10/1/11

Ελληνοτουρκικά

  
Δευτέρα, 10 Ιανουάριου 2011 13:51
Ελληνοτουρκικά, Παπανδρέου και Ερντογάν
Η επίσκεψη Παπανδρέου στην Τουρκία πυροδότησε στην Ελλάδα τις συνήθεις αντεγκλήσεις ως προς τη σκοπιμότητα, το αντικείμενο και τους όρους διεξαγωγής διαπραγματεύσεων με τη γείτονα. Ας επιτραπεί επί τη ευκαιρία στον γράφοντα να επαναλάβει, πολύ συνοπτικώς, κάποιες πάγιες σχετικές εκτιμήσεις του – οι οποίες, υπό αναλυτικότερη μορφή, είναι ήδη αναρτημένες στο Διπλωματικό Περισκόπιο.
  1. Η διαπραγμάτευση με την Τουρκία για την επίλυση των προβλημάτων που έχουν επανειλημμένως οδηγήσει τις δύο χώρες μας στα πρόθυρα πολέμου αποτελεί μονόδρομο. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος μιας ολέθριας σύρραξης χωρίς θυσία ζωτικών μας συμφερόντων. Και – ας ευχηθούμε – για να επιτευχθεί συν τω χρόνω και η οριστική εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σημειωτέον δε ότι, ακόμη και προκειμένου για διαφορές νομικής υφής που προσφέρονται για παραπομπή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, η σχετική προσφυγή προϋποθέτει συμφωνία των δύο πλευρών και άρα διαπραγματεύσεις.
  1. Η διαιώνιση της παρούσης κατάστασης πραγμάτων είναι ασύμφορη για την Ελλάδα. Στην Κύπρο παγιώνεται η διχοτόμηση χωρίς ανταλλάγματα. Στο δε Αιγαίο αποστερούμεθα τους όποιους ενεργειακούς πόρους περιέχει η υφαλοκρηπίδα μας, ενώ συνεχίζεται, η εκ μέρους της Τουρκίας έμπρακτη, με στρατιωτικά μέσα, αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, με προφανείς επιπτώσεις στο διεθνές κύρος μας, αλλά και στο ηθικό του ελληνικού λαού και των ενόπλων του δυνάμεων.
  1. Ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος μας. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο συσχετισμός ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εξελίχθηκε δυσμενέστατα για τη χώρα μας, τόσο υπό στρατιωτική, όσο και υπό διεθνοπολιτική έποψη. Το κατά πολύ πιθανότερο δε είναι ότι η αρνητική αυτή τάση, όχι απλώς θα διατηρηθεί, αλλά και θα επιταθεί, δεδομένων, αφ’ ενός, της συντριπτικής δημογραφικής υπεροχής της Τουρκίας και ήδη και των οικονομικών της μεγεθών, και, αφ’ ετέρου, της έστω μερικής απεξάρτησης της Άγκυρας από το ευρωατλαντικό πλέγμα και της συνακόλουθης εξασθένισης τής όποιας ανασταλτικής επ’ αυτής επιρροής του δυτικού παράγοντα.
  1. Η επιχειρούμενη αντιδιαστολή του διαλόγου προς τις διαπραγματεύσεις είναι παραπλανητική. Εάν με διάλογο δεν εννοούνται απλώς οι διπλωματικές επαφές ρουτίνας, στην περίπτωση των δύο κρατών μας οι δύο όροι είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημοι – ήτοι αναφέρονται σε συνομιλίες για την αναζήτηση ειρηνικών λύσεων στα μεταξύ τους προβλήματα. Όντως όμως σημαντική, από την άλλη, είναι η διάκριση μεταξύ διαπραγματεύσεων διεπόμενων από ειλικρινή επιθυμία επίτευξης συμφωνίας και των διεξαγόμενων προσχηματικώς, προς το θεαθήναι – επί παραδείγματι, λόγω διεθνοπολιτικών σκοπιμοτήτων ή δια τον φόβον της εσωτερικής κοινής γνώμης. Ωστόσο, το κατά πόσον η τουρκική πλευρά είναι πράγματι διατεθειμένη να διαπραγματευθεί σοβαρά και δεν επιδιώκει απλώς να εξασφαλίσει εύσημα προς χρήση έναντι των Βρυξελλών – ή και της Ουάσιγκτον – μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα διαπιστωθεί.
  1. Το ακριβές αντικείμενο – η «ατζέντα» – των διαπραγματεύσεων δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί μονομερώς. Κατά την προκαταρκτική φάση της διαπραγματευτικής διαδικασίας θα υπάρξει αναπόφευκτα ανταλλαγή απόψεων και θέσεων εφ’ όλης της ύλης. Χωρίς εν τούτοις η ανακίνηση ενός θέματος από τη μία πλευρά να δεσμεύει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την άλλη – όπως άλλωστε προκύπτει, τόσο από τη διεθνή πείρα, όσο και από την ιστορία των ίδιων των ελληνοτουρκικών. Η ευρύτατα διαδεδομένη παρ’ ημίν φοβική αντίληψη ότι η όποια μονομερής τοποθέτηση της Άγκυρας – ή των Σκοπίων, ή των Τιράνων, κ.λπ., κ.λπ. – στοιχειοθετεί αφ’εαυτής κίνδυνο για την Ελλάδα είναι παντελώς αστήρικτη.
  1. Ανυπόστατες επίσης είναι οι συχνά διατυπούμενες αιτιάσεις κατά της «μυστικής διπλωματίας». Σε αντιδιαστολή προς την εξωτερική πολιτική – με την οποία συχνά συγχέεται, αλλά της οποίας δεν είναι παρά το κύριο όργανο – η διπλωματία, ιδίως η διμερής, από την ίδια τη φύση της, ασκείται κατά κανόνα υπό εχεμύθεια. Στο κλασικό του έργο «Η Διπλωματία», ο Χάρολντ Νίκολσον, διακεκριμένος διπλωμάτης ο ίδιος, έχει γράψει σχετικώς τα εξής: «Η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει ποτέ να είναι μυστική, υπό την έννοια ότι ο πολίτης δεν πρέπει επ’ ουδενί να δεσμεύεται από την κυβέρνησή του με συνθήκες ή συμφωνίες των οποίων δεν έχει λάβει προηγουμένως πλήρη γνώση. Αλλά η διαπραγμάτευση πρέπει πάντοτε να είναι εμπιστευτική.» Με άλλες λέξεις, η μεν διπλωματική και ειδικότερα η διαπραγματευτική διαδικασία πρέπει να διεξάγεται μακράν των προβολέων της δημοσιότητας, το προϊόν της όμως να δημοσιοποιείται και να υπόκειται στη λαϊκή έγκριση, σύμφωνα φυσικά με τους συνταγματικούς κανόνες εκάστης χώρας.
  1. Κατά τα λοιπά, για να διεξαχθεί ενδεχόμενη ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση με κάποια προοπτική επιτυχίας πρέπει να πληρούνται και οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις.
  • Εν πρώτοις, προαπαιτείται η χάραξη ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής, στο πλαίσιο της οποίας, μεταξύ άλλων, θα καθορίζονται τα πράγματι ζωτικά και άρα μη διαπραγματεύσιμα συμφέροντά μας και η ακολουθητέα διαπραγματευτική γραμμή. Όλα, ωστόσο, πείθουν ότι, όπως και οι προηγούμενες, έτσι και η παρούσα κυβέρνηση στερείται ενός τέτοιου γνώμονα – μη διαθέτουσα καν την αναγκαία για τη διαμόρφωσή του εσωτερική συγκρότηση. Και συνακόλουθα αδυνατεί να παρουσιάσει πειστική εικόνα της πολιτικής της στην κοινή γνώμη – και να ηγηθεί, όπως οφείλει, του δημοσίου διαλόγου. Ο οποίος, ως εκ τούτου, κυριαρχείται από ανεύθυνες δημαγωγικές και αποπροσανατολιστικές φωνές
  • Συναφής είναι και η δεύτερη προϋπόθεση. Διαπραγμάτευση υπό ευθεία στρατιωτική πίεση δεν είναι νοητή. Θα μπορούσαμε ίσως να αντιπαρέλθουμε το περιβόητο casus belli ως ταρταρινισμό εσωτερικής τους κατανάλωσης – χωρίς φυσικά να παύσουμε να το καταγγέλλουμε διεθνώς. Η κατάφωρη όμως παραβίαση του εθνικού μας χώρου από τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις ενώ συνομιλούμε και δη σε υπάτη στάθμη με την Άγκυρα σαφέστατα αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική μας θέση – εκτός του ότι πλήττει και το διεθνές μας γόητρο γενικότερα
  • Επειδή, τέλος, συνομιλητής μας δεν είναι η Ελβετία ή το Βέλγιο, κρίσιμος αποβαίνει ο επικουρικός ρόλος της αποτρεπτικής μας ισχύος, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αλλά και για απροσδιόριστο αυτή τη στιγμή διάστημα μετά την έστω και ευτυχή λήξη τους. Και η μεν η ποσοτική ισοδυναμία μας με την Τουρκία στον στρατιωτικό τομέα είναι ανέφικτη. Οφείλουμε όμως να διαθέτουμε στρατιωτικό δυναμικό επαρκές για να πεισθεί η άλλη πλευρά, ότι μια πολεμική αναμέτρηση θα της είναι ασύμφορη, ακόμη και αν πιστεύει ότι τελικώς θα επικρατήσει. Και άρα, η περαιτέρω εξασθένηση των ενόπλων μας δυνάμεων, πέραν των γενικότερων αρνητικών επιπτώσεών της στην ασφάλεια και τον διεθνή ρόλο της χώρας, θα υπονομεύσει και την όποια διαπραγματευτική προσπάθεια στο τουρκικό μας μέτωπο.
  1. Εν κατακλείδι: Η θέση της Ελλάδας στη διεθνή κονίστρα και ειδικότερα έναντι της Τουρκίας επηρεάζεται καθοριστικά από την εσωτερική συγκρότηση του κράτους μας. Και πρωτίστως από το ανάστημα των ταγών του – με την πολιτική ηγεσία να αποτελεί, κατά τον κορυφαίο δημοσιολόγο Χανς Μόργκεταου, τη συνιστώσα εκείνη της εθνικής ισχύος από την οποία εξαρτάται η αξιοποίηση όλων των λοιπών. Περιττόν δε ίσως να προστεθεί ότι, υπό το πρίσμα αυτό, το άμεσο τουλάχιστον μέλλον της πατρίδας μας δεν εμπνέει ιδιαίτερη αισιοδοξία.
 

Σχόλια  

 
+1 #1 ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΥΚΑΣ 14-01-2011 18:39
ΔΥΣΚΟΛΑ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ ΤΟΣΟ ΜΕΣΤΑ ΚΑΙ ΑΠΕΡΙΤΤΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου