16/8/12

Η εξωτερική πολιτική του προέδρου Ομπάμα

  
Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012 13:35
Κατά γενική εκτίμηση, καθοριστικό ρόλο στην έκβαση των αμερικανικών προεδρικών εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου θα διαδραματίσει η εσωτερική πολιτική και κυριότατα η πορεία της οικονομίας. Ωστόσο, ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος κ. Ρόμνι δεν παύει να επικαλείται τη διαχείριση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη λήγουσα τετραετία ως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της καταψήφισης του Δημοκρατικού αντιπάλου του.[i] Ενώ ορισμένοι παρατηρητές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να σημειωθούν απρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις ικανές να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα.[ii] Οπωσδήποτε δε, με δεδομένο το  βάρος των ΗΠΑ στα διεθνή δρώμενα και ειδικότερα τις επιπτώσεις των επιλογών τους στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, για εμάς τους Έλληνες μια αποτίμηση των χειρισμών του ενοίκου του Λευκού Οίκου στον διεθνή χώρο παρουσιάζει αυταπόδεικτο ενδιαφέρον.
 

Οι ασχολούμενοι με τη διεθνή πολιτική ενθυμούνται ασφαλώς ότι, αρχομένης της προεδρίας του, ο κ. Ομπάμα επιχείρησε να μεταφράσει σε πράξη την προεκλογική δέσμευσή του για σαρωτική βελτίωση της διεθνούς εικόνας των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ άλλων προβαίνοντας σε φραστικά ανοίγματα προς τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, «τείνοντας την χείρα» προς το Ιράν, επιδιώκοντας να «επανεκκινήσει» τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, και επιζητώντας τη συνεργασία της Κίνας σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. [iii] Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες αυτές του νέου προέδρου συνάντησαν άνιση και στην καλύτερη περίτπωση περιορισμένη, επιτυχία – με τους εσωτερικούς μάλιστα αντιπάλους του να του προσάπτουν διεθνοπολιτική αφέλεια. Μολονότι μια προσεκτικότερη ανάγνωση των γεγονότων επιτρέπει το συμπέρασμα ότι, ασχέτως των πραγματικών προθέσεων του κ. Ομπάμα, η αρχική επίδειξη καλής θέλησης κατέστησε επικοινωνιακώς ευχερέστερη την εν συνεχεία υιοθέτηση από την Ουάσιγκτον μιας ρεαλιστικότερης διπλωματικής πρακτικής. Όπερ όντως συνέβη, με επακόλουθο η αμερικανική εξωτερική πολιτική επί προέδρου Ομπάμα, παρά τις ρητορικές διαφορές  – επί παραδείγματι, ο όρος «παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» [global war on terror] εγκατελείφθη υπέρ «ηπιότερων» διατυπώσεων, όπως η «κατανίκηση της αλ-Κάιντα και των συνεργών της» [defeat al-Qaida and its affiliates] [iv] – ως προς την ουσία λίγο πλέον να διαφέρει από εκείνη της δεύτερης τετραετίας – πραγματιστικότερης σε σύγκριση με την πρώτη – του προέδρου Μπους.
 
Κεντρικός άξονας της εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα είναι η προάσπιση και προαγωγή των αμερικανικών γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, με τις «αμερικανικές αξίες» – δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, κ.λπ. – να  προωθούνται μόνο όπου και όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν χωρίς να προκληθεί απαράδεκτη ζημία στα εν λόγω συμφέροντα. Προς υλοποίηση δε της πολιτικής αυτής, η Ουάσιγκτον διαθέτει ισχυρότατα μέσα. Βέβαια, η διεθνής επιρροή της δεν είναι – και άλλωστε ουδέποτε υπήρξε – απεριόριστη. Τόσω μάλλον που η ανάδυση στο διεθνές προσκήνιο μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων με παγκόσμιες σε ορισμένες περιπτώσεις φιλοδοξίες, σε συνδυασμό και με τους εσωτερικούς αμερικανικούς δημοσιονομικούς  και πολιτικο-κομματικούς περιορισμούς, τείνει να θέσει πρόσθετα εμπόδια στις επεμβατικές της δυνατότητες. Εν τούτοις, παρά τα ευκόλως περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη υπερδύναμη: η μόνη δύναμη με πράγματι παγκόσμια εμβέλεια – και με τις αντίστοιχες ευθύνες.[v] Ποιος όμως ο απολογισμός της διαχείρισης της τεράστιας αυτής ισχύος από την κυβέρνηση Ομπάμα σε ό,τι αφορά στους επί μέρους τομείς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής;
***
 
Ο χώρος της «ευρύτερης» Μέσης Ανατολής παρέμεινε, καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο, κεντρικό μέλημα της Ουάσιγκτον.[vi] Κατ’ εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος που το 2008 είχε συνομολογηθεί μεταξύ του προέδρου Μπους και του ιρακινού πρωθυπουργού αλ’ Μάλικι, τέλη 2011 ολοκληρώθηκε η απόσυρση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από το Ιράκ. Με την αμερικανική όμως πλευρά να παρέχει έκτοτε πολλαπλή στήριξη στην ιρακινή, κυριότατα υπό μορφή αναπτυξιακής βοήθειας, εξοπλισμού και εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων, και ενίσχυσης των δυνάμεων ασφαλείας στον συνεχιζόμενο αγώνα τους κατά της αλ-Κάιντα.  Από την άλλη, η αυξημένη επιρροή που η Τεχεράνη φαίνεται να ασκεί επί των Ιρακινών κυβερνώντων δεν εμπνέει ιδιαίτερη ανησυχία, δοθέντος ότι, σε τελευταία ανάλυση, οι τελευταίοι αυτοί δείχνουν να δίδουν το προβάδισμα στα εθνικά τους συμφέροντα έναντι της θρησκευτικής των συγγένειας με την ιρανική πολιτικο-θρησκευτική ηγεσία. Ενώ οι κυβερνήσεις της Βαγδάτης και του αυτόνομου κουρδικού Βορρά, παρά τις μεταξύ τους εντάσεις – και τις δυσοίωνες προβλέψεις πολλών – έχουν επιμελώς αποφύγει τη διάρρηξη των σχέσεών τους. Εν ολίγοις, χωρίς να έχει επιτευχθεί ο – ούτως ή άλλως ουτοπικός – στόχος της μετατροπής του Ιράκ σε υποδειγματική δημοκρατία δυτικού τύπου, η χώρα εμφανίζεται σχετικώς σταθερή, η οικονομία της αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, και οπωσδήποτε οι εκεί συνθήκες είναι σαφώς ευνοϊκότερες για τα αμερικανικά συμφέροντα από ό,τι επί Σαντάμ.
Ο άλλος θερμός πόλεμος που ο αμερικανός πρόεδρος κληρονόμησε από τον προκάτοχό του είναι ο του Αφγανιστάν. Προεκλογικώς, ο κ. Ομπάμα τον είχε αποκαλέσει «αναγκαίο» – σε αντιδιαστολή με την εισβολή στο Ιράκ, στην οποία είχε αρχήθεν αντιταχθεί. Για ικανό δε διάστημα στόχευσε, όπως και ο πρόεδρος Μπους, στην οικοδόμηση ενός ευνομούμενου, δημοκρατικού αφγανικού κράτους, φορέα περιφερειακής σταθερότητας. Ωστόσο οι δυσκολίες του υπερφιλόδοξου αυτού εγχειρήματος απεδείχθησαν – όπως έπρεπε να αναμένεται – ακόμη πιο δυσυπέρβλητες από τις συναντηθείσες στο Ιράκ. Κυρίως συνεπεία των εθνοθρησκευτικών αντιθέσεων και της ρέπουσας προς τη συναλλαγή και διαφθορά τοπικής «πολιτικής κουλτούρας». Αλλά και λόγω της αποσταθεροποιητικής επιρροής γειτονικών  χωρών – με προεξάρχοντα τον τύποις αμερικανικό στρατηγικό εταίρο Πακιστάν, το οποίο, προσεγγίζοντας τους συσχετισμούς στο Αφγανιστάν υπό το πρίσμα της παραδοσιακής αντιπαλότητάς του με την Ινδία, υποθάλπει συστηματικά ακραία ισλαμικά στοιχεία, εχθρικά προς την αμερικανική και γενικότερα τη δυτική παρουσία στον αφγανικό χώρο.
Διό και οι αυγανικές στοχεύσεις της Ουάσιγκτον φαίνεται να έχουν δραστικά μετριασθεί, κατ’ ουσίαν επικεντρωνόμενες πλέον στην αποσόβηση της εκ νέου μετατροπής του Αφγανιστάν σε ορμητήριο διεθνών τρομοκρατών. Με την απόσυρση του κύριου όγκου των κάπου 132,000 ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, εκ των οποίων τα δύο τρίτα περίπου Αμερικανοί, να έχει συμφωνηθεί με την αφγανική κυβέρνηση για τα τέλη 2014. Αλλά και με την αμερικανο-αφγανική «Συμφωνία διαρκούς στρατηγικής σύμπραξης» [Enduring Strategic Partnership Agreement] του περασμένου Μαΐου να προβλέπει τη συνέχιση στενής συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας στρατιωτικής αμερικανικής παρουσίας, καθώς και τον χαρακτηρισμό του Αφγανιστάν ως «μείζονος μη νατοϊκού συμμάχου των ΗΠΑ» [major non-NATO US ally]. Πλην όμως, και, με αρκετές αβεβαιότητες να περιβάλλουν τον μελλοντικό ρόλο των μέχρι τούδε κύριων  αντιπάλων της κυβέρνησης Καρζάι Ταλιμπάν – εκπρόσωποι ομάδων των οποίων φέρονται να διεξάγουν τον τελευταίο καιρό διαπραγματεύσεις με την Καμπούλ, με αμερικανικές μάλιστα ευλογίες, για την επίτευξη συμφωνίας ειρήνευσης και ενδεχομένως και κυβερνητικής σύμπραξης .[vii]
Έναντι του Ιράν, εξ άλλου, μετά την άρνηση της Τεχεράνης να ανταποκριθεί στο αρχικό του άνοιγμα, ο κ. Ομπάμα συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του – ήτοι ένα συνδυασμό διπλωματικών πιέσεων και οικονομικών κυρώσεων για να πειθαναγκασθεί η ιρανική ηγεσία να εγκαταλείψει την προσπάθεια κατασκευής πυρηνικού όπλου και τη στήριξη οργανώσεων που η Δύση θεωρεί τρομοκρατικές. Ενώ, σε ό,τι ειδικότερα αφορά στην αποτροπή της πυρηνικοποίησης, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιμείνει ότι «καμία επιλογή – της στρατιωτικής επομένως συμπεριλαμβανομένης – δεν αποσύρεται από το τραπέζι». [viii]
 
Σύμφωνα με την επίσημη αμερικανική γραμμή, την οποία συμμερίζονται και οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ο εξοπλισμός του Ιράν με πυρηνικά, θα καταστήσει την ηγεσία του επιθετικότερη και προθυμότερη να στηρίξει τρομοκρατικές δραστηριότητες, και συγχρόνως θα πυροδοτήσει ένα περιφερειακό πυρηνικό ανταγωνισμό, με την εμπλοκή χωρών όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία. Τα αντεπιχειρήματα ορισμένων αναλυτών, όπως ο ομότιμος καθηγητής των Πανεπιστημίων Μπέρκλεϋ και Κολούμπια Κeneth Waltz, [ix] τασσομένων υπέρ της υιοθέτησης, κατά το ψυχροπολεμικό προηγούμενο, πολιτικής ανάσχεσης [containmement] ενός πυρηνικοποιημένου Ιράν, εφ’ όσον αποτύχει η δια ειρηνικών μέσων αποτροπή της πυρηνικοποίησής του,  απευθύνονται, προκειμένου για τους ηγετικούς αμερικανικούς κύκλους, σε ώτα μη ακουώντων. Με το Ισραήλ να διαδραματίζει συναφώς καθοριστικό, όπως όλα δείχνουν, ρόλο. Καθώς η ηγεσία του, θεωρώντας την ανάδυση ενός ιρανικού πυρηνικού οπλοστασίου θανάσιμη απειλή για το εβραϊκό κράτος, πιέζει για τη σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης, αφ’ ενός, μέσω του ισχυρού εβραϊκού λόμπι, και, αφ’ ετέρου, αφήνοντας να πλανάται το ενδεχόμενο μονομερούς ισραηλινού πλήγματος κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Τεχεράνης. Μιας ενέργειας, η οποία – ιδίως εάν συνετελείτο προ των εκλογών του Νοεμβρίου – θα έθετε την Ουάσιγκτον και τον Αμερικανό πρόεδρο προσωπικώς προ προφανών οδυνηρών, εσωτερικών και διεθνών, διλημμάτων.

***
 
Η βαθμολόγηση της κυβέρνησης Ομπάμα από τους διεθνείς παρατηρητές για την ιρακινή, αφγανική, και ιρανική πολιτική της είναι ως επί το πολύ θετική. Διάχυτη ωστόσο στους ίδιους αυτούς κύκλους είναι και η εκτίμηση ότι οι χειρισμοί του Αμερικανού προέδρου περί το Παλαιστινιακό υπήρξαν ατυχείς και αναποτελεσματικοί. Βέβαια, τα πάθη, ο μαξιμαλισμός, και η καχυποψία που διακατέχουν και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθιστούν την ειρήνευση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων ένα από τα πλέον εκρηκτικά και δυσεπίλυτα προβλήματα της εποχής μας – όπως άλλωστε διαπίστωσαν και οι δύο τελευταίοι προκάτοχοι του κ. Ομπάμα, οι μεσολαβητικές προσπάθειες των οποίων οδηγήθηκαν επίσης σε ναυάγιο.
Σημειωτέον ότι, αντιμέτωποι με το πρόβλημα αυτό, οι εκάστοτε ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον είναι αναγκασμένοι να συνυπολογίσουν δύο, αντιφατικούς σε κάποιο βαθμό, παράγοντες: Τον εσωτερικό, με το εβραϊκό λόμπι, αλλά και πολλούς άλλους Αμερικανούς, Ευαγγελικούς πρωτίστως, να ταυτίζουν τα ισραηλινά και τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα και να απαιτούν ανάλογη ευθυγράμμιση της αμερικανικής διπλωματίας, προκειμένου να παράσχουν τη σημαντική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κρίσιμη εκλογική τους υποστήριξη. Και τον διεθνοπολιτικό, ήτοι, αφ’ ενός μεν, τη σκοπιμότητα και το χρέος στήριξης του πιστού συμμάχου Ισραήλ, αφ’ ετέρου όμως, την ανάγκη προσεταιρισμού, ή έστω κατευνασμού, ενός Αραβο-Μουσουλμανικού κόσμου που έχει αναγάγει το Παλαιστινιακό σε σημαία – άσχετα αν πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, από τους ηγέτες του επικαλούνται τα δεινά των Παλαιστίνιων προσχηματικώς και ιδιοτελώς.
Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η έκκληση του Αμερικανού προέδρου προς τους Ισραηλινούς να αναστείλουν την οικιστική τους δραστηριότητα σε ορισμένες αμφισβητούμενες περιοχές προς χάριν της προώθησης της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν έπεσε απλώς στο κενό:. απεδείχθη αντιπαραγωγική. Η ισραηλινή πλευρά, όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί, αλλά και βάλλει ποικιλοτρόπως κατά του κ. Ομπάμα προσωπικώς. Και η παλαιστινιακή, επικαλούμενη την άρνηση των Ισραηλινών να ανταποκριθούν, διέκοψε τις, προβληματικές έστω, ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Διό και μπορεί να προεξοφληθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα αποφύγει, μέχρι λήξης της τετραετίας του, να εμπλακεί εκ νέου στο Παλαιστινιακό – ενώ είναι λίαν πιθανό ότι και επανεκλεγόμενος θα αποδειχθεί ιδιαίτερα προσεκτικός ως προς την ανάληψη νέων ειρηνευτικών πρωτοβουλιών. [x]
***
Κατά τα λοιπά, η εκμετάλλευση του Παλαιστινιακού από δυνάμεις εχθρικές προς τις ΗΠΑ συμβάλλει και αυτή στη διαμόρφωση ενός  αντιαμερικανικού κλίματος στον αραβικό χώρο, το οποίο, ούτε η ιστορική ομιλία του προέδρου Ομπάμα στο Κάιρο, ούτε η διστακτική και επιλεκτική στήριξη που η Ουάσιγκτον έχει παράσχει προς τις αλυσιδωτές αραβικές εξεγέρσεις των τελευταίων δεκαοκτώ μηνών, άρκεσε για να αντιστρέψει.
Σε ό,τι ειδικότερα αφορά στη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, είναι προφανές ότι η αμερικανική ηγεσία – και ασφαλώς δεν ήταν η μόνη – κατελήφθη εξ απήνης. Αντιμετώπισε δε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει οξύ δίλημμα, καθώς, από τη μια, το επαναστατικό ρεύμα πλήττει πλείονα καθεστώτα προσκείμενα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση – συμπαρέσυρε τους ηγέτες της Τυνησίας, της Λιβύης, και της Αιγύπτου, και ήδη αποτελεί απειλή για κρίσιμης σημασίας στρατηγικούς και γεωοικονομικούς εταίρους της Ουάσιγκτον, όπως η Ιορδανία και τα κράτη του Περσικού Κόλπου – και, από την άλλη, επίδειξη αδιαφορίας, πόσο μάλλον εχθρότητας, έναντι των εξεγερμένων, όχι μόνο θα αμαύρωνε τη γενικότερη εικόνα των ΗΠΑ ως προπυργίου της δημοκρατίας, αλλά και θα αποξένωνε τους νέους κατόχους της εξουσίας, εκεί όπου οι επαναστάσεις επικρατούν. Εξ ου και η διαφοροποίηση της αμερικανικής στάσης ανάλογα προς τις τοπικές πραγματικότητες και προς το διακύβευμα. Αποφευγομένης πάντως, στο μέτρο του δυνατού, της ενεργού στρατιωτικής εμπλοκής – και τούτο για λόγους, τόσο δημοσιονομικούς, όσο και επεμβατικής κόπωσης της αμερικανική; κοινής γνώμης. Χαρακτηριστικά, στη μόνη μέχρι στιγμής περίπτωση τέτοιας στρατιωτικής της   εμπλοκής – την αεροπορική επίθεση κατά του καθεστώτος του Καντάφι – η Ουάσιγκτον εκχώρησε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων στους νατοϊκούς συμμάχους της, αρκούμενη «να ηγηθεί εκ των μετόπισθεν» [leading from behind]. [xi]
Καθώς γράφεται το παρόν, η προσεκτική αυτή προσέγγιση των αραβικών καθεστωτικών κρίσεων τίθεται υπό δεινή δοκιμασία στη Συρία. Με τις τοπικές συνθήκες και το διεθνές πλαίσιο των εκεί τεκταινομένων σαφώς πολυπλοκότερα από ό,τι στις προηγηθείσες αραβικές εξεγέρσεις – και με το αμερικανικό διακύβευμα μεγαλύτερο.
Την εξέγερση των συγκροτούντων την πλειοψηφία του συριακού πληθυσμού Σουνιτών κατά του εδραζόμενου στους Αλεβίτες (ανήκουν σε κλάδο του Ισλάμ συγγενεύοντα προς τους Σιίτες) και άλλες μειονότητες  συριακού καθεστώτος, ενισχύουν ενεργώς προσκείμενες στις ΗΠΑ σουνιτικές μεσανατολικές δυνάμεις, όπως κατ’ εξοχήν  η Σαουδική Αραβία, και η Τουρκία. Πέραν τούτου, η κατάρρευση του καθεστώτος αυτού θα κατέφερε πλήγμα κατά του Ιράν, αλλά και κατά της εδρευούσης στη λιβανική επικράτεια και επίσημα χαρακτηρισμένης από τους Αμερικανούς και άλλους νατοϊκούς ως τρομοκρατικής σιιτικής Χεζμπολάχ. Η δε προσφυγή των συριακών καθεστωτικών δυνάμεων σε εκτεταμένη ωμή βία κατά των επαναστατών και το συνακόλουθο προσφυγικό ρεύμα προς όμορες της Συρίας χώρες τείνει να προσδώσει στη επιχειρούμενη καταστολή τον χαρακτήρα ανθρωπιστικής κρίσης. Κίνητρα όλα αυτά για μια ενεργό αμερικανική επέμβαση.
Από την άλλη, όμως, από την επικράτηση των εξεγερμένων Σουνιτών απειλούνται,  όχι μόνο οι ίδιοι οι Αλεβίτες, αλλά και άλλες μειονότητες, συμπεριλαμβανομένης της χριστιανικής – οι οποίες υπό το κοσμικοποιημένο καθεστώς των Ασάντ αισθάνονταν σχετικά ασφαλείς. Και συγχρόνως πυκνώνουν οι πληροφορίες για τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων και από τους επαναστάτες,[xii] ενώ διαφαίνεται ο κίνδυνος στις τάξεις των τελευταίων αυτών να διεισδύσουν ακραία ισλαμικά στοιχεία, και ειδικότερα η αλ-Κάιντα. Επιπροσθέτως δε, σε περίπτωση παράτασης της εμφύλιας σύγκρουσης, προβλέπονται, αφ’ ενός, αποσταθεροποιητικές παρενέργειες στα σύνορα Συρίας με Τουρκία και Ιράκ, λόγω κουρδικού, και στον πολύπαθο Λίβανο, λόγω αναζωπύρωσης των εκεί εθνο-θρησκευτικών συγκρούσεων, και, αφ’ ετέρου, επιβάρυνση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία και την Κίνα, με δεδομένη την αντίθεση των δύο αυτών μεγάλων δυνάμεων σε διεθνή ανάμιξη στα εσωτερικά συριακά πράγματα. [xiii]
Και συνεπώς, ο κ. Ομπάμα καλείται, υπό το φως λίαν αντιφατικών δεδομένων, να επιλέξει, κατ’ ουσίαν, την ολιγότερο κακή οδό ενεργείας. Η Ουάσιγκτον σαφώς στοχεύει στην αντικατάσταση του οριστικά, κατά τις εκτιμήσεις της, απαξιωμένου καθεστώτος Ασάντ, αλλά από μία τάξη πραγμάτων αποκλείουσα την αναρχία, με τις αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις της στην περιοχή, καθώς και τη διείσδυση τρομοκρατικών ισλαμικών στοιχείων. Και προς τούτο, σε κάποιο βαθμό κατ’ αναλογίαν προς τον χειρισμό του Λιβυκού, δείχνει να ευνοεί μεν την προσφυγή σε βίαια μέσα, πλην όμως να αποφεύγει στο μέτρο του δυνατού ευθεία δική της στρατιωτική ανάμειξη –  ενθαρρύνοντας, και επιχειρώντας συγχρόνως να ελέγξει, την εμπλοκή τρίτων. Και κατά κύριο λόγο της νατοϊκής συμμάχου Τουρκίας.[xiv]  
*** 
Μετά την αποτυχία των αρχικών προσπαθειών του προέδρου Ομπάμα να «επανεκκινήσει» τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις, η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Ρωσίας, φέρει τη σφραγίδα του γεωπολιτικού ρεαλισμού. Ανάλογος δε διεθνοπολιτικός πραγματισμός φαίνεται να διέπει και τη ρωσική στάση. Είναι αλήθεια ότι, σε επικοινωνιακό επίπεδο, ο πρόεδρος Μεντβέντεβ εμφανίσθηκε διαλλακτικότερος του προκατόχου του. Ωστόσο, και επί δικής τους προεδρίας, οι γεωπολιτικές και στρατηγικές ανησυχίες, φιλοδοξίες, και φυσικά δυνατότητες της Μόσχας παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Σταθερή επιδίωξη της ρωσικής ηγεσίας ήταν και είναι η διατήρηση, ή και στο μέτρο του δυνατού η ανάκτηση, της ρωσικής επιρροής στο «εγγύς εξωτερικό». Και ως εκ τούτου, η ενεργός αμερικανική παρουσία σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες του ευρωπαϊκού και ασιατικού περιγύρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας προκαλούν την έντονη δυσφορία του Κρεμλίνου. Τις δύο δυνάμεις διχάζει επί πλέον, το επί προεδρίας Μπους δρομολογηθέν αμερικανο-νατοϊκό αντιπυραυλικό σύστημα, παρ’ όλον ότι ο πρόεδρος Ομπάμα τού επέφερε τροποποιήσεις που γενικώς εκλήφθηκαν – παρά τις επίσημες διαψεύσεις των αμερικανικών κυβερνητικών κύκλων – ως προσπάθεια διασκέδασης των ρωσικών φόβων. Ενώ Ουάσιγκτον και Μόσχα διαφωνούν ως προς τον χειρισμό των κρίσεων στη Λιβύη και την Συρία και την αντιμετώπιση των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν. Χωρίς εν τούτοις οι διαφωνίες τους αυτές να έχουν εμποδίσει τη συνεργασία τους σε τομείς σύγκλισης των συμφερόντων τους, όπως ο έλεγχος των εκατέρωθεν πυρηνικών εξοπλισμών και η σταθεροποίηση του Αφγανιστάν.
 
Και ούτε πρέπει να αναμένονται θεαματικές αλλαγές στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις κατά τη νέα, τρίτη προεδρική θητεία του κ. Πούτιν. Η πρόταση του τελευταίου αυτού για μια «Ευρω-ασιατική Ένωση», η οποία προκάλεσε ουκ ολίγο επικοινωνιακό θόρυβο, αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, απάντηση στην αμερικανική ηγεμονία. Διορατικοί όμως δυτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι κεντρικός στόχος του Ρώσου προέδρου είναι η εξισορρόπηση του πραγματικού αντιπάλου της χώρας του –  ήτοι της Κίνας. [xv]
 
Οπωσδήποτε δε, η Ρωσία, παρά το πάντοτε επίφοβο πυρηνικό της οπλοστάσιο, έχει παύσει να εκλαμβάνεται ως σοβαρή στρατιωτική απειλή από την Ουάσιγκτον.[xvi] Η προσοχή της οποίας είναι κυρίως επικεντρωμένη, αυτή τη στιγμή, στη μεσανατολική σκηνή. Ενώ βαθμιαίως το κέντρο βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετατοπίζεται προς την Άπω Ανατολή. Με την μετατόπιση αυτή να αποτελεί πιθανώς την μεσοπρόθεσμα σημαντικότερη διεθνή εξέλιξη της εποχής μας. Μολονότι δε η γεωστρατηγική αυτή στροφή (pivot, στην πρωτότυπη αγγλική διατύπωση) διεγράφετο ήδη επί προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων, υπό την παρούσα τείνει πλέον να οριστικοποιηθεί. [xvii] Και μάλιστα σε σημείο του να κατηγορείται ο πρόεδρος Ομπάμα από τους Ρεπουμπλικανούς αντιπάλους του, ότι χάριν του ασιατικού αυτού προσανατολισμού υποβαθμίζει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη – και ειδικότερα την  «ειδική σχέση» τους με τους Βρετανούς.
 
Αδίκως, πρέπει να τονισθεί. Αντιθέτως μάλιστα, επί προεδρίας Ομπάμα, όχι μόνο το κλίμα των ευρω-αμερικανικών σχέσεων βελτιώθηκε, αλλά και ο ρόλος του ΝΑΤΟ επιβεβαιώθηκε – μεταξύ άλλων επ’ ευκαιρία της κρίσης της Λιβύης και της κατασκευής της αντιπυραυλικής ασπίδας. Ο δε Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένος επιδείξει ενεργό προσωπικό ενδιαφέρον για την υπέρβαση της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης – ανήσυχος ασφαλώς και για τις δυσμενείς επιπτώσεις της στην αμερικανική οικονομία.  [xviii]
 
Ωστόσο, η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη στον χώρο της Ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού, και κυρίως η ανάδυση της Κίνας ως μείζονος οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης, με διογκούμενες παγκόσμιες φιλοδοξίες, φυσικό είναι να έχουν προσελκύσει το αύξον ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον. Η οποία, ενώ συνεχίζει να επιδιώκει πολυσχιδή συνεργασία με το Πεκίνο και να ενθαρρύνει την ένταξή του σε μια ειρηνική περιφερειακή και ευρύτερη διεθνή οικονομική και πολιτική τάξη, συγχρόνως ενισχύει όλο και περισσότερο τις συμμαχίες της ή συνάπτει νέες με τα ανήσυχα για τις επεκτατικές κινεζικές βλέψεις κράτη της περιοχής, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης της ανόδου του κινεζικού γίγαντα. [xix]
***
Συμπερασματικώς: Η προεδρία. Ομπάμα σηματοδότησε πρωτίστως τη συνέχεια μιας εξωτερικής πολιτικής η οποία, παρά την προσωπική επικοινωνιακή σφραγίδα που της εναποθέτει ο εκάστοτε πρόεδρος, διαμορφώνεται με καθοριστικό κριτήριο τα εθνικά αμερικανικά συμφέροντα σταθμιζόμενα υπό το φως της εκάστοτε διεθνούς πραγματικότητας. Τίποτε δε δεν δείχνει ότι επανεκλεγόμενος ο κ. Ομπάμα θα απομακρυνθεί σημαντικά από τη γραμμή της πρώτης τετραετίας του – εκτός, φυσικά, δραματικών αλλαγών στο γεωπολιτικό σκηνικό, όπως, π.χ., μια ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν. Ενώ αξίζει να επισημανθεί ότι και ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος για την προεδρία Μιτ Ρόμνεϊ, εάν αντιπαρέλθει κανείς, όπως άλλωστε θα ήταν φρόνιμο, ως απλές προεκλογικές υπερβολές τις ρητορικές εξάρσεις του σε σχέση με το Ισραήλ και τη Ρωσία – υποστήριξε τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ και χαρακτήρισε τη Ρωσία «υπ’ αριθμόν ένα γεωπολιτικό εχθρό» των ΗΠΑ – ουδέν το πραγματικά διαφορετικό προτείνει για τη διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων της χώρας του.
Εν κατακλείδι, λίγες σκέψεις για την τύχη των ελληνοαμερικανικών σχέσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο: ‘Όπως ήταν προβλέψιμο, και επί κυβέρνησης Ομπάμα η Ουάσιγκτον ακολούθησε την πεπατημένη, εξισορροπώντας τη στήριξη της χώρας μας με τις υποχρεώσεις της έναντι των λοιπών συμμάχων και εταίρων της στην περιοχή μας. Μεταξύ άλλων, η αμερικανική διπλωματία εξακολούθησε να προτρέπει Αθήνα και Σκόπια να αξιοποιήσουν τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών για τη συναινετική επίλυση του θέματος της οριστικής ονομασίας της ΠΓΔΜ. Και να παρακινεί Αθήνα και Άγκυρα να επιλύσουν τις διμερείς διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων – αποφεύγοντας, και στις δύο περιπτώσεις, να τοποθετηθεί επί της ουσίας των προβλημάτων. Ως προς δε το Κυπριακό, σε στενή συνεργασία με τους Βρετανούς, συνέχισε να παροτρύνει τις εμπλεκόμενες πλευρές να αναζητήσουν ειρηνική λύση στο πλαίσιο του ΟΗΕ – και πάλι χωρίς να προβαίνει σε προτάσεις ως προς την ουσία της λύσης αυτής, μολονότι ευνοώντας, κατά πάσαν βεβαιότητα, τη διατήρηση του πυρήνα του σχεδίου Ανάν.
Παραλλήλως, η Ουάσιγκτον εξεδήλωσε επανειλημμένως, και μάλιστα και σε προεδρική στάθμη, την παραδοσιακή της, έκθυμη υποστήριξη προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο – εν μέρει υπό την πίεση της Ελληνικής Ομογένειας και άλλων χριστιανικών δυνάμεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ, και εν μέρει για να τεθεί φραγμός στις «επεκτατικές» βλέψεις του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Γενικότερα, η Ελλάδα ενδιαφέρει τους διαμορφωτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, τόσο ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως βαλκανικός παράγων, όσο και σε σχέση με τα δρώμενα στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Σε ό,τι δε αφορά στην τελευταία αυτή πτυχή, βαρύνουσας σημασίας είναι η αμερικανο-νατοϊκή αεροναυτική βάση στην Κρήτη, οι ευρέως χρησιμοποιούμενες και από τους Αμερικανούς βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, και ο εν δυνάμει ενεργειακός ρόλος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνάρτηση με το Ισραήλ, αλλά και με την Αθήνα. Κατά κύριο, ωστόσο, λόγο, το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη χώρα μας έχει αρνητικό πρόσημο, υπό την έννοια ότι πρωταρχικό μέλημα της Ουάσινγκτον είναι η αποτροπή μιας πολλαπλώς επιζήμιας για τα συμφέροντά της ελληνοτουρκικής σύρραξης. Σε μια στιγμή, ιδίως, κατά την οποία η αμερικανική διπλωματία επιχειρεί να αξιοποιήσει τον τουρκικό παράγοντα για την αντιμετώπιση εκρηκτικών περιφερειακών προβλημάτων, όπως το Συριακό, το Ιρανικό, και το Ιρακινό, καταβάλλοντας συγχρόνως σύντονες προσπάθειες για να συμφιλιώσει την Άγκυρα με τον κύριο στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή που είναι το Ισραήλ. [xx]


[i] Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος των Εθνικών Επάλξεων, περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.
[ii] Βλ. επί παραδείγματι, Victor Davis Hanson, The economy based election that wasn’t, National Review Online, 2-8-2012.
[iii] Για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά και για μια συνολική αποτίμηση της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου βλ.  Martin Indyk, Kenneth Lieberthal, και Michael E. O'Hanlon, Scoring Obamas Foreign Policy, Foreign Affairs, τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2012.
[iv] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ. στον ιστότοπο του Λευκού Οίκου: National Security Strategy, Μάιος 2010, σελ. 19. Στην πράξη η αντιτρομοκρατική γραμμή της προεδρίας Μπους συνεχίζεται χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. Παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες του κ. Ομπάμα, το στρατιωτικό δεσμωτήριο του Γκουαντάναμο διατηρείται. Ενώ υπό τις προσωπικές οδηγίες του προέδρου επετεύχθη η μεγάλης συμβολικής σημασίας θανάτωση του Μπιν Λάντεν.
[v] Σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο του Foreign Affairs, «Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ακόμη πολλά πλεονεκτήματα: Τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις στον κόσμο. Ισχυρό δίκτυο συμμάχων και εταίρων. Συνεχιζόμενη πρωτοπορία στην έρευνα και ανάπτυξη. Το καλύτερο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης στον κόσμο. Καινοτομία και βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας. Δημογραφικό χωνευτήρι και μετριοπαθή, ισορροπημένη πληθυσμιακή αύξηση. Ένα διαφανές πολιτικό σύστημα και ασφαλείς κανόνες δικαίου, που προσελκύουν ξένες επενδύσεις. Άφθονους φυσικούς πόρους. Μια ζωντανή κοινωνία. Και τεράστια εμπειρία παγκόσμιας ηγεσίας.» Ενώ το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών του Λονδίνου επισημαίνει ότι ο στρατιωτικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ υπερβαίνει το σύνολο των αμέσως επόμενων αντίστοιχων δέκα. Βλ. James Blitz, Asia defence spending overtakes Europe, Financial Times, 7-3-2012.  Βλ επίσης, Ian Bremmer, Five myths about America’s decline, Washington Post, 4-5-2012.
[vi] Για έναν απαισιόδοξο απολογισμό της μεσανατολικής πολιτικής των ΗΠΑ, τόσο επί Μπους υιού, όσο και επί Ομπάμα, βλ. Arnaud de Borchgrave,  Dysinformatsia redux, UPI, 13-8-2012.
[vii] Μεταξύ άλλων, βλ.: White House Stands by Biden Statement That Taliban Isn't U.S. Enemy, FoxNews.com, 19-12-2011. The U.S.-Afghanistan Strategic Partnership Agreement, The White House, 1-5-2012. Scott Wilson, Karen DeYoung, NATO leaders agree on framework to wind down Afghan mission, Washington Post, 21-5-2012. Και U.S. sweetens Taliban prisoner proposal in bid to revive peace talks, Reuters, 7-8-2012.
[viii] Βλ. Mark Landler, Obama Says Iran Strike Is an Option, but Warns Israel, New York Times, 2-3-2012.
[ix] Βλ εμπεριστατωμένη παρουσίαση της «αιρετικής» αυτής προσέγγισης, υπό τον ελαφρώς προβοκατόρικο τίτλο Why Iran Should Get the Bomb, στο τεύχος  του Ιουλίου-Αυγούστου 2012 του κορυφαίου αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs
[x] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων: James Kitflield, Why Israel Plays Such a Big Role in U.S. Presidential Races, The Atlantic, Τεύχος Δεκεμβρίου 2011. Jackson Diehl, Mahmoud Abbas’s unhappy anniversary, Washington Post, 19-4-2012l.
[xi] Βλ. μεταξύ άλλων, Roger Cohen, Leading from behind, New York Times, 31-10-2011. Σημειωτέον ότι η φράση αυτή ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε δημοσία από τον Αμερικανό πρόεδρο ή συνεργάτη του.
[xii] Βλ. Erin Banco, Sophia Jones, Accusations of war crimes rob Syrian rebel fighters of moral high ground, The Christian Science Monitor - CSMonitor.com.
[xiii] Για τους κινδύνους περιφερειακής αποσταθεροποίησης συνεπεία της συριακής κρίσης, βλ. Daniel L. Byman και Kenneth M. Pollack, The Syrian Spillover. Is anyone prepared for the unintended consequences of the war for Syria? The Foreign Policy, 10-8-2012.
[xiv] Βλ. David OByrne, US and Turkey increase co-operation on Syria, Financial Times, 11-8-2012. Dorian Jones, Turkey, US to Work Closely on Syria, Voice of America, 11-8-2012.
[xv] Βλ. Putin proposes setting up ‘Eurasian Union’ of former Soviet nations, Associated Press, 4-10-2011. Raffaello Pantucci, Alexandros Petersen, Russia's Eastern Anxieties, New York Times, 17-10-2011. Επίσης: Thomas Grove, Russia's Medvedev hints of Chinese threat to Far East, chicagotribune.com, Reuters.
[xvi] Βλ. επί παραδείγματι πρόσφατες απαξιωτικές εκτιμήσεις Αμερικανών αρμοδίων για ικανότητα Ρωσίας να προβάλει ναυτική ισχύ. Rowan Scarborough, Russia seeks sea power with decrepit fleet, Washington Times, 29-7-2012.
[xvii] Βλ. χαρακτηριστικά, Jorge Benitez, US pivot doesn’t affect NATO’s Asian partnerships, στην αγγλόγλωσση κινεζική εφημερίδα Global Times, φύλο 14ης Αυγούστου 2012. Συναφώς, ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης σφυγμομέτρηση της αμερικανικής κοινής γνώμης,  σύμφωνα με την οποία «το 51% των ερωτηθέντων είπαν ότι η Κίνα, η Ιαπωνία και άλλες ασιατικές χώρες είναι ‘σημαντικότερες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του’ από ό,τι τα μέλη της ΕΕ (38%). Ακόμη και το 2004, ο αριθμός αυτός ήταν 54%-29% υπέρ της Ευρώπης.» Βλ. U.S. Turns From EU to Asia, Wall Street Journal, 14-9-2011.
[xviii] Για μια ενδιαφέρουσα απάντηση στους επικριτές της ευρωπαϊκής πολιτικής του προέδρου Ομπάμα, βλ. Sean Kay, Making Friends with Friends, Foreign Policy, 7-8-2012. Επίσης, το προμνησθέν άρθρο της Wall Street Journal, από το οποίο προκύπτει ότι προ έτους τα τρία τέταρτα των Ευρωπαίων πολιτών ήσαν ικανοποιημένοι από την πολιτική του κ. Ομπάμα.
[xix] Βλ. ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες απόψεις του Χένρυ Κίσινγκερ για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις στο τεύχος Μαρτίου/Απριλίου 2012 του Foreign Affairs, υπό το τίτλο The Future of U.S.-Chinese Relations, Conflict Is a Choice, Not a Necessity. Επίσης βλ. Mathew Pennington, US dilemma in South China Sea response, New York Times, 28-7-2012. Για πρόσφατες κινεζικές αντιδράσεις στην αμερικανική αυτή πολιτική, βλ. Tania Branigan, China lambasts US over South China Sea Row, guardian.co.uk, 6-8-2012.
[xx] Βλ.Abdullah Bozkurt, Turkey says it will do ‘whatever is required' against Iran, Today’s Zaman, 10-8-2012. Για τις συντονισμένες προσπάθειες του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον να γεφυρώσουν την αντιπαράθεση της Τουρκίας με το Ισραήλ, βλ. Barak Ravid,  U.K. mediating between Israel and Turkey in bid to end impasse, Haaretz.com, 2-8-2012. Για μια γενικότερη προσέγγιση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Η Τουρκία σε αναζήτηση ρόλου, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 100, Απριλίου-Ιουνίου 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου