20/10/12

ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

  
Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012 08:01
Η πρώτη επαφή της νεώτερης γερμανικής κοινωνίας με την Ελλάδα ήταν ασφαλώς το πνευματικό κίνημα του νεοκλασσικισμού, που κατέκλυσε την Γερμανία (που αποτελούσε ακόμα πανσπερμία ανεξάρτητων κρατών) κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Ιδίως η Βαυαρία, τότε ανεξάρτητο βασίλειο, υιοθέτησε την αρχαία ελληνική τέχνη ως αισθητικό πρότυπο, με αποτέλεσμα το Μόναχο των αρχών του 19ου αιώνα να ανοικοδομηθεί με κτίρια αρχαιοελληνικού ύφους και ρυθμού, με κίονες κλπ, ως αναβίωση της Αρχαίας Ελλάδος. Οι Βαυαροί βασιλείς καλλιέργησαν κλίμα λατρείας για την Αρχαία Ελλάδα, όταν δε ό υιός του βασιλέως Λουδοβίκου, ο νεαρός Όθων, επελέγη από τις Μεγάλες Δυνάμεις ως ηγεμόνας του νεοσύστατου βασιλείου, ήρθε με λατρεία να υπηρετήσει το ελληνικό ιδεώδες στην ίδια του την χώρα  όπως και όλη του η αυλή. Ό Όθων και η Αμαλία αγάπησαν την Ελλάδα και μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα ότι υπήρξαν Έλληνες βασιλείς.
Βεβαίως ο γερμανικός γραμμικός και μονοκόμματος τρόπος σκέψης και η προσπάθεια να επιβληθεί στην μετα-οθωμανική Ελλάδα συγκεντρωτικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου, όπως και η ανεξάρτητη εθνική πολιτική του Όθωνος στον Κριμαϊκό Πόλεμο, οδήγησαν στην πτώση του το 1862. Αλλά η Βαυαροκρατία άφησε πίσω της σημαντικό οικιστικό και πολεοδομικό έργο, ολόκληρες πόλεις νεοκλασσικού ρυθμού όπως η Σπάρτη και η ίδια η Αθήνα, εκπαιδευτικό σύστημα και μία προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα κράτος και μία κοινωνία ευρωπαϊκού χαρακτήρα. Ο Όθων πέθανε στο Μόναχο εξόριστος και απαρηγόρητος, φορώντας φουστανέλλα, όπως και η Αμαλία. Η ιστορία μπορεί να καταγράψει διοικητικά ελαττώματα, αυταρχισμό, έλλειψη στοιχειώδους κατανόησης των δεδομένων, μεγάλες παρεξηγήσεις, εξωπραγματικές προθέσεις και βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά δεν θα καταγράψει ούτε ιδιοτέλεια ούτε δόλο ούτε πρακτόρευση ξένων συμφερόντων.
 
Ασφαλώς η μικρή Βαυαρία δεν ήταν ισχυρό κράτος με αποικιοκρατική λογική και κυριαρχική διάθεση. Όταν όμως το 1871 ο Μπίσμαρκ ενοποίησε τα γερμανικά κράτη, βασίλεια, πριγκηπάτα, ηγεμονίες κλπ. υπό το στέμμα της Πρωσσίας και μετέβαλε την Γερμανία σε υπερδύναμη, η ελληνογερμανική σχέση ήταν μοιραίο να μεταβληθεί άρδην. Ήταν θέμα χρόνου η νεοσύστατη αυτοκρατορία να επιχειρήσει την έξοδό της προς την Μεσόγειο, κόμβο του παγκοσμίου εμπορίου, και την πορεία της προς ανατολάς (Drang nach Osten), δηλαδή προς τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν να προηγηθεί η γερμανική γεωπολιτική διείσδυση στην Οθωμανική αυτοκρατορία, που εκτεινόταν ακόμα τότε από τα κεντρικά Βαλκάνια μέχρι τον Περσικό κόλπο. Γερμανοί επιχειρηματίες, στρατιωτικοί σύμβουλοι και ποικίλοι αποικιοκρατικοί μηχανισμοί άρχισαν να εγκαθίστανται στον «Μεγάλο Ασθενή» της Ευρώπης, που μέχρι τότε βρισκόταν υπό την επιρροή των Αγγλογάλλων. Σε αυτό το πλαίσιο στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, εκπονήθηκε το σχέδιο κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής με προορισμό την  Βαγδάτη με χρηματοδότηση γερμανικών τραπεζών. Το διάστημα 1888-1893 κατασκευάσθηκε με γερμανικά κεφάλαια το τμήμα Κωνσταντινουπόλεως-Αγκύρας,  το 1893-1896 (αφού προηγήθηκε η επίσκεψη του Γερμανού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη το 1889)  το τμήμα Αγκύρας-Ικονίου. Το  1903 η οθωμανική κυβέρνηση έδωσε την άδεια κατασκευής του τμήματος Ικονίου Βαγδάτης. Με τον τρόπο αυτό η γερμανική σφαίρα επιρροής θα έκλεινε έναν γεωπολιτικό κύκλο με τις γερμανικές αποικίες στην δυτική Αφρική. Η γραμμή Ικονίου-Βαγδάτης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ενώ η επιχείρηση αποικιοποίησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Γερμανία υπήρξε από τις βασικές αιτίες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1919 με την Συνθήκη των Βερσαλλιών ακυρώθηκαν  όλα τα γερμανικά δικαιώματα στον Σιδηρόδρομο της Βαγδάτης.
Ο υπόδουλος αλλά ακμαίος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας εξ αρχής στοχοποιήθηκε από τους Γερμανούς ως κεντρικό εμπόδιο στην διείσδυσή τους στην αχανή οθωμανική επικράτεια. Οι Έλληνες ήσαν οικονομικά ακμαίοι, ήλεγχαν το εμπόριο, και το κυριώτερο συνεργάζονταν στενά με το αγγλογαλλικό κεφάλαιο. Οι Γερμανοί τους είδαν σαν ανταγωνιστές, που έπρεπε να παραμεριστούν. Με υπόδειξη του Otto Liman von Sanders, Γερμανού αντιστρατήγου (που το 1913 διορίστηκε στρατιωτικός σύμβουλος, επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με κύριο σκοπό τον εκσυγχρονισμό και την εκπαίδευση του οθωμανικού στρατού και στην συνέχεια , κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχιστράτηγος του οθωμανικού στρατού), άρχισε συστηματική  γενοκτονία των Ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, με τα διαβόητα «τάγματα εργασίας» (αμελέ ταμπουρού), που στην ουσία ήταν η πρώτη εφαρμογή εθνοκάθαρσης.
Σε δύο Παγκοσμίους Πολέμους η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με την Ελλάδα. Στον Πρώτο (1914-8), η Ελλάδα, μέλος της Entente, πολέμησε νικηφόρα μαζί με τους Αγγλογάλλους την συμμαχία Γερμανών και Τούρκων. Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα των δεύτερων, η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η διανομή της σε σφαίρες επιρροής. Στον Δεύτερο (1939-45), η Ελλάδα κατελήφθη από τους Γερμανούς και υπέστη επαχθέστατη τετραετή στρατιωτική κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας οι κατακτητές διέπραξαν πρωτοφανείς αγριότητες  ανάρμοστες για χώρα του δυτικού κόσμου. Εξ άλλου λεηλάτησαν κυριολεκτικά την χώρα με το αναγκαστικό δάνειο που επέβαλαν και το οποίο ουδέποτε επέστρεψαν. Κατά την διάρκεια της Κατοχής, πάντως, οι Γερμανοί απέκτησαν κάποιους «φίλους» στην Ελλάδα, οι οποίοι μεταπολεμικώς έπαιξαν οικονομικό και πολιτικό ρόλο.
Μεταπολεμικά η Γερμανία κατέστη επί δεκαετίες (στην ουσία μέχρι το 1990) προτεκτοράτο το μεν δυτικό τμήμα της των ΗΠΑ το δε ανατολικό της Σοβιετικής Ενώσεως, ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς σφαγής όχι μόνον εμπολέμων αλλά και της βιομηχανικής εξοντώσεως των Εβραίων και άλλων ομάδων από τους εθνικοσοσιαλιστές. Επιβλήθηκαν μηχανισμοί και εγγυήσεις ώστε να μην επαναληφθεί η ναζιστική κτηνωδία. Η ηττημένη Γερμανία στράφηκε στην οικονομική ανάπτυξη, σύντομα εξελίχθηκε σε οικονομική υπερδύναμη, ενώ διατήρησε πάντοτε και μάλιστα επαύξησε τους πολιτικούς και οικονομικούς «φίλους» της στην Ελλάδα, με τους οποίους έκανε επωφελείς συνεργασίες.
Γενικά, η ελληνογερμανική σχέση από την δεκαετία του ’70 και μετά κινήθηκε στα πλαίσια της ευρωπαϊκής οικογένειας (τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, μετά Ευρωπαϊκή Ένωση). Οι Γερμανοί υπήρξαν πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που τους έδιδε ένα οργανωμένο και ασφαλές πλαίσιο προώθησης των γεω-οικονομικών τους συμφερόντων. Αν και οικονομικά ισχυροί, συμπεριφέρονταν ως εταίροι και επιζητούσαν συναινετικές λύσεις στα ευρωπαϊκά προβλήματα.  Η Ελλάδα, που εντάχθηκε σε αυτό το πλαίσιο το 1979 με την γαλλογερμανική υποστήριξη, υπήρξε καλός αγωγός των γερμανικών προϊόντων και υποδοχέας οικονομικής αρωγής που κατά το πλείστον προερχόταν από τα γερμανικά ταμεία. Όμως το ελληνικό πολιτικό σύστημα σταδιακά διαβρώθηκε από την γερμανική οικονομική επιρροή, κάτι αναμενόμενο λόγω της προϊούσας διαφθοράς του. Όσο η Γερμανία ήταν ένας μετριοπαθής και σεμνός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προωθούσε τα συμφέροντά της μέσα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και μηχανισμούς, η γερμανική επιρροή στην Ελλάδα δεν δημιουργούσε προβλήματα. Τα δεδομένα άλλαξαν όταν η Γερμανία αισθάνθηκε αρκετά ισχυρή ώστε να απαλλαγεί από την στάση του ισότιμου εταίρου και να υιοθετήσει στάση κυρίαρχου. Άλλωστε το διεθνές κλίμα ευνόησε αυτήν την προοπτική, λόγω της συστολής της αμερικανικής παρουσίας στον ευρωπαϊκό κόσμο επί Ομπάμα, και κυρίως λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της δημοσιονομικής κατάρρευσης πολλών ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα.
Η αναβίωση της παραδοσιακής γερμανικής βούλησης για κυριαρχία φέρνει στην επιφάνεια το σκοτεινό πρόσωπο της Γερμανίας. Ιστορικά η Γερμανία είχε δύο πρόσωπα: το ευγενές, που στρέφεται προς την δημιουργία πολιτιστικών επιτευγμάτων, και το κυριαρχικό, που ρέπει προς την ισχύ και την καθυπόταξη των άλλων. Το ένα πρόσωπο, το ευγενές, διαμορφώθηκε από την Ευρώπη, τον Χριστιανισμό, την  Μεταρρύθμιση και τον Διαφωτισμό. Το άλλο, το κυριαρχικό, προέρχεται από τις ασιατικές καταβολές του γερμανικού έθνους, και την βαρβαρότητα του ασιατικού δεσποτισμού. Από το πρώτο προήλθε η κλασσική μουσική, η φιλοσοφία και η καντιανή ηθική. Από το άλλο ο πρωσσικός μιλιταρισμός  και ο εθνικοσοσιαλισμός.
Η δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933) και η δημοκρατία της Βόννης (1950-1990) υπήρξαν καθεστώτα που ανέδειξαν την ευρωπαϊκή, δυτικόστροφη, ευγενή πλευρά της γερμανικής πραγματικότητας. Αντιθέτως η Γερμανία του Κάϊζερ Βίλχελμ (1888-1918) και του Χίτλερ (1933-1945) υπήρξαν εκφάνσεις της ωμής, βίαιης, επεκτατικής και κυριαρχικής και ως εκ τούτου απεχθούς όψεως της Γερμανίας. Μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών το 1990, σιγά-σιγά αναδύθηκε η κυριαρχική διάσταση της νέας, ενωμένης Γερμανίας, κυρίως μετά την άνοδο στην εξουσία της Άγκελα Μέρκελ (που διόλου τυχαία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στο ολοκληρωτικό καθεστώς της κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας). Η κυριαρχικότητα αυτή εκδηλώθηκε σε οικονομικό επίπεδο, με αφορμή την δημοσιονομική κρίση στην Ευρωζώνη, η οποία αξιοποιήθηκε από την γερμανική πολιτική προκειμένου  αυτή να προωθήσει την γερμανική δημοσιονομική (άρα εμμέσως πολιτική) επιρροή στις πιο αδύναμης χώρες της Ευρωζώνης.
Η Ελλάδα έχει κερδίσει πολλά από την επαφή της με το φωτεινό πρόσωπο του Γερμανικού πολιτισμού. Εννοώ κυρίως τις σπουδές διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών (Παπαναστασίου, Γούναρης, Παπανδρέου, Μεταξάς κ.ά.) και διανοουμένων (π.χ. Συκουτρής, Σκληρός, Θεοδωρακόπουλος, Κανελλόπουλος, Τσάτσος) σε γερμανικά πανεπιστήμια, την επιρροή που άσκησε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία στην ελληνική πολιτική, την διαμόρφωση σπουδαίων Ελλήνων ζωγράφων στο κλίμα της Σχολής του Μονάχου κλπ.
Η Ελλάδα είχε όμως  εμπειρία και άλλου, του σκοτεινού προσώπου της Γερμανίας. Σε δύο παγκοσμίους πολέμους αντιπαρατέθηκε στην γερμανική επιθετικότητα, μάλιστα στον δεύτερο υπέστη τετραετή κατοχή και λεηλασία με χιλιάδες νεκρούς. Από την Κατοχή όμως μέχρι σήμερα πέρασαν πολλές δεκαετίες εποικοδομητικής οικονομικής, πολιτικής και γεωστρατηγικής συνεργασίας, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα, η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει σταθερά οποιαδήποτε τάση υπαγωγής της σε κάποια υπό διαμόρφωσιν γερμανική σφαίρα επιρροής, που θα μπορούσε να την απομακρύνει από τους παραδοσιακούς δυτικούς της συμμάχους, και να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς την σχέση της Ελλάδος με την Δύση. Όσο η Γερμανία απομακρύνεται από την Δύση, όσο υπηρετεί δικιές της σκοπιμότητες και λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις δυτικές προτεραιότητες, τόσο η Ελλάδα πρέπει να τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από την Γερμανία. Όταν η Γερμανία αποτελεί μέρος του δυτικού συστήματος, τότε η Ελλάδα πρέπει να συνεργάζεται στενά μαζί της, σε καθεστώς ισότιμων εταίρων. Οπωςδήποτε, αποκλείεται κάθε σχέση υποτέλειας ή εξάρτησης από την Γερμανία ή διευκόλυνσης της Γερμανίας να δημιουργήσει σφαίρα επιρροής μέσω Ελλάδος.
Ας επιστρέψουμε στην πρώτη παράγραφο του κειμένου αυτού. Η περίοδος της Βαυαροκρατίας, παρά τα προβλήματά της, υπήρξε μία  ανιδιοτελής φάση της ελληνογερμανικής σχέσης, γι’αυτό και είχε υγιή βάση. Βασίστηκε στην κοινή πνευματική κληρονομιά της Ευρώπης, τον κλασσικό ελληνικό πολιτισμό, και ήταν απαλλαγμένη από το νοσηρό στοιχείο της επικυριαρχίας και αντιστρόφως της υποτέλειας. Ας επιχειρήσουμε την ανάπτυξη μίας νέας σχέσης με την σύγχρονη Γερμανία, που θα βασίζεται σε πνευματικούς δεσμούς και όχι σε γεω-οικονομικές ή άλλες εξαρτήσεις.
Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Διδάκτωρ Πολιτιικών και Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης
 

Σχόλια  

 
0 #1 Elefterios Tsourelis 02-11-2012 11:42
Αγαπητοί
Για να γίνει το τελευταίο πρέπει να το θέλουν και οι Γερμανοί.
Αυτό δεν φαίνεται ως πιθανή εξέλιξη σήμερα.
Αν τα "καταφέρει" η Γερμανία να ηττηθεί γι' άλλη μια φορά, ίσως.
Πάντως "παλιό σκυλί δε μαθαίνει νέα κόλπα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου