20/1/12

Η Ελλάδα και η κοινoτική Ευρώπη

  
Παρασκευή, 20 Ιανουάριου 2012 23:59
Η λέξη Ευρώπη – ελληνικής ως γνωστόν προελεύσεως – προσφέρεται σε πολλαπλούς ορισμούς. Υπάρχει η γεωγραφική Ευρώπη που περιλαμβάνει και το Καζακστάν και την τουρκική Θράκη. Υπάρχει η πολιτιστική Ευρώπη στην οποία ασφαλώς ανήκει και ο εκτεταμένος σλαβόφωνος ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος που εκτείνεται έως και πέραν των Ουραλίων. Και από το τέλος του Β! Π.Π συγκροτείται μια στενότερη, θεσμική Ευρώπη, που αρχικώς προσέλαβε την μορφή μιας προωθημένης οικονομικής σύμπραξης και συν τω χρόνω μετεξελίχθη στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για την Κοινοτική Ευρώπη – οι σχέσεις της χώρας μας με την οποία είναι το αντικείμενο της αποψινής μας επικοινωνίας.  Κατά την οποία θα προσπαθήσω να απαντήσω συνοπτικώς στα εξής τέσσερα ερωτήματα:
•    Γιατί οι αρχιτέκτονες του ευρωκοινοτικού οικοδομήματος δέχθηκαν να θέσουν υπό τη σκέπη του τη χώρα μας.
•    Γιατί η ίδια η Ελλάδα επεδίωξε να ενταχθεί στους υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκούς θεσμούς.
•    Ποιος ο απολογισμός της κοινοτικής παρουσίας της χώρας μας.
•    Και, τέλος, ποιες οι προοπτικές μας στο μεταλλασσόμενο ευρωπαϊκό τοπίο.

Α. Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΗΚΕΙ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
 
Την απάντηση στο πρώτο ερώτημα μας έδωσε μερικώς ο πρώην Γάλλος πρόεδρος Ζισκάρ ντ’ Εσταίνγκ, ο οποίος εξηγώντας την ένθερμη υποστήριξη που παρέσχε στην κοινοτική μας ένταξη, εις πείσμα ουκ ολίγων τότε αντιρρήσεων, δήλωνε πρόσφατα στη γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» τα ακόλουθα: «Όπως και οι υπόλοιποι της γενιάς μου, ανατράφηκα με την ιδέα ότι η δημοκρατία, η πολιτική, όλα αυτά προήρχοντο από τη χώρα αυτή [την Ελλάδα]. Για εμάς, η Ελλάδα ήταν συνώνυμη με πολιτισμό. Ως εκ τούτου, η σκέψη ότι θα εγκατελείπετο στην πόρτα της Ευρώπης μάς ήταν ανυπόφορη.»
Ο Γάλλος ηγέτης ανεγνώριζε έτσι μια αδιαμφισβήτητη ιστορική πραγματικότητα. Η Ευρώπη αποτελεί τη σύνθεση τριών κυρίαρχων πολιτισμικών δυνάμεων. Ήτοι, για να τις απαριθμήσω σε αντίστροφη χρονική αλληλουχία: του Διαφωτισμού, του Χριστιανισμού, και του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού – το ελληνικό σκέλος του οποίου  έχει, κατά γενική αντίληψη, ασκήσει καθοριστική επιρροή και επί του ρωμαϊκού. Και υπό το πρίσμα αυτό, η παρουσία της χώρας μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι προσλάμβανε ισχυρό συμβολισμό.
Το πολιτισμικό δε αυτό κίνητρο ενισχύθηκε, ενδεχομένως καθοριστικά, από γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Σε μια στιγμή κατά την οποία, η μεν Ευρώπη, όπως άλλωστε και η Δύση γενικότερα, αντιμετώπιζε θανάσιμη απειλή από τη σοβιετική αυτοκρατορία, η δε Ελλάδα ήταν εκ των πραγμάτων τοποθετημένη στη ζώνη των πρόσω, φυσικό ήταν οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι να θελήσουν να συμβάλουν στη σταθεροποίηση του ρευστού και αβέβαιου ελληνικού μεταπολιτευτικού καθεστώτος, εντάσσοντας τη χώρα μας στο ευρωκοινοτικό θεσμικό πλέγμα.
 
Β. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
 
Αλλά και εμείς από την πλευρά μας είχαμε επιτακτικούς λόγους να γίνουμε δεκτοί στην υπό οικοδόμηση Κοινοτική Ευρώπη. Συχνά λησμονούμε ότι το νεότερο ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και ανδρώθηκε υπό τον αστερισμό της Ευρώπης. Οι ηγέτες του επαναστατημένου Γένους αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η αναγεννώμενη Ελλάδα όφειλε να στραφεί προς τον ευρωπαϊκό κόσμο, προκειμένου να επιτύχει τους κύριους εθνικούς στόχους της: Την εδραίωση της διεθνούς θέσης της. Την επέκταση των συνόρων της, έτσι ώστε να αγκαλιάσουν τους ακόμη υπόδουλους ελληνικούς πληθυσμούς. Και τον εκσυγχρονισμό – εξευρωπαϊσμός απεκαλείτο τότε και για πολύ ακόμη διάστημα – των διοικητικών, κοινωνικών και οικονομικών της θεσμών και δομών.

Η επιλογή δε αυτή αποτέλεσε βασικό γνώμονα της εξωτερικής μας πολιτικής και στη συνέχεια. Με εντυπωσιακά συνολικώς αποτελέσματα: Το ασθενές κρατίδιο των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα αναδείχθηκε κατά τον εικοστό σε σημαντικό περιφερειακό παράγοντα, με υπολογίσιμη συμμετοχή και στα παγκόσμια δρώμενα.

Με δεδομένες επομένως τις γεωπολιτικές και πολιτισμικές αυτές καταβολές μας, φυσικό ήταν η ευρωπαϊκή ενωτική ιδέα να βρει ενωρίς στην Ελλάδα πρόθυμη ανταπόκριση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των προπολεμικών θιασωτών της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ειδικότερα της Πανευρώπης του Κουντενχόβε-Καλλέργη συγκαταλεγόταν και ένας Έλλην ηγέτης του εθναρχικού αναστήματος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ενώ την επαύριον του Β! Παγκόσμιου Πολέμου η ελληνική κοινή γνώμη, με μόνη ουσιαστική εξαίρεση τους εγκλωβισμένους σε ανεδαφικές ιδεοληψίες και εθνικώς επιζήμιες διεθνοπολιτικές δεσμεύσεις κομμουνιστές, επένδυσε υψηλές προσδοκίες στην ευρωπαϊκή μας προοπτική.

Γ. ΕΝΤΑΞΙΑΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Οι κύριοι σταθμοί της κοινοτικής μας πορείας είναι γνωστοί: Το 1961 συνήψαμε Συμφωνία Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην οποία δέκα οκτώ χρόνια αργότερα, το 1979 ενταχθήκαμε ως πλήρες μέλος. Το 1992 υπήρξαμε συνιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – του θεσμικού σχήματος που διαδέχθηκε την ΕΟΚ.  Και  το 2001 προσχωρήσαμε στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση – ευρύτερα γνωστή ως Ευρωζώνη.
Πρόκειται για μια διαδρομή που προσέφερε τεράστιες δυνατότητες στην Ελλάδα: οικονομικές, θεσμικές, και διεθνοπολιτικές.  Δυνατότητες που δυστυχώς οι πολιτικές μας ηγεσίες απέτυχαν να αξιοποιήσουν, καθ’ όν τρόπο όφειλαν και μπορούσαν. Αυταπατώμεθα δε όταν την αποτυχία αυτή την χρεώνουμε στους άλλους και όχι στον εαυτό μας.
•    Εν πρώτοις, στη χώρα εισέρευσε με ελληνικά μέτρα πακτωλός, υπό μορφή δωρεάν βοήθειας ή χαμηλότοκων δανείων. Η διασπάθιση των ποσών αυτών βαρύνει εμάς τους αποδέκτες τους και όχι τους δότες – όπως συχνά μας βολεύει να ισχυριζόμαστε.
•    Κατά δεύτερο λόγο, μας παρασχέθηκαν, τόσο πρότυπα, όσο και κίνητρα για τη ριζική αναδιοργάνωση των κρατικών μας υπηρεσιών. Το ότι η δημόσια διοίκηση παρουσιάζει το γνωστό σημερινό της χάλι οφείλεται αποκλειστικώς σε δικές μας πράξεις και παραλείψεις.
•    Τέλος, για να περιορισθώ στα κυριότερα, η συμμετοχή στην  κλειστή λέσχη μερικών από τα πλέον ανεπτυγμένα και πολιτισμένα κράτη του  κόσμου – κράτη με τεράστια επιρροή επί των διεθνών δρωμένων – προσέφερε δυνητικώς στην Ελλάδα μείζονα προσαύξηση του διεθνούς βάρους της και συνακόλουθα και της διαπραγματευτικής της δύναμης, ιδιαίτατα στο εγγύς γεωπολιτικό της περιβάλλον. Για το ότι η χώρα μας δεν επωφελήθηκε επαρκώς αυτής της εν δυνάμει ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της φταίμε και πάλι εμείς και μόνο εμείς.
Εδώ όμως επιβάλλεται μια διευκρίνιση: Η ένταξή μας στην Κοινοτική Ευρώπη ουδέποτε αποτέλεσε – και ούτε σήμερα αποτελεί – πανάκεια. Είναι δε αποκαλυπτικό στρατηγικής αφέλειας το ότι, εις πείσμα της, εμφανούς εν τούτοις, πραγματικότητας, πάρα πολλοί μεταξύ μας – διαβουκολούμενοι και από ένα ιδιοτελώς ενεργούν πολιτικο-κομματικό κατεστημένο – θεωρήσαμε ότι η κοινοτική ένταξη θα κατοχύρωνε ως δια μαγείας και την ασφάλεια των συνόρων μας, μεταλλαγμένων υποτίθεται σε «ευρωπαϊκά» – ειδικότερα έναντι της Τουρκίας. Και ότι θα εξασφάλιζε την ευτυχή επίλυση των μεγάλων εθνικών μας θεμάτων, και, κατ’ εξοχήν, του Κυπριακού, δια των Βρυξελλών.
Έτσι, στο πολύτιμο όντως εθνικό κεφάλαιο που ήταν και είναι η συμμετοχή μας στο ευρωκοινοτικό γίγνεσθαι, προσδώσαμε διαστάσεις εξωπραγματικές. Η διάψευση σημειωτέον των οποίων είχε ως φυσικό επακόλουθο να αναπτυχθεί εξ  αντιδράσεως στους κόλπους της κοινής γνώμης ένας παράλογος και εθνικώς επιζήμιος αντιευρωπαϊσμός. Και έτσι, αντί να εστιάσουμε προσοχή και προσπάθειες στην αξιοποίηση των πολλαπλών υπαρκτών πλεονεκτημάτων της κοινοτικής μας ένταξης, κατατριβόμαστε σε φιλιππικούς κατά της Κοινοτικής Ευρώπης μας διότι δεν μας παρέχει το ανέφικτο. Και λέγω το ανέφικτο, διότι, υπό την παρούσα θεσμική συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξωτερική πολιτική και άμυνα παραμένουν ουσιαστικά υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων – και συνακόλουθα η «Κοινή Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική» αποτελεί σχήμα λόγου μάλλον παρά πραγματικότητα.

Δ. ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ

Είναι αλήθεια ότι, την επαύριον του Β! Παγκόσμιου Πολέμου, τους πρωτεργάτες της Κοινοτικής Ευρώπης οιστρηλάτησε το όραμα της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας κατά το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ήδη ωστόσο από τη δεκαετία του πενήντα, οι ομοσπονδιακές αυτές φιλοδοξίες παραχωρούσαν όλο και περισσότερο τη θέση τους σε μια συνεργασία διακρατικής μορφής. Η ακριβής μάλιστα έκταση της οποίας αποτέλεσε αντικείμενο καίριων διαφοροποιήσεων μεταξύ των κοινοτικών εταίρων. Καθώς, ενώ οι Βρετανοί επιμένουν διαχρονικά σε μια χαλαρή συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-εθνών, εστιασμένη στις εμπορικές ανταλλαγές και τις χρηματιστηριακές δραστηριότητες – δηλαδή στη διαμόρφωση μιας κλασσικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών –, οι κύριοι ηπειρωτικοί εταίροι με προεξάρχοντα τον «γαλλογερμανικό άξονα», χωρίς να επιστρέφουν στην αρχική ομοσπονδιακή ιδέα, έχουν ταχθεί υπέρ μιας στενότερης, οργανικής σύμπραξης, τόσο στον οικονομικό, όσο και στον πολιτικό τομέα. Και συνακόλουθα, στους κόλπους της ΕΕ προέκυψε το φαινόμενο των «πολλαπλών ταχυτήτων». Με κυριότερη μέχρι στιγμής εκδήλωση την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, τη γνωστή και ως Ευρωζώνη – στην οποία συμμετέχουν μόνο δέκα επτά από τα είκοσι επτά κράτη-μέλη της ΕΕ.
Και η οποία, όπως γνωρίζουμε, δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή δεινώς. Καθώς, υπό την πίεση της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι, για να διασωθεί, οι εταίροι οφείλουν, αφ’ ενός, να υιοθετήσουν ένα μίνιμουμ κοινών δημοσιονομικών και οικονομικών κανόνων, και, αφ’ ετέρου, να εκδηλώσουν εμπράκτως τη μεταξύ τους αλληλεγγύη, με τους ισχυρότερους να στηρίζουν τους ασθενέστερους. Με άλλες λέξεις, να δώσουν σάρκα και οστά στη λεγόμενη οικονομική διακυβέρνηση -  η οποία από την ίδια τη φύση της εμπεριέχει ισχυρή πολιτική διάσταση. Πρέπει δε να τονισθεί ότι το κοινοτικό διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο από την ΟΝΕ. Όπως έχει δημοσία αναγνωρίσει και η Γερμανίδα Καγκελάριος, «η αποτυχία του ευρώ θα σημάνει την αποτυχία της Ευρώπης» γενικότερα.
Εξ ου και οι αγωνιώδεις προσπάθειες που οι ηγέτες της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταβάλλουν για τη σωτηρία του κοινού νομίσματος. Από τη μια, στηρίζοντας τα υπερχρεωμένα κράτη-μέλη με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Μάιος 2010) και με τη δειλή έστω, διεύρυνση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και, από την άλλη, επιχειρώντας να αποτρέψουν τη μελλοντική υπερχρέωση των εταίρων με τη θέσπιση αυστηρότερων κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η επιτυχία ωστόσο των προσπαθειών αυτών κάθε άλλο παρά δεδομένη μπορεί να θεωρηθεί. Η αλήθεια μάλιστα είναι ότι το ευρωπαϊκό μέλλον εμφανίζεται σήμερα πολύ πιο αβέβαιο παρά οποιαδήποτε στιγμή κατά το σχετικώς πρόσφατο παρελθόν.
Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Οι ευρωπαϊκές δε αυτές αβεβαιότητες έχουν άμεσες επιπτώσεις σε μείζονα ελληνικά συμφέροντα και τις εθνικές μας προοπτικές γενικότερα. Βέβαια, το βάρος μας στην πλάστιγγα των κοινοτικών αποφάσεων τυγχάνει εκ των πραγμάτων περιορισμένο – όχι μόνο λόγω δημογραφικών μεγεθών, αλλά και συνεπεία του θλιβερού καταντήματος της  χώρας και της απαξίωσης της διεθνούς της εικόνας, με ευθύνη των ταγών της.
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει άποψη για τα ευρωκοινοτικά δρώμενα και δη διαχρονική: Επιδιώκουμε την όσο το δυνατόν πληρέστερη ευρωπαϊκή συσσωμάτωση. Ορθότατα δε – υπό μία βασική προϋπόθεση: Ότι θα ανασυντάξουμε το εσωτερικό μας μέτωπο. Διότι μόνο έτσι θα είμαστε σε θέση, όχι μόνο να επωφεληθούμε των πολλαπλών πλεονεκτημάτων μιας συνεκτικότερης Ευρώπης, αλλά και να αποφύγουμε τις παγίδες που, ειδικότερα, το απαιτητικό περιβάλλον της Ευρωζώνης εμπερικλείει για τους απερίσκεπτους επιμηθείς.
Μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόμεθα δυστυχώς και εμείς. Διότι δεν υπάρχει, πιστεύω, σκεπτόμενος Έλληνας που να μην αναγνωρίζει πλέον ότι οι πρακτικές των κυβερνήσεών μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες σφραγίσθηκαν από άκρα απερισκεψία: Ζήσαμε υπεράνω των μέσων μας – με δωρεάν κονδύλια και δανεικά. Διογκώσαμε αλόγιστα, με ταπεινά κομματικά κίνητρα, μια ήδη αναποτελεσματική και εν πολλοίς διεφθαρμένη κρατική μηχανή – με τους κυβερνώντες μας μάλιστα να επαγγέλλονται την «επανίδρυσή» της. Και αποδυναμώσαμε, αντί να τονώσουμε, τον ασθενή παραγωγικό μας ιστό.
Φθάσαμε έτσι στο χείλος του γκρεμού. Για να αποφύγουμε δε τη μοιραία πτώση, απαιτείται τεράστια προσπάθεια ανόρθωσης κράτους και οικονομίας. Μια προσπάθεια που επιβάλλεται να καταβληθεί ανεξάρτητα από το όποιο «μνημόνιο» ή έξωθεν παρότρυνση γενικότερα, αφού πρόκειται για επιτακτική, υπαρξιακή θα μπορούσε να πει κανείς, εθνική αναγκαιότητα.
Προσωπικώς ασπάζομαι τη γνώμη των περισσότερων έγκυρων παρατηρητών ότι η έξοδός μας από την ευρωζώνη θα αποτελούσε εθνική συμφορά, τόσο οικονομική, όσο και γεωπολιτική. Η εγκατάλειψη του ευρώ, ειδικότερα, χωρίς να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας – τα οποία παράγονται κυρίως με εισαγόμενες εισροές, οι οποίες φυσικά θα ακριβύνουν – θα έχει ως επακόλουθο:
•    Την αποθάρρυνση, αν όχι πλήρη αποτροπή, των επενδύσεων.
•    Τη δραματική αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους.
•    Τη δραστική μείωση μισθών και εισοδημάτων,
•    Την άνοδο του πληθωρισμού,
•    Και συνακόλουθα τη διόγκωση της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Ακόμη όμως και αν οι συνθήκες μας ωθήσουν εκτός ευρώ – ένα απευκταίο, επαναλαμβάνω, ενδεχόμενο, το οποίο, ωστόσο, δεν μπορεί πλέον να αποκλεισθεί – η εθνική ανασυγκρότηση θα παραμείνει μονόδρομος για την Ελλάδα. Απλώς το κόστος της θα είναι πολλαπλάσιο.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΩΣ: Για μια σχετικώς μικρή χώρα όπως η δική μας, η συμμετοχή στο ευρωενωσιακό εγχείρημα είναι δίκοπο μαχαίρι. Εάν βάλουμε τάξη στα του οίκου μας, θα αποδειχθεί πηγή εθνικής ισχύος και ευημερίας. Εάν όμως συνεχίσουμε την  αυτοκαταστροφική μας κατολίσθηση,  ορατός είναι ο κίνδυνος, είτε να συνθλιβούμε από τον συλλογικό οδοστρωτήρα, είτε να υποστούμε τις καταστροφικές συνέπειες της έξωσης.
Το καίριο επομένως ερώτημα είναι: Ποιον από τους δύο αυτούς δρόμους θα επιλέξουμε τελικώς. Εννοώ εμπράκτως, όχι στα λόγια. Θα θελήσουμε να ανασυνταχθούμε – διότι ζήτημα θέλησης είναι – και να συγκαταλεχθούμε στην ομάδα των μαχίμων Ευρωπαίων; Ή όχι; Εάν όχι, θα είμεθα άξιοι της τύχης μας. Και τα ανεύθυνα θύματά μας – οι επερχόμενες ελληνικές γενεές – δικαίως θα μας καταρώνται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου