4/12/10

H Νατοϊκή Σύνοδος Κορυφής της Λισαβόνας

  
Σάββατο, 04 Δεκεμβρίου 2010 21:47
dp_041210
Κατά τη σύνοδό τους στην Λισαβόνα την 19η και 20η Νοεμβρίου, οι είκοσι οκτώ αρχηγοί κράτους και κυβέρνησης της Ατλαντικής Συμμαχίας επικέντρωσαν τις εργασίες τους σε τέσσερα κυρίως θέματα.[i] Υιοθέτησαν τη νέα στρατηγική αντίληψη, ήτοι το στρατηγικό δόγμα, του ΝΑΤΟ για την επόμενη δεκαετία. Δρομολόγησαν αντιπυραυλικό σύστημα καλύπτον ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Επιβεβαίωσαν την ενεργό νατοϊκή εμπλοκή στο Αφγανιστάν. Και ποροώθησαν τη συνεργασία του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία.[ii] Ενώ, η παράλληλη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέβλεψε στην ανάδειξη της στενής ευρω-νατοϊκής σχέσης – την ίδια όμως στιγμή που, εκ των πραγμάτων, τα δρώμενα της νατοϊκής συνόδου συνέτειναν εμμέσως στην περαιτέρω περιθωριοποίηση του αμυντικού «πυλώνα» της ΕΕ. Ειδικότερα:
***
Η εγκριθείσα από τους νατοϊκούς ηγέτες στρατηγική αντίληψη αποσκοπεί στην προσαρμογή της Συμμαχίας στο νέο διεθνές περιβάλλον – και συνακόλουθα παρέχει και το σκεπτικό για τη διατήρησή της εξήντα πέντε χρόνια μετά την νίκη επί της χιτλερικής Γερμανίας και είκοσι μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι γνωστό το απόφθεγμα του Λόρδου Ισμέι, ότι το ΝΑΤΟ – του οποίου ο Βρετανός στρατηγός υπήρξε ο πρώτος Γενικός Γραμματεύς – δημιουργήθηκε «για να κρατηθούν οι Ρώσοι έξω, οι Αμερικανοί μέσα, και οι Γερμανοί κάτω». Έκτοτε όμως, οι μεν «Γερμανοί» από επικίνδυνοι μιλιταριστές έχουν μεταλλαχθεί σε ακραίους ειρινιστές, ενώ οι «Ρώσοι» έχουν παύσει, όπως επισήμως αναγνωρίζει η ίδια η Συμμαχία, να συνιστούν απειλή. Και ως εκ τούτου, ουκ ολίγοι και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αμφισβητούν τη συνεχιζόμενη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής πολιτικο-στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη.
Η πραγματικότητα είναι, βέβαια, πιο σύνθετη. Αν και πολλαπλώς αποδυναμωμένη, η Ρωσία παραμένει πυρηνική υπερδύναμη, διαθέτουσα συγχρόνως σημαντικότατο συμβατικό δυναμικό. Οι φυσικοί της πόροι είναι τεράστιοι, ο δε πληθυσμός της σχεδόν διπλάσιος εκείνου της πολυανθρωπότερης κοινοτικής δύναμης. Και οι εσωτερικές της εξελίξεις τυγχάνουν απρόβλεπτες. Υπό τις συνθήκες, δε, αυτές, η μέσω της Ατλαντικής Συμμαχίας διασφαλιζόμενες αμερικανική αμυντική εγγύηση και παρουσία αποτελούν ζωτική ανάγκη για τους στρατιωτικά ασθενείς Ευρωπαίους συμμάχους. Τόσω μάλλον που η συμμετοχή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ παρέχει, ατύπως, αλλά ουσιατικώς, στον Οργανισμό και την αναγκαιούσα ηγεσία – η απουσία της οποίας είναι τόσο εμφανής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι περί την πρωτοκαθεδρία έριδες των μεγάλων εταίρων οδηγούν πολύ συχνά σε αδιέξοδα και αδράνεια.
Ωστόσο, το αναθεωρημένο στρατηγικό δόγμα, ενώ προβλέπει ότι η κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον συλλογική άμυνα παραμένει πρωταρχικό μέλημα της Συμμαχίας. αποδίδει συγχρόνως ιδιάζουσα βαρύτητα στην αντιμετώπιση των «νέων απειλών». Πρόκειται βέβαια για μια παράμετρο που είχε συμπεριληφθεί σε όλα τα ανάλογα μεταψυχροπολεμικά νατοϊκά κείμενα. Τα οποία, όμως, είχαν εστιασθεί κατά κύριο λόγο στους κινδύνους αποσταθεροποίησης των άρτι απαλλαγεισών από τη σοβιετική επικυριαρχία περιοχών της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Στην πορτογαλική πρωτεύουσα, αντιθέτως, η κύρια έμφαση δόθηκε στις εξω-ευρωπαϊκής προέλευσης και εν μέρει εκτός Ευρώπης εκδηλούμενες απειλές – με κυρίαρχες, και εν πολλοίς αλληλένδετες: Τις τρομοκρατικές δραστηριότητες «ακραίων» – ανάγνωθι ισλαμικών – ομάδων. Την περιφερειακή αστάθεια. Και τη διασπορά των βαλλιστικών πυραύλων και των πυρηνικών όπλων.
***
Το νέο νατοϊκό δόγμα προσφέρει, συνεπώς, σαφέστερα απ’ ό,τι τα προγενέστερα, την αιτιολογική βάση για τη νατοϊκή εμπλοκή στο Αφγανιστάν. Το σχετικό δε σκεπτικό αναπτύσσεται και στην κοινή Διακήρυξη, που ΝΑΤΟ και αφγανική κυβέρνηση συνυπέγραψαν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής, σύμφωνα με την οποία «η σταθερότητα και ευημερία του Αφγανιστάν είναι στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της βορειοατλαντικής περιοχής» και «το ΝΑΤΟ επιβεβαιώνει την μακροπρόθεσμη στήριξή του [commitment] προς ένα....Αφγανιστάν που δεν θα ξαναγίνει ποτέ ασφαλές καταφύγιο για τρομοκράτες και τρομοκρατία» και «προτίθεται να παράσχει σταθερή πρακτική υποστήριξη στους αφγανικούς θεσμούς ασφαλείας».
Κατά μία εκτίμηση, που αντικατοπτρίζει τις αμερικανικές κυρίως προσδοκίες – ή πάντως επιθυμίες –, το αφγανικό αυτό εγχείρημα του ΝΑΤΟ θα αποτελέσει πρότυπο και για ανάλογες μελλοντικές συμμαχικές επεμβάσεις εκτός Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Ωστόσο, η απροθυμία, των Ευρωπαίων εταίρων, όχι απλώς να αυξήσουν, αλλά έστω και να παρατείνουν την μάχιμη στρατιωτική παρουσία τους στο Αφγανιστάν, σε συνδυασμό και με τη συνεχιζόμενη γενικότερη στρατιωτική τους αδυναμία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εκτός μιας, απίθανης αυτή τη στιγμή, μεταστροφής των ευρωπαϊκών διαθέσεων ή απρόβλεπτων ριζικών αλλαγών στο παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον, η πρώτη μεγάλη αυτή νατοϊκή εμπλοκή εκτός Ευρώπης μάλλον θα αποδειχθεί, για ικανό τουλάχιστον χρονικό διάστημα, και η τελευταία. Και ότι μάλιστα τα στρατιωτικά ιδίως βάρη του Αφγανικού θα επωμίζονται όλο και περισσότερο οι Αμερικανοί
Ασφαλώς, το ΝΑΤΟ, με κίνητρο την προάσπιση συγκεκριμένων ευρω-ατλαντικών συμφερόντων, θα συνεχίσει να διεξάγει περιορισμένης ολκής επεμβάσεις εκτός Ευρώπης – επί παραδείγματι για την εκπαίδευση τοπικών δυνάμεων ασφαλείας, την καταπολέμηση πειρατικών ή άλλων απειλών κατά θαλάσσιων οδών μεταφοράς ενέργειας, ή την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών με γεωπολιτικές επιπτώσεις. Κατά τα λοιπά, όμως, το πιθανότερο είναι να παραμείνει εστιασμένο στον ευρωπαϊκό χώρο, με τις μείζονες εξω-ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να διεξάγονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε συνεργασία με εναλλασσόμενους, ανάλογα με την περίπτωση και τη συγκυρία, στρατηγικούς εταίρους.
***
Στη λογική της νέας στρατηγικής αντίληψης εντάσσεται και η προώθηση ενός αντιπυραυλικού συστήματος για την προστασία των Ευρωπαίων συμμάχων από επίθεση ή εκβιασμό εκ μέρους δυνάμεων εξοπλισμένων με βαλλιστικούς πυραύλους – ιδίως εάν οι δυνάμεις αυτές διαθέτουν συγχρόνως και πυρηνικά όπλα. Με τη συντριπτική πλειοψηφία των νατοϊκών κυβερνήσεων να θεωρούν ότι η κύρια εν προκειμένω απειλή προέρχεται, αυτή τη στιγμή, από το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης.
Όπως καταδεικνύουν και οι εξελίξεις στην Κορεατική Χερσόνησο, η κατοχή πυρηνικών κεφαλών και των μέσων εκτόξευσής τους ενθαρρύνει αυταρχικές, ιδεολογικά φορτισμένες, φιλόδοξες, και συγχρόνως ανασφαλείς ηγεσίες να υιοθετήσουν αποσταθεροποιητικές πολιτικές, εν τη πεποιθήσει ότι οι αντίπαλοί τους και ιδίως οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους δεν θα τολμήσουν να αντιδράσουν δυναμικά. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση του Ιράν, ορατός είναι ο κίνδυνος οι Αγιατολάδες να χρησιμοποιήσουν το υπό ανάπτυξη πυραυλικό και πυρηνικό τους οπλοστάσιο ως αποτρεπτικό μέσο για την επέκταση της επιρροής τους στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, εις βάρος των εκεί συμφερόντων και στρατηγικών εταίρων της Δύσης. Εξ ου και η δρομολόγηση στη Λισαβόνα μιας αντιπυραυλικής ασπίδας, η οποία, παρέχοντας αμυντική κάλυψη στα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ, θα τα θωρακίζει συγχρόνως έναντι τυχόν εκβιαστικών πιέσεων.
Μοναδική απόκλιση από τη συμμαχική αυτή ομοθυμία επί του Ιρανικού αποτελεί η στάση της Άγκυρας. Αιωρούμενη μεταξύ των νατοϊκών της δεσμεύσεων και σκοπιμοτήτων και της ισλαμικής της ατζέντας, η τουρκική ηγεσία, συνέπλευσε μεν στη Λισαβόνα με την προώθηση της αντιπυραυλικής άμυνας, πλην όμως επέμεινε – και, χάρις στον κανόνα της ομοφωνίας, επέτυχε – να μην κατονομασθεί επισήμως το Ιράν ως απειλή. [iii] Ενώ ήγειρε και σειρά άλλων τουρκο-κεντρικών αξιώσεων σε σχέση με τη διαμόρφωση και, ιδίως, τη διοίκηση του αντιπυραυλικού συστήματος – η προοπτική ικανοποίησης, όμως, των κυριότερων, τουλάχιστον, εκ των οποίων είναι μηδενική. Καθώς θα εξέπλησσε, αν οι νατοϊκοί ιθύνοντες και ειδικότερα οι Αμερικανοί προσέφεραν στην ισλαμογενή τουρκική κυβέρνηση τη δυνατότητα να παρεμβάλει αποφασιστικά προσκόμματα στην υλοποίηση του αντιπυραυλικού εγχειρήματος.
Την αμφίσημη και «αιρετική» τουρκική αυτή στάση οι μεγάλοι νατοϊκοί σύμμαχοι, παρά την αύξουσα δυσφορία τους, ενδεχομένως να συνεχίσουν να ανέχονται – στο μέτρο, βέβαια, θα που συντρέχουν και ευρύτερες προϋποθέσεις σχετικές με τη συνολική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας – εφόσον θα διατηρούν ελπίδες ότι οι διεθνείς κυρώσεις θα πειθαναγκάσουν την Τεχεράνη να αντιστρέψει πορεία. Εάν όμως ο στόχος αυτός αποδειχθεί ανέφικτος και το παιχνίδι με τους Ιρανούς χοντρύνει, η Άγκυρα θα κληθεί να επιλέξει, όχι απλώς ιρανική πολιτική, αλλά γεωπολιτικό στρατόπεδο. Οπότε για τους Τούρκους ιθύνοντες θα έχει σημάνει η ώρα της αλήθειας.
***
Μία τέταρτη, τέλος, σημαντική πτυχή των εργασιών της Συνόδου Κορυφής αφορά στις σχέσεις του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Με τις δύο πλευρές να έχουν ισχυρούς λόγους να ενισχύσουν τους δεσμούς των, αλλά και να διακατέχονται συγχρόνως από αμοιβαία δυσπιστία.
Η Δύση προσβλέπει στη ρωσική συνεργασία, μεταξύ άλλων, για την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας, τη σταθεροποίηση του Αφγανιστάν, την αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν, αλλά και την μεθόδευση του Βορειοκορεατικού. Ενώ θεωρεί τη Μόσχα απαραίτητο εταίρο στο έργο της κατοχύρωσης της ευρωπαϊκής ασφάλειας και σταθερότητας. Όλα δε δείχνουν ότι η ρωσική πλευρά ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν στις δυτικές αυτές διαθέσεις. Καθώς, πέραν των άλλων κοινών συμφερόντων, οι Ρώσοι ιθύνοντες υπολογίζουν στον δυτικό παράγοντα για τη στήριξη της πάντοτε προβληματικής ρωσικής οικονομίας. Και αναμφίβολα, και για την εξισορρόπηση, σε βάθος χρόνου, του ανερχόμενου κινεζικού κολοσσού. Αποτυπώνοντας δε το εκατέρωθεν θετικό αυτό πνεύμα, η ρωσο-νατοϊκή Κοινή Δήλωση – δόθηκε στη δημοσιότητα μετά το πέρας της συνεδρίασης του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας, που συνήλθε στην πορτογαλική πρωτεύουσα παράλληλα με τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας – θέτει ως στόχο «την επίτευξη μιας πραγματικής στρατηγικής και εκσυγχρονισμένης εταιρικής σχέσης [partnership]» και προβλέπει σύμπραξη σε επί μέρους τομείς, όπως το Αφγανικό, η αντιτρομοκρατία και η αντιπυραυλική άμυνα.[iv]
Όπως, όμως, επισημάνθηκε ανωτέρω, οι Νατοϊκοί δεν παύουν να τρέφουν συγχρόνως σοβαρές ανησυχίες για τους μελλοντικούς προσανατολισμούς της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, στην οποία βασίσθηκε το αναθεωρηθέν νατοϊκό δόγμα, «[δ]οθέντος ότι η πρόβλεψη της μελλοντικής πολιτικής της Ρωσίας έναντι του ΝΑΤΟ παραμένει δυσχερής, οι Σύμμαχοι πρέπει να επιδιώκουν τον στόχο της συνεργασίας, λαμβάνοντας συγχρόνως μέτρα κατά του ενδεχομένου η Ρωσία να αποφασίσει να κινηθεί προς περισσότερο αντιθετική κατεύθυνση».[v] Και, ναι μεν η φράση-κλειδί αυτή παραλείφθηκε από το συντομότερο – και διπλωματικότερο – τελικό κείμενο της Λισαβόνας, πλην όμως δεν χωρεί αμφιβολία ότι δεν απαλείφθηκε και από τη σκέψη των συνέδρων και των κυβερνήσεών τους.
Αλλά και η Μόσχα, από την πλευρά της, παραμένει καχύποπτη έναντι των νατοϊκών δρωμένων και προθέσεων – και προσηλωμένη στη διαχρονική της επιδίωξη να εξασθενίσει τους δεσμούς μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών της Συμμαχίας και ΗΠΑ. Προς αυτήν άλλωστε την κατεύθυνση κατατείνουν προτάσεις, όπως η του προέδρου Μεντβέντεβ για ενιαίο σύστημα ασφαλείας από Βανκούβερ έως Βλαντιβοστόκ και εκείνη του πρωθυπουργού Πούτιν για τη συγκρότηση από τη Ρωσία και την Κοινοτική Ευρώπη ζώνης ελεύθερων ανταλλαγών – κατ’ ουσίαν ενιαίου οικονομικού χώρου. Με την Ουάσιγκτον – και το Λονδίνο – να τηρούν παγερές αποστάσεις έναντι των ρωσικών αυτών πρωτοβουλιών. Και με τους Ευρωπαίους συμμάχους και κυρίως τους Γάλλους και τους Γερμανούς, να καλοπιάνουν μεν τη Μόσχα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν εθνικά τους ενεργειακά, οικονομικά ή και γεωπολιτικά συμφέροντα, αλλά να αποφεύγουν επιμελώς να πέσουν στη διχαστική παγίδα της.[vi]
Των πραγμάτων δε ούτως εχόντων, το πιθανότερο είναι ότι, παρά τις αντικειμενικές αντιξοότητες, ΝΑΤΟ και Ρωσία θα συνεχίσουν να εργάζονται για τη διαμόρφωση ενός, αν όχι απολύτως ικανοποιητικού, τουλάχιστον λειτουργικού modus vivendi.. Στο πλαίσιο δε αυτό εντάσσεται και η καταβαλλόμενη από την κυβέρνηση Ομπάμα προσπάθεια νομοθετικής κύρωσης της πρόσφατα συναφθείσης ρωσο-αμερικανικής συμφωνίας για την αμοιβαία μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων από ένα Κογκρέσο, όπου οι Ρεπουμπλικανοί, διαθέτοντες μάλιστα μετά τις πρόσφατες αναπληρωματικές βουλευτικές εκλογές την πλειοψηφία, δείχνουν να ταλαντεύονται, ως προς το συγκεκριμένο ζητούμενο, μεταξύ εθνικού συμφέροντος και κομματικών σκοπιμοτήτων.[vii] Ενώ ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει εν προκειμένω και η μελλοντική στάση της Μόσχας έναντι του «εγγύς εξωτερικού» της – και πρωτίστως έναντι της Γεωργίας και της Ουκρανίας. Με το ΝΑΤΟ, παρά τη διατήρηση της «πόρτας» του «ανοικτής» σε διακηρυκτικό επίπεδο, να αναβάλλει στην ουσία επ’ αόριστον την ένταξη των δύο αυτών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών – αλλά και να διατηρεί ακέραιη την αντίθεσή του στην απορρόφηση ή και καθυπόταξή τους από τη Ρωσία.
***
Η νατοϊκή, όμως, Σύνοδος Κορυφής βαρύνεται εμμέσως με μια παράπλευρη απώλεια:. την εξ αντιδιαστολής απαξίωση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Συνεργασίας. Παρά τη συνήθη επωδό περί στενής αμυντικής σύμπραξης με την ΕΕ, η οποία αναπαράγεται στα νατοϊκά έγγραφα της Λισαβόνας και επανελήφθη και από τον Αμερικανό πρόεδρο κατά τη εκεί συνάντησή του με τους κοινοτικούς ηγέτες, αλλά και σε άρθρο του σε αμερικανική εφημερίδα,[viii] από τα δρώμενα στην πορτογαλική πρωτεύουσα το ΝΑΤΟ αναδύθηκε πανηγυρικά ως ο μόνος ουσιαστικός πολιτικο-στρατιωτικός φορέας ευρωπαϊκής ασφάλειας. [ix]
Την ευθύνη για την εξέλιξη αυτή φέρουν ακέραιη, φυσικά, οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι. Οι οποίοι, παρά τις κατά καιρούς μεγαλόστομες διακηρύξεις τους, έχουν παταγωδώς αποτύχει, δέκα οκτώ χρόνια μετά το Μάαστριχτ, να δώσουν σάρκα και οστά στη στρατιωτική συνιστώσα του «δεύτερου πυλώνα». Χαρακτηριστική δε του προβληματικού χαρακτήρα της αμυντικής συνεργασίας στους κοινοτικούς κόλπους είναι και η πρόσφατη Αγγλο-Γαλλική Αμυντική Συνθήκη. Η οποία καταδεικνύει, από τη μια, την προσκόλληση των δύο αυτών μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων στην παραδοσιακή εθνοκεντρική μορφή της άμυνας, και, από την άλλη, την προσχώρησή τους στη γενικότερη τάση περιστολής των ήδη ανεπαρκών ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών.[x] Ό,τι το χειρότερο, δηλαδή, για τις ευρω-κοινοτικές προοπτικές στον αμυντικό τομέα – και όχι μόνο.
***
Εν κατακλείδι: Η Σύνοδος Κορυφής της Λισαβόνας χρησίμευσε κυρίως ως υπενθύμιση της συνεχιζόμενης σημασίας ΝΑΤΟ εξήντα ένα χρόνια μετά τη συγκρότησή του. Η υιοθετηθείσα νέα στρατηγική αντίληψη διατηρεί την εδαφική άμυνα των κρατών-μελών στην κορυφή των συμμαχικών προτεραιοτήτων, δίνει όμως αυξημένη έμφαση στις νέες απειλές και ειδικότερα στην εκτός Ευρώπης δραστηριοποίηση της Συμμαχίας. Ωστόσο, με εξαίρεση την ειδική περίπτωση του Αφγανιστάν, το πιθανότερο είναι ότι το ΝΑΤΟ δεν θα διεξαγάγει στο ορατό μέλλον μεγάλης κλίμακας εξωευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Άλλαις λέξεσι, παρά τις ελπίδες ορισμένων και τους φόβους άλλων, δεν πρόκειται να επωμισθεί τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα. Κατά τα λοιπά δε, στη Λισαβόνα: Επιβεβαιώθηκε: η στρατηγική, αν και αμφίσημη, σχέση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Καταδείχθηκε η βούληση της Συμμαχίας να προστατεύσει τα μέλη της από απειλές ή απόπειρες εκβιασμού εκ μέρους προβληματικών κρατών οπλισμένων με βαλλιστικούς πυραύλους και πυρηνικά. Αλλά και έγινε αισθητό το αμυντικό έλλειμμα της Κοινοτικής Ευρώπης.


[i] Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το προσεχές τεύχος την «Εθνικών Επάλξεων», περιοδικής έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΕΘΑ).
[ii] Στον ιστότοπο του ΝΑΤΟ http://www.nato.int/cps/en/natolive/events_66529.htm είναι αναρτημένα τα ακάλουθα σχετικά με τη Σύνοδο Κορυφής επίσημα κείμενα:
[iii] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Laure Marchand, Ankara se rallie au projet de bouclier antimissile, “Le Figaro”, 21-11-2010. Για μια κριτική – και επικριτική – αξιολόγηση της τουρκικής στάσης από Τούρκο σχολιαστή, βλ. Semih Idiz, The Iran factor in Turkey’s ties with NATO, “Hurriyet Daily News”, 22-11-2010.
[iv] Σημειωτέον ότι, παρά την εμφανή διάθεση και των δύο πλευρών να συνεργασθούν στον αντιπυραυλικό τομέα και ειδικότερα την επιθυμία των Νατοϊκών να διασκεδάσουν τους σχετικούς με τη νατοϊκή αντιπυραυλική ασπίδα ρωσικούς φόβους, οι εκατέρωθεν απόψεις κάθε άλλο παρά ταυτίζονται – με τους Ρώσους να προτείνουν προωθημένες μορφές σύμπραξης, τις οποίες το ΝΑΤΟ δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί. Βλ. Stephen Fiedler, Gregory L. White, Russia Rebuffed on Missile Offer, “Wall Street Journal”, 26-11-2010.
[v] Η επιτροπή αυτή εργάσθηκε υπό την προεδρία της πρώην υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ Κυρίας Madeleine Albright και υπέβαλε την ανάλυση και εισηγήσεις της προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ κ. Anders Fogh Rasmussen την 17η Μαΐου 2010. Από ελληνικής πλευράς, στην επιτροπή συμμετέσχε ο πρέσβης κ. Γιάννης-Αλέξης Ζέπος.
[vi] Βλ. Quentin Peel, Putin receives frosty reception in Germany, “Financial Times”, 26-11-2010. Και Patrick Saint-Paul, Poutine propose une zone de libre-échange avec l’Europe. A Belin, le premier ministre russe cherche l’appui d’ Angela Merkel, sceptique, Le Figaro, 26-11-2010.
[vii] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετικώς η επιχειρηματολογία πέντε πρώην Ρεπουμπλικανών υπουργών εξωτερικών, μεταξύ των οποίων και οι κ.κ. Κίσιγκερ και Πάουελ, υπέρ της επικύρωσης. Βλ. The Republican case for ratifying New Start, “Washington Post”, 2-12-2010.
[viii] Βλ. Barack Obama, Europe and America, Aligned for the Future, “New York Times”, 18-11-2010. Σημειωτέον ότι ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρεται κυρίως στη διατλαντική συνεργασία εντός του ΝΑΤΟ και μόνο παρεμπιπτόντως στη συνεργασία του ΝΑΤΟ με την ΕΕ.
[ix] Βλ., επί παραδείγματι, τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις του καθηγητή πανεπιστημίου και πρώην συμβούλου για θέματα άμυνας του Lionel Jospin κ. Louis Gautier, σε άρθρο του υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο Sommet de l’OTAN: la fin de l’ambition dune défense européenne, στην “Le Monde” της 19ης Νοεμβρίου 2010.
, Διπλωματικό Περισκόπιο [http://www.diplomatikoperiskopio.com/], 6-11-2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου