εκκενώσει τα μεγάλης εκτάσεως εντός της Βουλγαρίας σε βάθος καταληφθέντα με τη λόγχη εδάφη ,παρά τα κρατούντα στο Διεθνές Δίκαιο του πολέμου,  περιορισθείσα τελικώς στα σημερινά προβληματικά μας σύνορα επί του όρους Μπέλες, αντί τουλάχιστον στην κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού, όπου οι πόλεις Στρούμνιτσα, Πετρίτσι και το εγγύς Μελένικο, με σημαντικό Ελληνικό πληθυσμό. Τραγική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν τα καραβάνια των ξεσπιτωμένων Ελλήνων προσφύγων που ακολουθούσαν τους αποχωρούντες Ελληνικούς Σχηματισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων.
. Αλλά, δυστυχώς, αναγκασθήκαμε, επίσης, να επιστρέψουμε τον Οκτώβριο 1913 στους ηττημένους Βουλγάρους την προ τριμήνου απελευθερωθείσα  Δυτική Θράκη και να εγκαταλείψουμε αργότερα, αρχές του 1914 την Β. Ήπειρο, έναντι διατηρήσεως των  νησιών του Αν Αιγαίου .Ευτυχώς, κρατήσαμε την Καβάλα, χάρη στην σθεναρή παρέμβαση του Κωνσταντίνου προς τον γυναικάδελφό του Κάιζερ Γουλιέλμο.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν μεγάλα τα κέρδη από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Τεράστιες όμως ήταν και οι απώλειές μας σε ανθρώπινο δυναμικό: 41.555 Αξιωματικοί και Οπλίτες (νεκροί – τραυματίες και αγνοούμενοι) από τον Στρατό, 29 από το Ναυτικό και 2 Αξιωματικοί από την Αεροπορία, χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε τις εκτεταμένες σφαγές των αμάχων και τις τεράστιες υλικές ζημιές.
Η χώρα μας διπλασιάστηκε σε έκταση: από τα 64 τ.χιλ. αυξήθηκε στα 120 και ο πληθυσμός από 2,6 εκατ. στα 4,7 περίπου, αν και ο επιπλέον πληθυσμός ήταν ανομοιογενής, με πλεονάζοντες, ιδίως στη Μακεδονία τους Μουσουλμάνους. Τελικά, ομοιογένεια επιτεύχθηκε το 1929, μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών, υποχρεωτικές και προαιρετικές, που  έλαβαν χώρα κατά την δεκαετία  του1920,χωρίς να παραβλέπονται οι μετακινήσεις πληθυσμών ,κυρίως λόγω  διωγμών κατά την πρώτη20ετία του 1920(Μακεδονικός αγώνας 1904-1908,κίνημα Νεοτούρκων 1908,Βαλκανικοί πόλεμοι 1912,Α΄ΠΠ1914-1918) .
Η Ελλάδα πάντως ανδρώθηκε, έγινε βιώσιμη και υπολογίσιμη δύναμη.
Μέγα, τελικώς επίτευγμα που οφείλεται:
 
  • Στο όραμα και στη διορατικότητα της Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας.
  • Στη σωστή προετοιμασία των Ε.Δ. και του Λαού, ιδίως κατά τα τελευταία προ του πολέμου έτη (1909-1912), αλλά και κυρίως στην από κοινού δράση με άλλα Βαλκανικά κράτη, κατά περίπτωση.
  • Στην ορθή εκτίμηση για τις προθέσεις των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ως προς το Ανατολικό Ζήτημα (συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακατανομή των εδαφών της, ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο).
  • Στην κυριαρχία του Στόλου μας στο Αιγαίο  η οποία συνετέλεσε,  αφενός μεν στην απελευθέρωση τον Ιούλιο 1913 της Δυτικής Θράκης(προσωρινά) και των νησιών του Αν. Αιγαίου ,αφετέρου δε και κυρίως στην απαγόρευση των μεταφορών δια θαλάσσης από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να μη φθάσουν ποτέ ενισχύσεις περίπου 250 χιλ. ανδρών από την Μικρά Ασία και την Συρία στα Βαλκάνια.
  • Στη στροφή της Στρατιάς προς την Θεσσαλονίκη, που υπήρξε το προοίμιο του επιτυχούς Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Και πάνω απ’ όλα:
Στην ομοψυχία και ενότητα Στρατού και Λαού, Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας, αλλά και στο ξεδίπλωμα στρατιωτικών αρετών και πνεύματος αυτοθυσίας υψηλού επιπέδου από Αξιωματικούς και Οπλίτες, στρατευμένους και εθελοντές.

Του Αντ/γου  ε.α. ΝΙΚ. ΚΟΛΟΜΒΑ  Επίτιμου Δ/του Γ΄Σ.Σ. Πτυχιούχου Νομικής Α.Π.Θ.
 
Η Στρατιωτική Προπαρασκευή
Χρονικά αρχίζει το 1904 και συνεχίζεται έως την έναρξη του Πολέμου
Η μεγάλη, ωστόσο, ώθηση για τη δημιουργία αξιομάχων ΕΔ, δόθηκε στα επόμενα τρία χρόνια (1909-1912), τόσο από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο του 1909 όσο και κυρίως το 1910-1912 από τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Μάλιστα αυτός, σε εκδήλωση καλής θελήσεως και ενωτικού πνεύματος, ανεκάλεσε στις ΕΔ τους Πρίγκιπες που είχαν απομακρυνθεί από τον Σ.Σ., ενώ Γενικός Διοικητής του Στρατού ορίσθηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος.
 
Όλες αυτές οι προετοιμασίες εξασφάλισαν, ώστε ο Σ.Ξ., στα πρόθυρα του πολέμου να παρατάξει 7 Μεραρχίες Πεζικού (4 ενεργές και 3 επιστρατευόμενες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 1 Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πεζικού – που αργότερα αναπτύχθηκε σε Μεραρχία – και 8 Τάγματα Ευζώνων. Ένα σύνολο 130 χιλ. ανδρών, 32 χιλ. κτηνών και 5.700 αυτοκινήτων και ζωήλατων.
Αλλά και στο Ναυτικό μετακλήθηκε Αγγλική αποστολή υπό τον Υποναύαρχο Τάφνελ. Και ακόμη αποκτήθηκαν το νεότευκτο θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ» από την Ιταλία – κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Τούρκων –, δύο αντιτορπιλικά πρόσφατα ναυπηγηθέντα, τέσσερα μικρότερα σκάφη και ένα υποβρύχιο το «Δελφίν». Γενικά, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο στόλος μας υπερείχε ποσοτικά του Τουρκικού, όμως η υψηλή ταχύτητα και η ισχύς πυρός του «Αβέρωφ» έκαναν τη διαφορά. Η ύπαρξη του στόλου μας, εβάρυνε αποφασιστικά για τη συμμετοχή της χώρας μας στη συμφωνία των Βαλκανικών Κρατών, διότι ήταν ο μόνος που θα απαγόρευε τις θαλάσσιες μεταφορές στο Αιγαίο, από την Μικρά Ασία και την Συρία δυνάμεως περίπου 250 χιλ. ανδρών για την ενίσχυση των Τουρκικών δυνάμεων του Βαλκανικού Μετώπου.
Επίσης, στο Ναυτικό προσκολλήθηκαν πάνω από 95 εμπορικά και επιβατικά πλοία, ενώ αποκτήθηκαν ακόμη τέσσερα αεροσκάφη που υπήχθησαν στο Σ.Ξ.
Θα ήταν εξάλλου παράλειψη, αν δεν γινόταν λόγος για την εθελοντική όσο και συγκινητική στράτευση περίπου έξι χιλιάδων νέων από το Εξωτερικό, αλλά και από την Κύπρο, Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά και κυρίως από την Κρήτη. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και το Σώμα του Ζακύνθιου Αλεξάνδρου Ρώμα με 1.100 άνδρες, καθώς και του Ιταλού Στρατηγού Ριτσιότι Γκαριμπάλντι, γιού του περιώνυμου Γκιουζέπε Γκαριμπάλντι με 2.300 Ιταλούς, τους γνωστούς ερυθροχίτωνες, τα οποία έδρασαν στην Ήπειρο ,στην δύναμη των οποίων είχε ενταχθεί,  ως Λοχαγός ο Έλληνας  πολιτικός και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ,γεννημένος στην Ιθάκη και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα και ο οποίος στις 28-11-1912 έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις πλαγιές του Δρίσκου ,μεταξύ Ιωαννίνων και Μετσόβου.
 
Η Διεξαγωγή των Επιχειρήσεων
α. Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Η Γενική Επιστράτευση του Ε.Σ. κηρύχθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 και του Πολέμου στις 4 Οκτωβρίου, ενώ οι Τούρκοι είχαν επιστρατευθεί στις 16 Σεπτεμβρίου.
Ο Ε.Σ. είχε κατανεμηθεί, αφενός μεν στη Στρατιά Θεσσαλίας με δύναμη 110 χιλ. υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, αφετέρου δε στο Τμήμα Ηπείρου με δύναμη λίγο πάνω από 10 χιλ. υπό τον Αντιστράτηγο  Κων/νο Σαπουντζάκη.
Στον Πόλεμο συμμετείχαν και οι γνωστές Βαλκανικές Χώρες με δύναμη η Βουλγαρία 300 χιλ., η Σερβία 220 χιλ. και το Μαυροβούνιο 35 χιλ. ανδρών. Δηλαδή ένα σύνολο 675 χιλ. ανδρών, που αντιπαρατάχθηκε σε δύναμη 345 χιλ. Τουρκικού Στρατού.
Τους Έλληνες αντιμετώπιζαν, στη Μακεδονία ο Χασάν  Ταξίν Πασάς με την Ομάδα Αλιάκμονος των 3 και πλέον Μεραρχιών και στην Ήπειρο ο Αλβανός Εσάτ Πασάς με την ομάδα Ιωαννίνων των 2 Μεραρχιών.
Οι επιθετικές ενέργειες των δυνάμεών μας, που έπαιρναν για πρώτη φορά το βάπτισμα του πυρός, άρχισαν το πρωί στις 5 Οκτωβρίου. Τα τμήματά μας διάβηκαν τη μεθόριο γραμμή, τη γνωστή Μελούνα, και κινήθηκαν προς την γενική κατεύθυνση Στενά Σαρανταπόρου – Σερβία – Κοζάνη.
 
Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί εξαπολύθηκε η επίθεση με 3 Μεραρχίες (I, II και III) κατά μέτωπο, δυτικά την IV προς τα Στενά της Πόρτας μεταξύ Πιερίων και Καμβουνίων, ακόμη δυτικότερα την V ΜΠ και την Ταξιαρχία Ιππικού καθώς και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, σε ευρεία υπερκερωτική κίνηση από τα Δυτικά. Ανατολικά των Στενών Σαρανταπόρου κατευθύνθηκε η VII ΜΠ με το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντοπούλου προς τα Στενά της Πέτρας μεταξύ Πιερίων και Ολύμπου. Ως εφεδρεία τηρήθηκε η VI ΜΠ.
Εδώ, χάριν της ιστορικής αλήθειας θα σημειώσουμε δύο ατυχή περιστατικά. Το πρώτο αφορά στην βραδεία αναδιάταξη του Πυροβολικού λόγω  σοβαρών  εδαφικών δυσχερειών, με αποτέλεσμα να μην υποστηριχθούν επαρκώς οι μετωπικά επιτιθέμενες Μεραρχίες και να υποστούν σοβαρές απώλειες και το δεύτερο στην αδράνεια της Ταξιαρχίας Ιππικού και του Αποσπάσματος Γεννάδη να κινηθούν δραστήρια από Δυτικά, να καταλάβουν τον Πόρο της Ζάμπουρδας στον Αλιάκμονα ποταμό και να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι τελικά διέφυγαν
Η έγκαιρη, εν τούτοις, ενέργεια της IV ΜΠ με τη διάνοιξη των Στενών της Πόρτας, υποχρέωσε τους Τούρκους να υποχωρήσουν προ της απειλής να εγκλωβιστούν κι έτσι οι Δυνάμεις μας στις 10 Οκτωβρίου απελευθέρωσαν τα Σέρβια, όπου οι υποχωρούντες Τούρκοι εσφάγιασαν 75 προκρίτους, κατοίκους και ιερείς, δείγμα της βαρβαρότητάς τους.
Εν συνεχεία, τα τμήματά μας πέρασαν τον Αλιάκμονα και στις 11 Οκτωβρίου εισήλθαν αμαχητί στην πλημμυρισμένη από τη γαλανόλευκη Κοζάνη.
Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες της Κυβερνήσεως για ταχεία κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, ώθησαν τις Δυνάμεις μας προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι ο όγκος της Στρατιάς, πλην της V ΜΠ που κινήθηκε προς την Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια), δια των διαβάσεων Βερμίου και Πιερίων κατήλθε στην Πεδιάδα Ημαθίας, κατέλαβε αμαχητί στις 16 Οκτωβρίου την Βέροια και προήλασε προς τα Γιαννιτσά, την Ιερή πόλη των Τούρκων, όπου και δόθηκε η ομώνυμη μάχη.
Η σύγκρουση το πρωί της 19ης Οκτώβρη, με 5 Ελληνικές Μεραρχίες σχεδόν σε παράταξη, υπήρξε πεισματώδης. Επαναλήφθηκε την επομένη και η ισχυρή πίεση την οποία δέχτηκαν οι Τούρκοι μαζί με τον φόβο εγκλωβισμού, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση, με αποτέλεσμα περί την μεσημβρία της 20ης Οκτωβρίου οι πρώτες Ελληνικές Μονάδες να εισέλθουν στα Γιαννιτσά.
Μετά τη νικηφόρο μάχη, η Στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς την Θεσσαλονίκη και εγκατέστησε το Στρατηγείο της στο χωριό Γέφυρα (Τόπσιν) εγγύς Αξιού Ποταμού, όπου στις 24 Οκτωβρίου δέχτηκε αντιπροσωπεία για συνομιλίες προς παράδοση.
Εν τω μεταξύ, η από Κοζάνη κινηθείσα προς ΒΔ V ΜΠ προς κάλυψη του αριστερού της Στρατιάς, υπέστη στις 24 Οκτωβρίου αιφνιδιασμό στα έλη του Αμυνταίου, που παρ’ ολίγον να καταλήξει σε άτακτη φυγή. Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση και τα πράγματα αποκαταστάθηκαν.
Πάντως, στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να θυμίσουμε ότι στα 500 χρόνια περίπου απάνθρωπης σκλαβιάς στην Μακεδονία, κυρίως λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, είχαν συντελεσθεί μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και εξισλαμισμοί Ελλήνων Χριστιανών. Αρκετές περιοχές είχαν στην υπόψη περίοδο συμπαγείς Μωαμεθανικούς και όχι μόνο πληθυσμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Θεσσαλονίκη, όπου από δημογραφικής πλευράς προηγούνταν οι Εβραίοι και ακολουθούσαν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και άλλοι. Μπορούμε συνεπώς να διατυπώσουμε την άποψη, μιλώντας ιστορικά και όχι συναισθηματικά, πράγμα που μας επιτρέπει το υψηλής στάθμης ακροατήριο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στα Γιαννιτσά, αλλά και στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, πολεμούσαμε σε εχθρικό περιβάλλον, και εκεί κυρίως πρέπει να αποδοθεί ο αιφνιδιασμός του Αμυνταίου (Σόροβιτς).
Επανερχόμενοι στις συνομιλίες για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, τελικά ο Χασάν Ταξίν Πασάς πείσθηκε για το μάταιο του αγώνα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στην Ελληνική Στρατιά, απορρίπτοντας σχετική πρόταση των Βουλγάρων, αλλά και σχετικές νύξεις των Σέρβων.
Το πρωτόκολλο παραδόσεως υπογράφηκε εκ μέρους των Ελλήνων από τους εκπροσώπους της Ελληνικής Στρατιάς Αντ/ρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τον Λοχαγό Ιωάννη Μεταξά κι έτσι η Θεσσαλονίκη μετά από 482 χρόνια Τουρκικής σκλαβιάς (από το 1430) απελευθερωνόταν στις 26 Οκτωβρίου ανήμερα της εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου.
Παραδόθηκαν περίπου 1.000 Αξιωματικοί και 25.000 Οπλίτες, ενώ κυριεύθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.
Εν τω μεταξύ, ύστερα από Βουλγαρικές παρακλήσεις, ο Κωνσταντίνος καλόπιστα συγκατένευσε και δύο Τάγματά τους καταυλίσθησαν στην Θεσσαλονίκη.
Μετά την κατάληψη της πόλης, όπου έσπευσε σκόπιμα να εγκατασταθεί και ο βασιλέας Γεώργιος Α΄, μέρος της Στρατιάς στράφηκε προς την Δυτική Μακεδονία. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Φλώρινα, ενώ την ίδια ημέρα οι Σέρβοι καταλάμβαναν το Ελληνικότατο Μοναστήρι. Κατόπιν στις 11 Νοεμβρίου τμήματά μας εισήλθαν στην Καστοριά μετά από αγώνα και στις 7 Δεκεμβρίου καταλάμβαναν την Κορυτσά. Παράλληλα οι μεν Μαυροβούνιοι κυρίευαν εδάφη στην Β. Αλβανία και πολιορκούσαν την Σκόδρα, ενώ οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, επίσης στη Δυτική Θράκη και σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Θράκης, πολιορκώντας την Ανδριανούπολη.
Ταυτόχρονα με τον αγώνα στον ηπειρωτικό χώρο, δυνάμεις του Ναυτικού με αγήματά τους, συνεργαζόμενες με τμήματα του Στρατού μεταφερόμενες με επίτακτα πλοία, απελευθέρωναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και Τενέδου, όχι όμως και τα Δωδεκάνησα που τελούσαν από τις αρχές το 1912 υπό Ιταλική κατοχή.
Η κυριαρχία του στόλου μας στο Αιγαίο ήταν αδιαφιλονίκητη. Και στις δύο φορές που ο Τουρκικός Στόλος επιχείρησε να εξέλθει από τα Στενά του Ελλησπόντου και έλαβαν χώρα οι ναυμαχίες της Έλλης (8 Δεκεμβρίου) και της Λήμνου ( 5 Ιανουαρίου 1913), ο άξιος και εύτολμος Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τον ανάγκασε, με σοβαρές απώλειες και σημαντικές ζημιές, να ανακρούσει πρύμναν και να καταφύγει στην ασφάλεια των Στενών.
Ένα παράτολμο ναυτικό επεισόδιο της περιόδου, που δείχνει το υψηλό ηθικό και την μαχητικότητα των Ναυτικών μας, ήταν αυτό της καταδρομής του τορπιλοβόλου 11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση τη νύχτα στις 18 Οκτωβρίου στον επιμελώς οχυρωμένο και ναρκοθετημένο λιμένα της Θεσσαλονίκης. Με δύο τορπίλες έπληξε το σχετικά παροπλισμένο ημιθωρηκτό Φέτχ-Ι-Μπουλέντ και το βύθισε.
Ακόμη ναυτικά αγήματα κατέλαβαν τον λαιμό της Χαλκιδικής και απέτρεψαν την είσοδο Βουλγαρικών Στρατευμάτων, ενώ Σώματα Προσκόπων απελευθέρωσαν την Χαλκιδική στις23 Οκτωβρίου.
Σημαντικές επίσης υπηρεσίες προσέφερε και η νεοσύστατη Αεροπορική δύναμη με αναγνωρίσεις και παροχή πληροφοριών για τις κινήσεις του αντιπάλου.
Παράλληλα, στο μέτωπο της Ηπείρου ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, με περιορισμένη δύναμη 10 χιλ. περίπου ανδρών τηρούσε μάλλον αμυντική στάση έναντι των υπερτέρων Τουρκικών δυνάμεων, περίπου 20 χιλ. Παρ’ όλα αυτά, βελτίωσε σταδιακά τις θέσεις του, καταλαμβάνοντας μέχρι τέλους Οκτωβρίου το Γρίμποβο (6), την Φιλιππιάδα (12), την Πρέβεζα (21), τα Πέντε Πηγάδια (28) και το Μέτσοβο (31). Από τις 10 Ιανουαρίου 1913, όμως, το κύριο βάρος της προσπάθειας μεταφέρθηκε στην Ήπειρο. Τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Διάδοχος και με σοβαρές ενισχύσεις από την Θεσσαλονίκη που μεταφέρθηκαν με πλοία, στις 20 Φεβρουαρίου εκδηλώθηκε η γενική επίθεση για την εκπόρθηση της φύσει–θέσει οχυρής τοποθεσίας του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Οι τολμηρές διεισδύσεις, κυρίως, των Ευζωνικών Ταγμάτων του Ιατρίδη και Βελισσαρίου από Δυτικά, αλλά και η ισχυρή κατά μέτωπον πίεση, επέφεραν το ποθητό αποτέλεσμα και στις 21 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη μετά την συνθηκολόγηση των Τουρκικών Δυνάμεων και την παράδοση περίπου 20.000 ανδρών.
Εν συνεχεία ο Στρατός μας προήλασε στην Β. Ήπειρο και μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου απελευθέρωσε το Αργυρόκαστρο (3), τους Αγίους Σαράντα (3), την Πρεμετή (27 Φεβ.), το Τεπελένι (4) και την Κλεισούρα (3), ενώ η Χειμάρρα είχε απελευθερωθεί στις 5 Νοεμβρίου 1912. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη υπήρξε και η συμμετοχή του Στόλου με αποβατικά αγήματα και κυρίως με υποστήριξη δια πυρών και ανεφοδιασμό από θαλάσσης.
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913.
 
Β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε στις 16 Ιουνίου 1913 και περατώθηκε στις 18 Ιουλίου. Δηλαδή ένας πόλεμος 30 περίπου ημερών, αρκετά συντομότερος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά κατά πολύ αιματηρότερος, λόγω αφενός της εξαιρετικά πείσμονος αντιστάσεως των Βουλγάρων, αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών και αφετέρου των θηριωδιών που διέπραξαν σε βάρος του αμάχου πληθυσμού, κυρίως Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Οι Βούλγαροι αλαζόνες και άπληστοι, οραματιζόμενοι την Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) και θεωρούντες εαυτούς ως τους Πρώσους των Βαλκανίων, διαθέτοντες συνάμα τον μεγαλύτερο και αρτιότερα εξοπλισμένο και Εκπαιδευμένο Στρατό, 300 χιλ. και πλέον ανδρών, μετά από σειρά προηγηθέντων επεισοδίων, επετέθησαν αιφνιδιαστικά και ταυτόχρονα στις 16/17 Ιουνίου, τόσο κατά των Ελλήνων στην Ελευθερούπολη, Νιγρίτα και Παγγαίο, όσο και κατά των Σέρβων στο Ιστιπ και Γευγελή. Ήδη από τις 19 Μαΐου Ελλάς και Σερβία είχαν συνάψει συμφωνία και με απόρρητο (μυστικό) πρωτόκολλο στρατιωτικής συνεργασίας, για την αντιμετώπιση της Βουλγαρικής επιθετικότητας.
Η Ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση. Την επόμενη νύχτα αιχμαλωτίσθηκαν, μετά από αιματηρές συγκρούσεις, όλα τα Βουλγαρικά Τμήματα στην Θεσσαλονίκη. Και το πρωί στις 19 Ιουνίου άρχισε η προέλαση των Δυνάμεών μας προς Κιλκίς και Λαχανά, με Αρχιστράτηγο τον βασιλέα πλέον Κωνσταντίνο, μετά τη δολοφονία του πατρός του Γεωργίου Α΄ στην Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου.
Οι Δυνάμεις των Βουλγάρων στην περιοχή, ανέρχονταν σε 70 χιλ. περίπου υπό τον Αντιστράτηγο Ιβάνωφ, διοικητή της 2ης Στρατιάς. Η μάχη διήρκησε επί τριήμερον και ήταν σκληρότατη με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Ο αγώνας υπήρξε τόσο πείσμων, ώστε κυριολεκτικά θυσιάστηκαν 10 Δ/τές Συνταγμάτων και Ταγμάτων. Οι αδυσώπητοι Βούλγαροι, υποχωρούντες σε όλα τα μέτωπα προς της χώρα τους, διέπρατταν φοβερά εγκλήματα. Την εκδικητική μανία τους στην Ελλάδα πλήρωσαν ακριβά η Νιγρίτα, οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο και προπαντός το μαρτυρικό Δοξάτο Δράμας, αλλά και οι κάτοικοι των χωρίων της περιοχής.
Οι αγριότητες αυτές – οι ξένοι παρατηρητές, ακόμη και οι Τούρκοι, τις ονόμασαν φρικαλεότητες – εξόργισαν τον Κωνσταντίνο σε τέτοιο βαθμό ώστε, παραφράζοντας τον γνωστό Ρωμαίο τιμητή (κήνσορα) Κάτων, που είχε πει για την Καρχηδόνα την ιστορική φράση ότι έπρεπε να καταστραφεί (Cartago delenda est) ανέκραξε: η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί (Bulgaria delenda est). Έτσι άλλωστε μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή του, να υπογράψουν οι Βούλγαροι συνθηκολόγηση άνευ όρων επί του πεδίου της μάχης και ώθησε τον Στρατό μας, παράτολμα μέχρι την Τζουμαγιά, 90 χιλ. βόρεια από τα σημερινά μας σύνορα, ατενίζοντας την Σόφια.
Ο Ελληνικός Στρατός, μετά τις νικηφόρες μάζες 19-21 Ιουνίου στο Κιλκίς Λαχανά, κινήθηκε προς βορρά σε 2 φάλαγγες:
Η αριστερή με τον όγκο των Δυνάμεών μας (5 Μεραρχίες), αφού κατέλαβε με αγώνα στις 23 Ιουνίου τον ζωτικό κόμβο της Δοϊράνης, διέσχισε το Δυτικό Μπέλες. Εκεί οι Σέρβοι από την   Γευγελή αδράνησαν, ενώ θα μπορούσαν να αποκόψουν τους υποχωρούντες Βουλγάρους
Ο Στρατός μας  κατόπιν κινήθηκε προς Ανατολάς κατά μήκος της κοιλάδας του Στρούμνιτσα πoταμού, του κυριότερου παραποτάμου του Στρυμόνα , στη συμβολή του οποίου με 4 Μεραρχίες, έχοντας καταλάβει το Πετρίτσι, στράφηκε προς Βορρά ακολουθώντας την κοιλάδα του. Ήδη προηγουμένως μια Μεραρχία, αφού κατέλαβε την Στρώμνιτσα, συνέχισε προς Βορρά κατά μήκος των Δυτικών απολήξεων του όρους Όρβηλος προς Πέχτσεβο – Τσάρεβο Σέλο(άνω κοιλάδα Μπρεγκάλνιτσα ,παραποτάμου Αξιού π.)
.
Η δεξιά φάλαγγα (2 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού) δια των διαβάσεων των Κρουσίων πέρασε την πεδιάδα της Ροδοπόλεως και έφθασε στον μέσο ρου του Στρυμώνα. Εκεί στο ύψος του οχυρού Ρούπελ συνενώθηκε με την αριστερή και συνέχισαν την προς βορρά κίνηση κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμώνα. Πιο πριν μία  Μεραρχία της κινήθηκε ανατολικότερα του όρους Πιρίν προς το (παλαιό) Νευροκόπι – Μπάνσκο.
Εν συνεχεία,  η κυρία φάλαγγα εξεπόρθησε αρχικά την φύσει – θέσει οχυρή τοποθεσία των στενών της Κρέσνας, μήκους 16 χλμ. από 6-10 Ιουλίου και κατόπιν συνέχισε τον επικό αγώνα της στο χώρο του Σιμιτλή 11-14 Ιουνίου και της Τζουμαγιάς 15-18, ενώ οι δευτερεύουσες προσπάθειες Δυτικά  του Ορβήλου και Ανατολικά του Πιρίν σημείωναν ικανοποιητική πρόοδο.
Εδώ θα επισημάνουμε μια εξαιρετικά σοβαρή παρασπονδία των Σέρβων «φίλων» μας. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν υποχρέωση βάσει του κοινού σχεδίου να επιχειρούν παράλληλα, καλυπτόμενοι αμοιβαίως, όταν ο Στρατός μας έφθασε στο ύψος του Σιμιτλή, δηλαδή 60 περίπου χιλιόμετρα βορειότερα από τα σημερινά μας σύνορα, πιεζόμενοι από τους Ρώσους ή και έχοντες επιτύχει τους κύριους αντικειμενικούς τους σκοπούς, ανέκοψαν απροειδοποίητα την προχώρησή τους. Απόρροια τούτου και παρά τις επανειλημμένες αγωνιώδεις εκκλήσεις μας, ήταν να μείνει ακάλυπτο για αρκετό χρόνο  το αριστερό μας πλευρό και οι Βούλγαροι, απαγκιστρωμένοι από τους Σέρβους, να στραφούν εναντίον μας και να διατρέξουμε τον έσχατο κίνδυνο συντριβής. Εκεί οι απώλειές μας υπήρξαν βαρύτατες και η καταστροφή αποτράπηκε χάρη στον υπερήρωα Έλληνα μαχητή.
Εν τω μεταξύ, η μεταφερθείσα ατμοπλοϊκώς από την Ήπειρο VIII Μεραρχία απελευθέρωσε την Ξάνθη 12 Ιουλίου, και την Κομοτηνή 15 Ιουλίου, ενώ με τη σύμπραξη Στρατού και Ναυτικού, απελευθερώθηκαν η Καβάλα στις 23 Ιουνίου, η Αλεξανδρούπολη 12 Ιουλίου και το Πόρτο Λάγος 16 Ιουλίου.
Οι νικηφόρες μάχες εντός της Βουλγαρίας και κυρίως η εισβολή, χωρίς σχεδόν αντίσταση, των Ρουμανικών δυνάμεων από βορρά, είχαν σαν αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό της σε σύναψη ανακωχής και κατάπαυση του πυρός στις 18 Ιουλίου 1913. Παράλληλα, οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει την Ανατολική Θράκη, που είχαν απολέσει από τους Βουλγάρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
Τελικά, στις 28 του ιδίου μηνός υπεγράφη, κάτω από απαράδεκτες παρεμβάσεις κυρίως σε βάρος μας των Μεγάλων Δυνάμεων, στο Βουκουρέστι, συνθήκη Ειρήνης. Η Ελλάδα είχε βεβαίως κερδίσει την Ήπειρο ,την Μακεδονία,τα νησιά του  Αν. Αιγαίου και την(αυτόνομη )Κρήτη, υποχρεωθείσα όμως να εκκενώσει τα μεγάλης εκτάσεως εντός της Βουλγαρίας σε βάθος καταληφθέντα με τη λόγχη εδάφη ,παρά τα κρατούντα στο Διεθνές Δίκαιο του πολέμου,  περιορισθείσα τελικώς στα σημερινά προβληματικά μας σύνορα επί του όρους Μπέλες, αντί τουλάχιστον στην κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού, όπου οι πόλεις Στρούμνιτσα, Πετρίτσι και το εγγύς Μελένικο, με σημαντικό Ελληνικό πληθυσμό. Τραγική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν τα καραβάνια των ξεσπιτωμένων Ελλήνων προσφύγων που ακολουθούσαν τους αποχωρούντες Ελληνικούς Σχηματισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων.
. Αλλά, δυστυχώς, αναγκασθήκαμε, επίσης, να επιστρέψουμε τον Οκτώβριο 1913 στους ηττημένους Βουλγάρους την προ τριμήνου απελευθερωθείσα  Δυτική Θράκη και να εγκαταλείψουμε αργότερα, αρχές του 1914 την Β. Ήπειρο, έναντι διατηρήσεως των  νησιών του Αν Αιγαίου .Ευτυχώς, κρατήσαμε την Καβάλα, χάρη στην σθεναρή παρέμβαση του Κωνσταντίνου προς τον γυναικάδελφό του Κάιζερ Γουλιέλμο.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν μεγάλα τα κέρδη από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Τεράστιες όμως ήταν και οι απώλειές μας σε ανθρώπινο δυναμικό: 41.555 Αξιωματικοί και Οπλίτες (νεκροί – τραυματίες και αγνοούμενοι) από τον Στρατό, 29 από το Ναυτικό και 2 Αξιωματικοί από την Αεροπορία, χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε τις εκτεταμένες σφαγές των αμάχων και τις τεράστιες υλικές ζημιές.
Η χώρα μας διπλασιάστηκε σε έκταση: από τα 64 τ.χιλ. αυξήθηκε στα 120 και ο πληθυσμός από 2,6 εκατ. στα 4,7 περίπου, αν και ο επιπλέον πληθυσμός ήταν ανομοιογενής, με πλεονάζοντες, ιδίως στη Μακεδονία τους Μουσουλμάνους. Τελικά, ομοιογένεια επιτεύχθηκε το 1929, μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών, υποχρεωτικές και προαιρετικές, που  έλαβαν χώρα κατά την δεκαετία  του1920,χωρίς να παραβλέπονται οι μετακινήσεις πληθυσμών ,κυρίως λόγω  διωγμών κατά την πρώτη20ετία του 1920(Μακεδονικός αγώνας 1904-1908,κίνημα Νεοτούρκων 1908,Βαλκανικοί πόλεμοι 1912,Α΄ΠΠ1914-1918) .
Η Ελλάδα πάντως ανδρώθηκε, έγινε βιώσιμη και υπολογίσιμη δύναμη.
Μέγα, τελικώς επίτευγμα που οφείλεται:
 
  • Στο όραμα και στη διορατικότητα της Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας.
  • Στη σωστή προετοιμασία των Ε.Δ. και του Λαού, ιδίως κατά τα τελευταία προ του πολέμου έτη (1909-1912), αλλά και κυρίως στην από κοινού δράση με άλλα Βαλκανικά κράτη, κατά περίπτωση.
  • Στην ορθή εκτίμηση για τις προθέσεις των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ως προς το Ανατολικό Ζήτημα (συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακατανομή των εδαφών της, ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο).
  • Στην κυριαρχία του Στόλου μας στο Αιγαίο  η οποία συνετέλεσε,  αφενός μεν στην απελευθέρωση τον Ιούλιο 1913 της Δυτικής Θράκης(προσωρινά) και των νησιών του Αν. Αιγαίου ,αφετέρου δε και κυρίως στην απαγόρευση των μεταφορών δια θαλάσσης από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να μη φθάσουν ποτέ ενισχύσεις περίπου 250 χιλ. ανδρών από την Μικρά Ασία και την Συρία στα Βαλκάνια.
  • Στη στροφή της Στρατιάς προς την Θεσσαλονίκη, που υπήρξε το προοίμιο του επιτυχούς Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Και πάνω απ’ όλα:
Στην ομοψυχία και ενότητα Στρατού και Λαού, Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας, αλλά και στο ξεδίπλωμα στρατιωτικών αρετών και πνεύματος αυτοθυσίας υψηλού επιπέδου από Αξιωματικούς και Οπλίτες, στρατευμένους και εθελοντές.

Του Αντ/γου  ε.α. ΝΙΚ. ΚΟΛΟΜΒΑ  Επίτιμου Δ/του Γ΄Σ.Σ. Πτυχιούχου Νομικής Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου