3/1/12

Eίκοσι χρόνια χωρίς τη Σοβιετική Ένωση

  
Τρίτη, 03 Ιανουάριου 2012 00:46
Πέρασαν ήδη 20 χρόνια (25 Δεκεμβρίου 1991) από την οριστική διάλυση μιας μεγάλης Αυτοκρατορίας, που σφράγισε την ιστορία του 20ου αιώνα, καθόρισε τη μορφή της ευρύτερης περιοχής μας, απείλησε τις έως τότε κυρίαρχες δυνάμεις του κόσμου, προσπάθησε να αλλάξει τις καθιερωμένες νοοτροπίες και διακήρυξε τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας “απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο”. Τελικά απέτυχε σ’ όλους τους στόχους που έθεσαν οι αρχικοί επαναστάτες του ’17, που πίστεψαν ότι μπορούν να υπερπηδηθούν κάποια στάδια της κοινωνικής εξέλιξης. Υλοποίησαν εν τέλει τα πιο τρελά όνειρα των μεταφυσικών φιλοσόφων που πίστευαν ότι το πνεύμα προηγείται του όντος και ότι αρκεί η βούληση για να αλλάξει τον ρου των πραγμάτων και να ανατρέψει τους νόμoυς της φύσης…. Μόνο που γι αυτό, απαραίτητη ήταν η σκληρή κυριαρχία μιας νέας τάξης ανθρώπων -συσπειρωμένων γύρω από το Κόμμα, απολαμβάνοντας τα πλείστα όσα οφέλη από τη συσπείρωση αυτή- που πίστευαν ότι αποτελούν την τελείωση του ανθρώπινου είδους, ότι οι ιδέες τους εκφράζουν την ενσάρκωση της έως τότε oυτοπίας και ότι η πολιτική πρακτική τους εγγυάται το δρόμο για την κατάκτηση του επίγειου Παράδεισου.

Κατάφεραν εν τέλει να μετατρέψουν μια φιλοσοφική άποψη που προερχόταν από την καρδιά της νεωτερικότητας σε προνεωτερικό θρησκευτικό φαινόμενο. Και ακριβώς γι αυτό ανταγωνίστηκαν τις προηγούμενες θρησκευτικές εκφράσεις, προσπαθώντας να αντικαταστήσουν το παλιό τελετουργικό με το νέο, όπως και τα σύμβολα και τις “Ιερές Γραφές” των παλαιότερων δοξασιών. Η πρόσφατη κηδεία του βορειοκορεάτη ηγέτη είχε την ίδια ακριβώς γεύση αυτού του νέου κομμουνιστικού τελετουργικού, που εισήχθη στην ιστορία από τον Στάλιν και την ομάδα του.
Οι τελευταίες μέρες
Η περίοδος διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ  (1964 μέχρι το 1982), που αποκλήθηκε «περίοδος της στασιμότητας», χαρακτηρίστηκε από τη διόγκωση των κρατικών ελλειμμάτων και την βαθμιαία κατάρρευση των παραγωγικών δυνατοτήτων. Στη συνέχεια και για 15 μήνες ανέλαβε την διακυβέρνηση τα ΕΣΣΔ ο Γιούρι Αντρόποφ για να τον διαδεχθεί στη γενική γραμματεία του Κομμουνιστικού Κόμματος ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Με την έναρξη των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που έγιναν γνωστές ως «περεστρόϊκα» και με την ελευθερία που δόθηκε στους πολίτες για άσκηση ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας, η ηγετική ομάδα στόχευε στην επανεκκίνηση της χειμάζουσας σοβιετικής οικονομίας. Η διαδικασία αυτή της οικονομικής φιλελευθεροποίησης δεν μπόρεσε να οδηγήσει στα αποτελέσματα που προσδοκούσαν. Η ύπαρξη πολλών κέντρων εξουσίας εντός του Κόμματος, αλλά και η ύπαρξη πολλών απωθημένων από δεκαετίες προβλημάτων, όπως το εθνικό ζήτημα, οδήγησαν στην αποσύνθεση και τελικά στην εσωτερική κατάρρευση της Αυτοκρατορίας.
Στις 21 Δεκεμβρίου του 1991 συνήλθαν οι ηγέτες των δημοκρατιών και υπέγραψαν Πρωτοκόλλο διάλυσης στην Alma-Ata του Καζαχστάν. Λίγες μέρες πριν οι πρόεδροι της Ρωσίας, Ουκρανίας και Λευκορωσίας είχαν κηρύξει της Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών. Μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, εκών άκων ο  Γκορμπατσόφ -Πρόεδρος του Πρεζίντιουμ (Presidium) του Ανώτατου Σοβιέτ και Αρχηγός του Κράτους- αποδέχτηκε το αποτέλεσμα. Στις 25 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε από την προεδρεία της Ένωση. Την επόμενη ημέρα, το Ανώτατο Σοβιέτ, αναγνώρισε την πτώχευση και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και αυτοδιαλύθηκε.
Ένα προδιαγεγραμμένο τέλος
Η εξέλιξη αυτή, που μπορεί να εξέπληξε ακόμα και τους γνωρίζοντες στη Δύση, είχε ήδη προβλεφτεί από τους ηγέτες εκείνους της ευρωπαϊκής Αριστεράς, που διαφωνούσαν με τον ολοκληρωτισμό που εισήγαγε για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική σκέψη ο Β.Ι.Λένιν. Διαφωνούσαν πλήρως με την αντίληψη της ύπαρξης ενός ιεραρχικά δομημένου, συγκεντρωτικού του «κόμματος Νέου Τύπου», το οποίο θα λειτουργούσε ως μηχανισμός άσκησης εξουσίας, στο όνομα και ερήμην των «αφώτιστων» εργαζομένων.
Ο Πλεχάνωφ ήταν ένας από τους ηγέτες των μενσεβίκων (μειοψηφικών) του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας. Που από το 1903 έκανε σκληρή κριτική στις απόψεις του Λένιν. Ο Πλεχάνωφ υποστήριζε ότι πρώτα θα γινόταν η αστική δημοκρατική επανάσταση, στην οποία θα οδηγούσε η φιλελεύθερη μεσαία τάξη. Διαφώνησε με την μπολσεβίκικη άποψη για το Κόμμα και κατηγόρησε τον Λένιν ότι με τις απόψεις του δημιουργεί “κατάσταση πολιορκίας” και επιβάλλει στο σοσιαλισμό την “πειθαρχία των στρατώνων“. Αλλη σημαντική διαφωνία του Πλεχάνωφ με τον Λένιν ήταν η “δικτατορία του προλεταριάτου“. Ο Πλεχάνωφ κατηγόρησε τον Λένιν ότι κάνει σύγχυση μεταξύ της δικτατορίας του προλεταριάτου και της δικτατορίας πάνω στο προλεταριάτο. Κατάγγειλε παράλληλα τις μεθόδους του Λένιν ως “κακέκτυπο της τραγικής αδιαλαξίας του γιακωβινισμού” και πρόβλεψε ότι οι απόψεις που εκφράζονται από τον Λένιν, ανοίγουν το δρόμο στους επίδοξους δικτάτορες.
Με τις απόψεις του Πλεχάνωφ τάχθηκε και ο Τρότσκι, ο οποίος έγραψε: “Η οργάνωση του Κόμματος θα πάρει τη θέση του ίδιου του Κόμματος, η Κεντρική Επιτροπή τη θέση της Οργάνωσης και τέλος ο δικτάτορας θα πάρει τη θέση της Κεντρικής Επιτροπής.”
Ομως ο Τρότσκι, στα κρίσιμα χρόνια που ακολούθησαν το 1917, συντάχθηκε απόλυτα με τους επαγγελματίες επαναστάτες, επωμιζόμενος με αυτό τον τρόπο μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις εξελίξεις που οδήγησαν λίγο αργότερα στη σκληρή σταλινική τυραννία, στην εξόντωση της πλειοψηφίας των πρώτων μπολσεβίκων και τελικά στη δολοφονία του ίδιου. Συμφώνησε το Σεπτέμβριο του 1918 με τους Λένιν και Στάλιν για την απαγόρευση των αντιπολιτευτικών οργανώσεων. Ως αρχηγός του Κόκκινου Στρατού κατάστειλε την αντι-κομματική εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης, καθώς και το μαχνοβίτικο αναρχικό κίνημα των φτωχών αγροτών της περιοχής της Μαριούπολης (Νότια Ουκρανία) και επέβαλλε με τη βία τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του “πολεμικού κομμουνισμού”, που κατέστρεψαν την αγροτική παραγωγή και οδήγησαν τη Ρωσία στο λιμό.
Δριμεία κριτική στην πολιτική αυτή άσκησε και ο Π. Α. Κροπότκιν. Εγραφε: “…Εγιναν τεράστια λάθη, που πληρώθηκαν με το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και με την καταστροφή ολόκληρων περιοχών“ και αναρωτιόταν: “Πως οι κήρυκες μιας νέας ζωής και μιας νέας κοινωνίας μπορεί να καταφεύγουν σε τέτοια όπλα για να αμυνθούν απέναντι στους εχθρούς τους;
Ο Κροπότκιν προειδοποιούσε:   “Η προσπάθεια να θεμελιώσετε μια καινούργια κοινωνία με μέσο τη δικτατορία είναι μοιραία καταδικασμένη σε αποτυχία… Αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, ακόμα και η λέξη “σοσιαλισμός” θα καταντήσει κατάρα...”
Επίσης και η Ρόζα Λούξεμπουργκ κατάγγειλε “τον υπερσυγκεντρωτισμό που υπερασπίζει ο Λένιν” και παραλλήλιζε το πνεύμα που επικράτησε με “το στείρο πνεύμα του νυχτοφύλακα.” Εγραφε η Λούξεμπουργκ: “Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία είναι το μόνο ενεργό στοιχείο… Υπάρχει λοιπόν στο βάθος μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία είναι αλήθεια, …η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών.”
Οι συνέπειες της κατάρρευσης
O Πλεχάνωφ, ο Κροπότκιν, η Λούξεμπουργκ δικαιώθηκαν πολύ γρήγορα. Η δικτατορία των, ιδεαλιστών αρχικά, επαγγελματιών επαναστατών πάνω στην εργατική τάξη γρήγορα εξελίχθηκε σε στυγνή δικτατορία μιας γραφειοκρατικής τάξης πάνω στο λαό, που βρήκε την απόλυτη αποθέωσή της στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας.
Η νέα τάξη των γραφειοκρατών διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο τρόπο την εξουσία, που χαρακτηριζόταν από την υπεροψία που της κληρονόμησε ο Λένιν με το Κόμμα Νέου Τύπου. Εν τέλει αποφάσισε την αυτοδιάλυση και τη νομιμοποίηση των κερδών που είχε ήδη συλλέξει από την «μαύρη οικονομία» κατά τις τελευταίες δεκαετίες σοβιετικής διακυβέρνησης. Το σοβιετικό οικοδόμημα διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη. Οι παλιές διαφορές εμφανίστηκαν και πάλι στο προσκήνιο με έναν ιδιαιτέρως σφοδρό τρόπο. Το εθνικό ζήτημα που ταλάνιζε την προσοβιετική Ρωσική Αυτοκρατορία και είχε απωθηθεί βιαίως κατά τη σοβιετική εποχή, επανήλθε με κατακλυσμιαίο τρόπο οδηγώντας σε αιματηρές συγκρούσεις τους κάποτε αδελφωμένους λαούς.
Ο Ψυχρός Πόλεμος –που το πρώτο του αποτέλεσμα υπήρξε η Μικρασιατική καταστροφή- τελείωσε με δραματικό τρόπο. Μαζί του τελείωσε και η ισορροπία των δύο παγκόσμιων πόλων που είχε έως τότε δημιουργηθεί.
Για τους Έλληνες –ειδικά τις πολυάνθρωπες κοινότητες που κατοικούσαν στην ΕΣΣΔ- κατάρρευση είχε μοιραία αποτελέσματα. Πολλοί βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά των αντιμαχόμενων εθνών, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, στην Τσετσενία και στην Αμπχαζία, και αναγκάστηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες πολέμου σε μια Ελλάδα που ελάχιστα κατανοούσε τις κοσμοϊστορικές αλλαγές.. Παράλληλα, ξεκίνησε και πάλι το παλιό –από το 1918- ρεύμα της μετανάστευσης των ομογενών προς την Ελλάδα. Περισσότεροι από 200.000 ομογενείς –κυρίως από τις περιοχές όπου τους είχε εξορίσει ο σταλινισμός- κατέφυγαν στη «μητέρα-πατρίδα», που για άλλη μια φορά στάθηκε μάλλον αδιάφορη, αν όχι εχθρική, με τους ομοεθνείς πρόσφυγες.
Η νέα τάξη πραγμάτων απαιτούσε μια ευρύτερη αντίληψη των νέων γεωπολιτικών δεδομένων, ώστε να υπάρξει παραγωγική προσαρμογή και δημιουργική αξιοποίηση των νέων συνθηκών. Το μέλλον θα αποδείξει εάν η Ελλάδα ως έθνος-κράτος διέθετε μια τέτοια αντίληψη στο εξαιρετικά σύνθετο μετασοβιετικό τοπίο.
---------------------
(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός. Μελέτησε τις ελληνικές σοβιετικές κοινότητες στα χρόνια του Μεσοπολέμου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου