13/5/11

Ενέργεια στον 21ο αιώνα

      
Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011 16:11
Τόσα έχουν ήδη γραφτεί για τις «ενεργειακές ανάγκες» καθώς η ανθρωπότητα προχωρεί σε αυτόν τον αιώνα και το ενδιαφέρον αυξάνεται. Κάθε ειδικός στον τομέα εκφράζει απόψεις, και όπως η συζήτηση γίνεται εντονότερη ο κίνδυνος υπερπληροφόρησης είναι προφανής. Έχοντας πλήρη συνείδηση του κινδύνου επιβάρυνσης αυτού του κλίματος, ο στόχος του παρόντος άρθρου είναι να προβάλλει τις παγκόσμιες τάσεις προς ένα όραμα ελπίδας για την ενεργειακή πρόκληση απευθυνόμενο στον ενημερωμένο αναγνώστη. Η πρόταση στηρίζεται πάνω σε εξελίξεις σχετικών τεχνολογιών και δημογραφικές και περιβαλλοντικές πιέσεις. Θεωρεί ότι η τελική λύση πέρα από τα μέσα του αιώνα θα αφορά αποκλειστικά περιβαλλοντολογικά ουδέτερες τεχνολογίες που μιμούνται φυσικές διαδικασίες όπως η πυρηνική σύντηξη. Θέτει το ζήτημα σε παγκόσμια προοπτική κρατώντας σε ισορροπία τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες πιέσεις καθώς η πρόκληση αφορά άμεσα το σύνολο του πλανήτη. Θεωρεί βέβαιον ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα συμμετάσχουν άμεσα, με αυξανόμενο δυναμικό επιρροής.

Ορισμένα αναμφισβήτητα δεδομένα συμβάλουν στη δημιουργία ενός πλαισίου. Το ευκολότερο για να ξεκινήσει κανείς είναι τα δημογραφικά στοιχεία. Εκτός αν συμβούν μείζονα καταστροφικά επεισόδια, είμαστε βέβαιοι ότι στα μέσα αυτού του αιώνα ο πληθυσμός του πλανήτη θα πλησιάζει τα 10 δισ. ψυχές, μια αύξηση περισσότερο από 50%. Πιο σημαντικά, το κατά κεφαλήν εισόδημα, παράγοντας άμεσα συνδεδεμένος με την αύξηση του πληθυσμού, θα πραγματοποιήσει μια πιο θεαματική ανάπτυξη. Και μια τέτοια ευημερία αναπόφευκτα θα αυξήσει ανάλογα τις προσδοκίες για τα πρότυπα διαβίωσης. Δεν χρειάζονται λεπτομερή στατιστικά στοιχεία για να συνειδητοποιήσει κάνεις ότι η επακόλουθη αύξηση της ζήτησης για ενέργεια βάζει πολλά από τα σημερινά πολυσυζητημένα θέματα όπως τις εκπομπές CO² και την προκύπτουσα ζημία στο περιβάλλον σε ένα δευτερεύοντα ρόλο πίσω από την πρόκληση των ενεργειακών αναγκών. Η ανθρωπότητα χρειάζεται ένα όραμα σε υψηλότερο επίπεδο.
Στη δημόσια συζήτηση, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις ενεργειακών αναγκών είναι συχνά συγκεχυμένες, δημιουργώντας ένα ομιχλώδη ορίζοντα και έτσι λίγη πιθανότητα για ένα σαφές όραμα ελπίδας στον ενδιαφερόμενο πολίτη. Είναι σαν η επιστημονική κοινότητα και οι πολιτικές ηγεσίες να έχουν την πρόθεση να ασχοληθούν με μια πρόκληση που θεωρούν ιδιαίτερα πολύπλοκη στο απόρρητο, αφήνοντας τους πολίτες στο σκοτάδι. Και τούτο ενώ υπάρχουν πολλές ενδείξεις πενιχρού συντονισμού τους και πιο σημαντικά, αναποτελεσματικές ή ανύπαρκτες θεσμικές δομές παγκόσμιας διακυβέρνησης για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνεται θεαματική αύξηση του επιπέδου γνώσεων του μέσου ατόμου που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις και των τηλεπικοινωνιών.
Εάν υπάρχουν σχετικές στρατηγικές δράσης και επικοινωνίας, έχουν πολύ μικρή αποτελεσματικότητα. Είμαστε όλοι πάνω σε μια μικρή καταπονούμενη πλατφόρμα και χρειαζόμαστε απεγνωσμένα παγκόσμια συναίνεση. Το κίνημα των μη κυβερνητικών οργανώσεων έχει δείξει αρχικά τον δρόμο, αλλά τα περισσότερα από τα μέλη του δεν έχουν παγκόσμια εμβέλεια και ορισμένα έχουν πολιτικοποιηθεί με στενούς στόχους καθιστάμενα μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Το κοινό φαίνεται να έχει σοβαρές αμφιβολίες για την επάρκεια των επιστημονικών γνώσεων για σημαντικά θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά συνέπεια δυστυχώς επιλέγει, για προληπτικούς λόγους, την καθιέρωση αυστηρών κανονισμών με μεγαλύτερη πιθανότητα άσκοπης κατασπατάλησης μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων ενώ σε τέτοιες περιστάσεις είναι αναγκαίες σημαντικές και επείγουσες προσπάθειες επιστημονικής έρευνας.
Σε συνδυασμό με αυτήν την έλλειψη ερευνητικών πόρων, κάνεις διακρίνει μια αυξανόμενη πολιτικοποίηση της επιστήμης με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες. Η ιστορία, ακόμη και πρόσφατα, γεμίζει με τέτοια φαινόμενα. Αυτά δεν προέρχονται μόνο από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας καθοδηγούμενα από μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα ή από κυβερνήσεις. Το κίνημα των μη κυβερνητικών οργανώσεων αποτελεί επίσης παράγοντα. Ένα κίνημα που ξεκίνησε με ιδανικά και έχει συμβάλει πολύ θετικά στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής σταδιακά εμφανίζει περιπτώσεις πολιτικοποιημένης επιστήμης που συχνά το αποξενώνει από αυτά τα ιδανικά.
Δύο επιπλέον παράγοντες επιδεινώνουν την κατάσταση. Ο πρώτος είναι η αντίληψη ότι η ενεργειακή επάρκεια ελέγχεται από μια μικρή μειοψηφία από ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα και έθνη. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που ωθούν ένα παρατηρητή να συμφωνήσει. ΜΜΕ γεμίζουν με ειδήσεις για γεγονότα που δείχνουν σημαντικά οικονομικά, εθνικά και μερικές φορές συντεχνιακά συμφέροντα ενεργά στο παιχνίδι. Αλλά ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό είναι απίθανο μακροχρόνια να αποδεχθεί αυτή την κατάσταση. Κατά συνέπεια, το σημερινό πρότυπο της κοινωνικού καπιταλισμού θα βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση καθώς κοινωνικό-πολιτικά ρεύματα από τις αναπτυσσόμενες περιοχές κάνουν έκδηλη την επιρροή τους.
Ο δεύτερος παράγων είναι ο αναγκαία μακρός ορίζων προγραμματισμού που απαιτείται για διαρθρωτικές αλλαγές στις δομές ενεργειακού εφοδιασμού. Από τα κλασικά ορυκτά καύσιμα έως την πυρηνική ενέργεια, οι εγκαταστάσεις παραγωγής απαιτούν πολλά χρόνια σχεδιασμού, προγραμματισμού και κατασκευής πριν τεθούν σε λειτουργία. Παρόμοιες μεταβολές στο σύστημα διανομής είναι βέβαιον ότι θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους τρόπους που λειτουργούν οι κοινωνίες σήμερα.
Επομένως, δημιουργείται η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση των ενεργειακών αναγκών στη μέση του αιώνα. Για τον καθορισμό του διαχωρίζεται η παραγωγή της ενέργειας από την διανομή της και τους τρόπους κατανάλωσης για ευελιξία στον καθορισμό αντίστοιχων πολιτικών και στρατηγικών. Η ενέργεια θα παράγεται σαν ηλεκτρική για άμεση κατανάλωση ή σαν παράγωγό της ως υδρογόνο/οξυγόνο για κατανάλωση σε ειδικές περιπτώσεις. Έτσι η διαχείριση των παραμέτρων παραγωγής καθίσταται ανεξάρτητη από την αποθήκευση και τα δίκτυα διανομής που θα εξελιχτούν σύμφωνα με γεωγραφικές και κοινωνικές ανάγκες. Βάση της είναι η παραγωγή άφθονης ενέργειας από πόρους χωρίς επιβάρυνση CO². Βεβαίως κανείς δεν αμφιβάλει για τις δυσκολίες, την πολυπλοκότητα στις λεπτομέρειες του σχεδιασμού, τις προκλήσεις για την επιστημονική κοινότητα και την πολιτική ηγεσία καθώς και το γιγαντιαίο ποσό πόρων που απαιτούνται ιδίως στις αρχές της μετάβασης.
Για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχει αριθμός γνωστών και μακροπρόθεσμα βιώσιμων τεχνολογιών που απαιτούν περισσότερη έρευνα για την βελτίωση της αποτελεσματικότερης χρήσης τους. Περιλαμβάνουν την ηλιακή τεχνολογία (ηλεκτρικών στοιχείων η εστιακών εγκαταστάσεων υψηλών θερμοκρασιών), την πυρηνική τεχνολογία σχάσης και σύντηξης, την γεωθερμική τεχνολογία, την αιολική, την τεχνολογία κυμάτων και άλλες πιο εξωτικές τεχνολογίες όπως διαστημικά πλαίσια. Οι τεχνολογίες αυτές είναι πράγματι μη CO² ρυπογόνες και ουσιαστικά ανεξάντλητες. Αλλά και τεχνολογίες ορυκτών πόρων θα συνεχίσουν να συμβάλλουν ιδίως αυτές που αφορούν αποθήκευση και ανακύκλωση του CO². Τέλος τεχνολογίες παραγωγής υδρογόνου/οξυγόνου ως μέσων αποθήκευσης ενέργειας θα προσαρτηθούν σε αυτή τη βάση.
Μολονότι στην περίπτωση της αιολικής και ηλιακής τεχνολογίας ηλεκτρικών στοιχείων ενδέχεται να εξελιχθούν μικρής ισχύος επί τόπου μονάδες, όπως σε χώρες σαν την Ελλάδα όπου δεν υπάρχουν βαριές ενεργοβόρες βιομηχανίες, τελικά οι μεγάλης κλίμακας ποιο αποτελεσματικές εγκαταστάσεις παραγωγής, στηριζόμενες στις τεχνολογίες ηλιακών εστιακών εγκαταστάσεων υψηλών θερμοκρασιών, στον άνθρακα, την πυρηνική σχάση και προοδευτικά σύντηξη θα είναι αυτές που θα επιφορτιστούν τον κύριο όγκο παραγωγής για τη γενική ζήτηση σε πολυπληθυσμικά και βιομηχανικά κέντρα. Θα είναι επίσης αυτές που θα ενσωματωθούν πλήρως σε ένα υπεραγώγιμο δίκτυο διανομής προκειμένου να καλυφτούν γεωγραφικές αιχμές στη ζήτηση σε παγκόσμια επίπεδο.
Καθεμία από αυτές τις τεχνολογίες αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρότατα αλλά διαφορετικά εμπόδια.
Ηλιακά πλαίσια πυριτίου σήμερα απαιτούν μεγάλους χώρους και είναι πολύ μικρής απόδοσης. Συνεχής ταινίες πυριτίου και άλλων υλικών με παρόμοιες ηλεκτρικές ιδιότητες αλλά υψηλότερες αποδόσεις θα εμφανιστούν καθώς η έρευνα στον τομέα αυτόν εντείνεται, αλλά αρχικές επενδύσεις εγκατάστασης απαιτούν σημαντικές επιδοτήσεις, που υπερβαίνουν κατά πολύ την τρέχουσα άτολμη υποστήριξη από τις κυβερνήσεις.
Ηλιακές εστιακές εγκαταστάσεις υψηλών θερμοκρασιών σε γεωγραφικές περιοχές υψηλής ηλιοφάνειας θα αναπτυχτούν παράλληλα με την εγκατάσταση υπρεραγώγιμων δικτύων μεταφοράς καθώς πολλές από αυτές τις περιοχές θα βρίσκονται μακριά από ενεργοβόρα κέντρα.
Καθώς οι σχετικοί κίνδυνοι εκτιμούνται ακριβέστερα και παρά το τελευταίο σοβαρότατο ατύχημα της Φουκουσίμα οι τεχνολογίες πυρηνικής σχάσης και σύντηξης αναπτύσσονται πάλι, αργά αλλά σταθερά, με ελπιδοφόρες προοπτικές παρά τις εκ διαμέτρου αντίθετα παγιωμένες θέσεις ειδικών συμφερόντων και ιδεολογιών. Η πίεση από τέτοιες ομάδες έχει οδηγήσει σε πόλωση που μόνο σοβαρό πολιτικό κεφάλαιο, που σιγά σιγά διατίθεται, μπορεί να μειώσει και τα εμπόδια που είχαν παγώσει αυτές τις τεχνολογίες και εκμηδένισαν την έρευνα στον τομέα τους να αποσυρθούν.
Οι άλλες μη CO² ρυπογόνες τεχνολογίες πιθανόν να έχουν σχετικά μέτρια συμβολή σε παγκόσμια κλίμακα όσο και αν είναι περιβαλλοντικά ελκυστικές.
Ορυκτά καύσιμα θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζουν σοβαρό δυναμικό, ιδιαίτερα για τη μεταβατική περίοδο προς το μέσον του αιώνα. Αυτό υπό την προϋπόθεση αποθήκευσης CO² με την περαιτέρω ανάπτυξη σχετικών τεχνολογιών. Επιπλέον, θέτοντας κατά μέρος επενδύσεις για τη μετατροπή του CO² πάλι σε αδρανή προϊόντα άνθρακα και οξυγόνου δεν είναι πρόταση τόσο εξωπραγματική όσο ακούγεται. Τα αποθέματα υδρογονανθράκων θα συνεχίσουν να μειώνονται με επιπτώσεις αρχικά στην αγορά της ενέργειας αλλά σταδιακά θα περιοριστούν στην τροφοδοσία πρώτων υλών στην χημική βιομηχανία.
Τέλος με τις αναπτυσσόμενες τεχνολογίες για την απευθείας μετατροπή ηλεκτρικής ηλιακής ενέργειας σε υδρογόνου/οξυγόνο θα επιτευχθεί μεγάλης κλίμακας αποθήκευση ενέργειας, σαν ρυθμιστική παράμετρος ακμών ζήτησης η για καταναλωτές αποκεκομμένους από τα κύρια δίκτυα διανομής.
Η εστίαση της παραγωγής σε δύο μόνο χρησιμοποιήσιμες μορφές ενέργειας: ηλεκτρικής, και των παράγωγων της μέσων αποθήκευσης, υδρογόνου/οξυγόνου θα απλοποιήσει την παραγωγή και διανομή, θα εισαγάγει τεράστιες οικονομίες κλίμακας και θα επιτρέψει την εκμετάλλευση του γεγονότος ότι σήμερα μεγάλες περιοχές του κόσμου έχουν ακόμη εμβρυακές υποδομές. Αυτό προσφέρει ευκαιρία άμεσης εφαρμογής σε αυτές των τελευταίων τεχνολογιών. Υφιστάμενες εγκαταστάσεις παραγωγής, διανομής και αποθήκευσης μη ηλεκτρικής ενέργειας θα αποσυρθούν σταδιακά με κατάλοιπα μόνο για ειδικές συνθήκες.
Η διασύνδεση των μεγάλων μονάδων παραγωγής μέσω ενός παγκόσμιου υπεραγώγιμου δικτύου εξαιρετικά χαμηλών απωλειών, όπως αναφέρεται ανωτέρω, θα είναι επίσης η σπονδυλική στήλη του συστήματος διανομής. Σε αυτήν θα απορροφηθούν τα υπάρχοντα περιφερειακά δίκτυα προς τον καταναλωτή.
Καταναλωτές ενέργειας θα ταξινομηθούν σε δύο κατηγορίες. Αυτοί που θα είναι συνδεδεμένοι άμεσα με το ηλεκτρικό δίκτυο και αυτοί με μη απευθείας σύνδεση που θα πρέπει να αποθηκεύουν ενέργεια, καθώς θα λειτουργούν ανεξάρτητα από το δίκτυο.
Για την πρώτη κατηγορία, δεδομένης της αποδοτικότητας της άμεσης χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας, η μέθοδος θα προβλέπει βασικές αρχές. Για παράδειγμα, οι μέσων και μακρών αποστάσεων ηπειρωτικές μεταφορές θα πραγματοποιούνται στην ξηρά σιδηροδρομικώς. Τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα αυτό σίγουρα θα ανταποκριθούν στην πρόκληση για ικανοποιητικές λύσεις. Ανάπτυξη των κατάλληλων υποδομών ωστόσο θα απαιτήσει σημαντικούς πόρους και χρόνο για να αποδώσουν. Μέρος από τις υφιστάμενες οδικές υποδομές, με κατάλληλες μετατροπές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να μειωθεί το φόρτο νέων επενδύσεων.
Συνδεδεμένο με αυτή την υποδομή, σύστημα κινητικότητας μικρής απόστασης θα εξασφαλίζεται από ηλεκτρικά οχήματα συσσωρευτών με τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για εκπλήρωση αυτής της αποστολής. Θα είναι επίσης συμπληρωματικά στις αστικές ανάγκες μετακίνησης που θα προσφέρονται από εξειδικευμένες ηλεκτροκίνητες υπηρεσίες για το κοινό. Τέτοιες αλλαγές απαιτούν μακροχρόνιες και ολοκληρωμένες επικοινωνιακές προσπάθειες διαπαιδαγώγησης σε συνδυασμό με δημοσιονομικές πολιτικές για την πραγματοποίηση δραματικής αλλαγής της συμπεριφοράς του κοινού στην κινητικότητα, την ελευθερία της κυκλοφορίας και το ρόλο των σύγχρονων τηλεπικοινωνιών.
Όλοι οι άλλοι άμεσα συνδεδεμένοι καταναλωτές όπως τα κτίρια, οι δρόμοι και οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις θα χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για τη μεταβατική περίοδο ώστε να χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατή ευκαιρία για την παραγωγή εις το μέγιστο συμπληρωματικής ηλεκτρικής ενέργειας επί τόπου και ανακαίνιση της υπάρχουσας υποδομής με σύγχρονη παθητική προστασία στη κατανάλωση ενέργειας με συνέπεια μείωση της επιβάρυνσης στο δίκτυο.
Οι μη συνδεδεμένοι άμεσα καταναλωτές είναι κυρίως οχήματα μακρών αποστάσεων και τοπικής διανομής εμπορευμάτων. Η περίπτωσή τους απαιτεί ένα επιπλέον στάδιο ενεργειακής μετατροπής, καθώς θα χρησιμοποιούν υδρογόνο/οξυγόνο σαν καύσιμα και τροποποιημένες εγκαταστάσεις προώθησης. Η αποθήκευση του υδρογόνου σε μικρή κλίμακα δεν είναι μια απλή τεχνική πρόκληση, εξ ου η ανάγκη ανάπτυξης τέτοιων υποδομών ως επί το πλείστον για υπερωκεάνιες μεταφορές και εξειδικευμένα κέντρα τοπικής διανομής. Τέτοια οχήματα, όπως πλοία και αεροπλάνα, θα χρησιμοποιηθούν κυρίως για υπερωκεάνιες διηπειρωτικές μεταφορές.
Για τέτοιες μελλοντικές εξελίξεις επίγνωση της πραγματικότητες του σήμερα είναι κρίσιμη. Αφενός, οι σύγχρονες τηλεπικοινωνίες έχουν κάνει τον κόσμο μας να μοιάζει περισσότερο ότι πράγματι είναι, δηλαδή ένας μικρός πλανήτης ή όπως μερικές φορές τον αποκαλούμε, ένα χωριό. Από την άλλη, κανείς κατακλύζεται από την ποικιλία ιστοριών, πολιτισμών, και κοινωνικό-πολιτικών και οικονομικών συστημάτων που καλούνται να συνυπάρξουν. Το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, οδηγούμενο προς το παρών μόνο από οικονομικές δυνάμεις, δημιουργεί τεράστιες εντάσεις σε κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Έλλειψη αποτελεσματικών παγκόσμιων θεσμών δείχνει ότι η ανθρωπότητα έχει βάλει το κάρο και τον αναβάτη του να τραβάει το άλογο. Και όμως η ευκαιρία να αναπτυχτεί ένα σαφές παγκόσμια ισορροπημένο όραμα για επάρκεια ενέργειας οικοδομείται με πολλαπλές τοπικές και περιφερειακές τάσεις. Η ανάγκη για την ανθρωπότητα να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μέχρι τη μέση του αιώνα είναι μοναδική, μη επαναλαμβανόμενη και επιβεβλημένη.
Σήμερα οι αναπτυγμένες δυτικές χώρες εξακολουθούν να κατέχουν σημαντικό τεχνολογικό και οικονομικό προβάδισμα αλλά το υπόλοιπο του πλανήτη τις πλησιάζει. Κοινωνικό-πολιτικά συστήματα ξένα προς τις δυτικού τύπου δημοκρατίες τις ανταγωνίζονται. Το δυναμικό ανάπτυξης και οι αριθμοί είναι σαφώς υπέρ του υπόλοιπου πλανήτη. Ιστορικές μνήμες ελλοχεύουν αμοιβαία καχυποψία και μερικές φορές εχθρότητα. Αλλά τα δύο μέρη βλέπουν ότι εάν δεν ασχοληθούν με παγκόσμιες προκλήσεις όπως η ενεργειακή επάρκεια, και συμφωνήσουν για ένα σαφές όραμα, θα βρεθούν σύντομα προ μεγάλων συγκρούσεων με καταστροφές σε κλίμακα που ξεπερνά τη φαντασία.
Στοχαστές των παγκόσμιων υποθέσεων ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση συνεννόησης. Βλέπουν να αναδύεται μια νέα ισορροπία όταν η κατανομή του πλούτου στις κοινωνίες δεν θα είναι πολύ διαφοροποιημένη σε όλες τις ηπείρους και ως συνέπεια ζήτηση για ενέργεια κατά τη μεταβατική περίοδο θα διαφέρει ριζικά από περιοχή σε περιοχή. Οι φτωχότερες περιφέρειες θα απαιτήσουν πολύ περισσότερο. Και εδώ έγκειται η ευκαιρία. Εάν η διεθνής κοινότητα καταφέρει να ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτές, τις περιβαλλοντολογικές πιέσεις και τις συνέπειες όσον αφορά την αλλαγή του κλίματος με τις τεχνολογίες του μέλλοντος, η έλλειψης εμπιστοσύνης και πικρία μπορούν να μειωθούν σημαντικά.
Από αυτό προκύπτει ότι κατά τη μετάβαση στο όραμα της άφθονης και περιβαλλοντικά αποδεκτής ενέργειας, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για αποτελεσματικούς παγκόσμιους φορείς διαρθρωμένους για αυτόν τον αιώνα. Υφιστάμενοι διεθνείς φορείς έχουν σχεδιαστεί και σε ορισμένο βαθμό, έχουν καταφέρει να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του δεύτερου μέρους του προηγούμενου αιώνα. Υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις ότι, εάν δεν αναδιαρθρωθούν εκ βάθρων, δεν θα είναι σε θέση να διαχειριστούν τον κόσμο των επερχόμενων πενήντα χρόνων. Οι ίδιοι οι φορείς το έχουν αναγνωρίσει και σχεδιάζουν αλλαγές, αλλά εκτός εάν μεγάλα έθνη, στα υφιστάμενα και μελλοντικά φόρα, όπως G8+ και G20 παράσχουν κατεύθυνση, σχέδια εκτέλεσης και ανεπιφύλακτη υποστήριξη πολύ λίγο θα αλλάξει.
Τέλος, κοιτάζοντας την μεταβατική περίοδο, πρέπει κανείς να κάνει μια σοβαρή παρατήρηση. Κάθε σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης στους βασικούς άξονες ενεργειακής πολιτικής πρέπει να λάβει υπόψη τα περιθώρια ελαστικότητας της βιομηχανικής και κοινωνικής βάσης να την απορροφήσει χωρίς καταστροφικές συνέπειες. Γι`αυτό εφαρμογή ενός σχεδίου μετάβασης το νωρίτερο είναι επιτακτική ανάγκη. Επιπλέον, πρέπει να επιχειρηθεί επικοινωνιακή προσπάθεια καθοδηγούμενη από αξιόπιστο διεθνή φορέα με απλά μηνύματα επικεντρωμένα στους διάφορους πληθυσμούς. Κίνδυνοι εμπεριεχόμενοι στο σχεδιασμό και τις τεχνολογίες πρέπει να αποσαφηνιστούν. Ζούμε στον 21ο αιώνα και η διαφάνεια είναι ζωτικής σημασίας.
Βεβαίως η παρούσα θεώρηση δεν είναι μοναδική. Ο σκοπός της είναι να προκαλέσει διάλογο προς καλλίτερες εναλλακτικές και να ωθήσει μικρές αλλά με δυναμικά πλεονεκτήματα για τον ενεργειακό κόσμο του μέλλοντος χώρες σαν την Ελλάδα να εμβαθύνουν εγκαίρως στις ευκαιρίες που προσφέρουν αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές.
Εν κατακλείδι, μια κρίσιμη απαίτηση για ένα ‘όραμα’ στον τομέα των ενεργειακών αναγκών του αιώνα του υδρογόνου είναι η άμεση χρησιμοποίηση του διατιθέμενου χρόνου σε συνδυασμό με ανάληψη κίνδυνων από την πολιτική και επιστημονική ηγεσία σε παγκόσμια επίπεδο. Ο συντάκτης εκφράζει την λύπη του αν το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου δείχνει απαισιόδοξο. Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν τα σημερινά παγκόσμια θεσμικά όργανα, οι δυνάμεις της αγοράς των σύγχρονων καπιταλιστικών και μη καπιταλιστικών συστημάτων και οι παγιωμένες θέσεις των κυριότερων προμηθευτών ενέργειας προσφέρουν το πιο αποτελεσματικό περιβάλλον για την διαχείριση μιας τέτοιας πρόκλησης. Τα παγκόσμια και περιφερειακά φόρουμ πολιτικών ηγετών πρέπει να κινητοποιηθούν προς αποφυγήν δυσμενέστατων συνεπειών μιας αδράνειας στην πρόκληση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου