27/12/10

Ολιστική Οικολογία: Το Ζωτικό Τρίγωνο (Οικολογία-Οικονομία-Ηθική), υπό Hλία Β.Οικονόμου, Oμότιμου Καθηγητή του Ε.Κ.Π.Α.

  
Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010 00:00
Το θέμα αναφέρεται στις τριγωνικές σχέσεις των μεγάλων , ζωτικών δε, αναγκών του σημερινού Ανθρώπου, την οικολογική – ο όρος δημιουργήθηκε το 1837-, την οικονομική και την ηθική. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι τρεις όροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται διεθνώς (ecology-economy-ethics), έχουν ελληνική καταγωγή. Τη διακεκριμένη συνεξέταση των τριών υπαγορεύει η φυσική διαπλοκή τους στη ζωή μας, καθημερινά και σε κάθε βήμα μας. Η διαπλοκή (προγενέστερα λεγόταν συνύφανση), θετική ή αρνητική, υφίσταται είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, δηλαδή αυτομάτως.
Το θέμα χαρακτηρίζεται ως ζωτικό, επειδή αφορά κυριολεκτικώς στη ζωή και όχι στο στοχασμό ή την τέχνη. Ανήκει στην πράξη και όχι στη θεωρία της ζωής. Εκάστη πλευρά των τριγωνικών σχέσεων εξετάζεται χωριστά, αλλά κα συνδυαστικά, επειδή σχέσεις χωρίς τη σύμπραξη τουλάχιστον δύο παραγόντων δεν δημιουργούνται και επομένως δεν υφίστανται προς εξέταση. Στο θέμα μας συνεπώς συνεξετάζονται οι φύσει θεμιτές, συνεπώς νόμιμες σχέσεις τριών παραγόντων. Είναι νόμιμες κατά το φυσικό δίκαιο, δηλαδή τους νόμους της Φύσεως και του Ιδρυτού και Θεμελιωτού της. Αυτές είναι δίκαιο να αναγνωρίζονται ως επιστημονικές και ηθικές.
*
Η Οικολογία. Προηγείται ως αυτονόητη η αναφορά μας στην Οικολογία, παρά την νεοφανή, μόλις τριάκοντα ετών, κοινωνική συνειδητοποίησή της ως πρόβλημα. Η Οικολογία σχετίζεται ως επιστημονικό πεδίο γνώσεως με το φυσικό ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το φυσικό περιβάλλον του.  
Στους αρχαίους Έλληνες, η γη εμφανίζεται, σύμφωνα με την Θεογονία του Ησιόδου (6ος π.Χ. αιώνας),μετά την αρχική κατάσταση του Χάους, να επιπλέει στον ωκεανό. Ο Τάρταρος Άδης, δηλαδή ο μη θεατός είναι δύο ενεργητικά στοιχεία, από τα οποία γεννιέται ο Έρεβος και η νύκτα. Η γη γεννάει τον ουρανό κ.λπ. Η ορφική κοσμολογία ( 6ος π.Χ. αιώνας) προσθέτει στο ησιόδειο σύστημα το κοσμικό Ωόν ,που είναι ο τελευταίος ή ο προτελευταίος σταθμός της πραγματοποιουμένης εξελικτικώς δημιουργίας. Ιδού η σειρά. Συνυπήρχαν αρχικώς το Χάος, η Νύκτα, ο Έρεβος και ο Τάρταρος. Από αυτό παρήχθη ένα Ωόν (αυγό). Από το Ωόν προέκυψε ο Έρως, το Χάος και ο Τάρταρος. Και από αυτά ο Ουρανός, ο Ωκεανός, η Γη και το (τελευταίο) το Γένος των Αθανάτων. Η γη ( Γαία) θεωρήθηκε και λατρεύτηκε ως θεά.
Η θεωρητική σκέψη των προσωκρατικών φιλοσόφων, μάλιστα των ονομαζομένων «Φυσικών» ,εγκατέλειψε τη διαδικασία των ορφικών και του Ησιόδου και στράφηκε προς αναζήτηση των αρχικών , των «αρχών» ή των «στοιχείων». Από αυτούς ο Εμπεδοκλής (460-370 π.Χ.) συγκαταρίθμησε τη γη μεταξύ των τεσσάρων αρχικών στοιχείων του κόσμου (γη, αήρ, πυρ, ύδωρ).
Αυτά υπήρξαν το δεδομένο κοσμολογικό υπόβαθρο, που βρήκε ο Χριστιανισμός . Και επ’ αυτών στηριζόμενος ερμήνευσε διαλεκτικώς τους πρώτους στίχους της γενέσεως ( «’Εν αρχή») [1] .
Σύμφωνα με τη χριστιανική κοσμολογία, τα όρια του φυσικού περιβάλλοντος είναι άμεσα και έμμεσα ( Η γη και ο ουρανός/ Σύμπαν). Είναι δηλαδή το γνωστό γήινο περιβάλλον, που έχουμε προσωρινά, και το άγνωστο περιβάλλον του μέλλοντος του ανθρώπου. Η απόλυτη χριστιανική ιδιαιτερότητα περιέχει το προσωρινό (η «[ ώδε ου] μένουσα πόλις»,Εβρ.13,14),αλλά παρόν περιβάλλον του ανθρώπου και το μελλοντικό και μόνιμο, ην «μέλλουσα πόλις» (Εβρ.13,14).
Για τον Χριστιανισμό, η γη είναι ο τόπος διαμονής, το ενδιαίτημα του ανθρώπου [2] . Είναι «η παμμήτωρ γη» (ορφικοί, Ωριγένης), «η πανδεχής ύλη»[3]. Και θα μπορούσε κάποιος να την παρομοιώσει με τον «αμνιακό σάκο». Είναι ο μετά την γέννηση του κάθε ανθρώπου « αμνιακός σάκος» του[4], αφού εντός του φυσικού περιβάλλοντος πραγματοποιούνται, όπως και στον αμνιακό σάκο , προσλήψεις , ανάπτυξη, απόρριψη κ.λπ.
Σημειωτέον ότι κατά τη σημερινή αντίληψη, περιβάλλον είναι τόσο ο αισθητός κόσμος, όσο και ο μη αισθητός, εφόσον γίνεται αντιληπτός με τη διάνοια και συνάγεται η συμβολή του στην ανθρώπινη ζωή, όπως λ.χ. η ακτινοβολία.
*
Η Οικονομία. Η Οικονομία είναι εγγενής επινόηση του ανθρώπου και έχει ως σκοπό την επιβίωση του ανθρώπου και την ανάπτυξή του.Η αρχαιοελληνική θεώρηση της Οικονομίας οφείλεται στον Αριστοτέλη ( Ηθικά Νικομάχεια ) και στον Ξενοφώντα (οικονομικός ).Ο όρος παράγεται από τη λέξη «οίκος+νόμος». Επειδή νόμος (από το νέμω σημαίνει κατανομή, η λέξη οικονομία δηλώνει τη διαχείριση των πραγμάτων, που ανήκουν στην οικογένεια. Η διευθέτηση των πραγμάτων της «πόλεως», αυτών δηλαδή που ανήκουν σε όλους τους πολίτες χαρακτηρίζεται ως   Πολιτική Οικονομία.[5] 
Είναι δυνατόν να συλλάβουμε τη σχέση του περιβάλλοντος και της Οικονομίας μεταφορικώς ως ένθεσμο, αλλά αναγκαστικό γάμο, που διέπεται ταυτοχρόνως από τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα. Αλλά σήμερα η βάρβαρη συμπεριφορά του ενός των ομόζυγων, στην προκειμένη περίπτωση της Οικονομίας καθιστά προβληματική τη συνύπαρξη περιβάλλοντος και οικονομίας. Δεδομένου ότι διαζύγιο αποκλείεται το ζεύγος ή θα συνυπάρξει ειρηνικά ή η ομοζυγία θα καταστραφεί και για τους δύο.
Δύναται να τεθεί το ερώτημα: Έχει ο Χριστιανισμός και μάλιστα η Ορθοδοξία, οικονομική θεωρία; Η απάντηση θα είναι θετική, μολονότι τα αναφερόμενα σε αυτήν δεν συνιστούν συστηματική   θεωρία, αλλά άθροισμα αρχών και πτυχών της οικονομίας. Η θεολογική θεώρηση της οικονομίας θα ήταν δυνατόν να ονομασθεί με βάση τα θεολογικά κείμενα Θεοκεφαλαιοκρατία, επειδή έχει ως αξιωματική βάση την αρχήν ότι τα πάντα ανήκουν στο Θεό. Αυτός ως Δημιουργός είναι και ο Ιδιοκτήτης όχι μόνον της γης, αλλά ολοκλήρου του Σύμπαντος. Παρεχώρησε όμως τη διαχείριση -και όχι την ιδιοκτησία- της γης στον άνθρωπο. Η εκμετάλλευση της γης είναι συνεπώς ανθρώπινο δικαίωμα, εκχωρημένο άνωθεν ab antiquo, από τον Δημιουργό. Συνοδεύεται όμως από το καθήκον της διαφυλάξεως , δηλαδή συντηρήσεως της γης. Τα συναθροιζόμενα αγαθά συνιστούν ειδικό δικαίωμα και ειδική ευθύνη, επειδή συνιστούν γεγονός εμπιστοσύνης του Θεού. Είναι καταπίστευμα του Θεού στον άνθρωπο.
Το φυσικό περιβάλλον είναι καταπίστευμα και ο άνθρωπος είναι ο διαχειριστής του[6]. Είναι φανερό ότι για το Χριστιανισμό υπάρχει ιδρυματική συνάρτηση της Κοσμολογία και της Οικολογίας, της Οικονομίας και της Ηθικής. Η χριστιανική θεολογία και η εκκλησιαστική πρακτική προέβαλε τη σχέση του ανθρώπου προς το περιβάλλον ή το αντικειμενικό καταπίστευμα, δηλαδή την κεφαλαιουχική βάση της οικονομίας ως σχέση διαχειριστική. Και τον άνθρωπο, που είναι το υποκειμενικό καταπίστευμα του Θεού, ως Οικονόμο της φύσεως , δηλαδή ως διαχειριστή της κεφαλαιουχικής βάσεως πάσης οικονομίας. «Έργο του οικονόμου είναι να διοικεί καλώς, εκείνα που του παραδόθηκαν. Να μη ισχυρίζεται ότι είναι δικά του αυτά που ανήκουν στον κύριό του , αλλά αντίθετα να λέει ότι τα δικά του ανήκουν στον κύριό του… να μη τα κατέχει κοντά του, ούτε να τα υπολογίζει ως δικά του, αλλά να τα καταλογίζει στο Θεό, που έδωσε τα πάντα »[7].
Οι αρχές διαχειρίσεως των κεφαλαίων της γης, που προκύπτουν είναι οι επόμενες. Ως πρώτη αρχή προβάλλεται ότι ἡ μακροβιότητα του ανθρώπου είναι ανεξάρτητη από το συγκεντρωμένο κεφάλαιο (βλ. την παραβολή του πλούσιου ανθρώπου που ευφόρησεν η χώρα του)[8].
Η δεύτερη αρχή κατοχυρώνει την εργασία ως αποκλειστική μέθοδο κτήσεως κεφαλαίου και δεδομένου ότι η σχέση εργασίας-αμοιβής είναι ανταποδοτική, ο μισθός είναι ανταπόδοση της εργασίας («άξιος ὁ εργάτης του μισθού αυτού», Ματθ.10,10). Κάθε άλλη μέθοδος, όπως η αρπαγή, η τυμβωρυχία, η ληστεία, η πορνεία, και τα ανάλογα απορρίπτονται ως ηθικώς απαράδεκτοι τρόποι αποκτήσεως. [9].
Η τρίτη αρχή αξιολογεί την απόκτηση και διέπεται από την αντίληψη ότι τα αποκτώμενα με την εργασία αγαθά δεν είναι ούτε απολύτως ιδιωτικά ούτε απολύτως κοινωνικά . Η διαχείριση τους είναι ιδιωτική , αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και τις επείγουσες ανάγκες των άλλων. Πρόκειται περί της συνειδητής παραδοχής, ότι η «ιδιοκτησία» του πλούτου δεν πρέπει να θεωρείται ως απολύτως προσωποπαγής κατοχή , αλλά είναι διαχειριστική για τις ανάγκες τόσον του κατέχοντος όσο και εκείνων, που έχουν σοβαρή ανάγκη επιβιώσεως, την οποίαν αδυνατούν να ικανοποιήσουν με τις δικές τους δυνάμεις. Οντολογικός και απόλυτος ιδιοκτήτης είναι μόνον ο Θεός, ο οποίος αν και είναι ο Δημιουργός κάθε ύλης και ο νομοθέτης του σύμπαντος Κόσμου, παρεχώρησε τη διαχείρισή του στον άνθρωπο.
Η αρχή αυτή αναπτύσσεται διαλεκτικά στον ακόλουθο συλλογισμό : αφού ο άνθρωπος δεν εξουσιάζει ούτε την ψυχή του που δεν αποτελεί   ιδιοκτησία του , πώς είναι δυνατόν να είναι αποκλειστικός ιδιοκτήτης των χρημάτων;[10]
Ενδιαφέρουσα είναι η εξαιρετικά προωθημένη συλλογιστική του Χρυσοστόμου περί της οικειοθελούς διαθέσεως του πλούτου ως τεκμηριώσεως της ιδιοκτησίας «Μη λες «ότι καταναλώνω τα δικά μου και απολαμβάνω από τα δικά μου». Δεν προέρχονται από τα δικά σου, αλλά από τα ξένα. Τα λέω ξένα ,επειδή συ θέλεις· επειδή δικά σου θέλει ο Θεός να είναι όσα σου εμπιστεύθηκε για χάρη των συνανθρώπων σου» [11]. 
Συνεπώς η διαλεκτική της χρήσεως του πλούτου/κεφαλαίου με κριτήριο προσωπικούς ή κοινωνικούς λόγους επηρεάζει την έννοια της ιδιοκτησίας του. Αναπτύσσεται μια , εκ πρώτης όψεως ,παράδοξη διαλεκτική, σύμφωνα με την οποία η ανάλωση του πλούτου/κεφαλαίου υπέρ των εχόντων ανάγκην τεκμηριώνει   τη διαχειριστική ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου. Αντιθέτως, η χρήση για αποκλειστικώς προσωπικούς σκοπούς αποδεικνύει το αντίθετο, δηλαδή τη μη ιδιοκτησία του· « γίνονται δε δικά σου τα ξένα, αν τα καταναλώσεις σε άλλους. Αν δε τα καταναλώσεις χωρίς περιορισμό για σένα, έγιναν τα δικά σου ξένα»[12].
Ο Χρυσόστομος αιτιολογεί την παράδοξη συλλογιστική του ως ενσυνείδητη αντίθεση στην απροκάλυπτη διακήρυξη της εγωιστικής απολαύσεως του πλούτου ως δήθεν δικαιώματος·( «επειδή χρησιμοποιείς αυτά (τα αγαθά ) με ωμότητα ,και λες ότι «τα δικά μου για τη δική μου απόλαυση είναι δίκαιο να καταναλωθούν», για το λόγο αυτό ονομάζω αυτά ξένα») [13] .
Η συμμετοχικότητα στο προσωπικό κεφάλαιο προβάλλεται με δύο αιτιολογικούς συλλογισμούς, που ανάγονται στην κοινωνική συνοχή. Ο πρώτος συλλογισμός αναφέρεται στη αξιωματική συμμετοχικότητα των ανθρώπων στα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος· («Είναι κοινή ιδιοκτησία ,δικά σου και του συνανθρώπου σου, όπως ακριβώς ο ήλιος είναι κοινή ιδιοκτησά και ο αέρας και η γη και όλα τα άλλα»)[14]. Ὁ δεύτερος αναφέρεται στην αλληλοεξυπηρέτηση των διαφόρων οργανικών συστημάτων του ανθρωπίνου σώματος·( «Όπως ακριβώς συμβαίνει με το ανθρώπινο σώμα και εξυπηρετεί όλο το σώμα και το κάθε μέλος χωριστά· όταν όμως (εξυπηρετεί) μόνον ένα μέλος, χάνει και την ενέργειά του · έτσι συμβαίνει και με τα χρήματα»)[15].
Συμπερασματικώς, υποστηρίζεται ότι τα διατιθέμενα στους άλλους, επιστρέφουν ,λόγω της κοινότητος των σχέσεων , δηλαδή της κοινωνικής ζωής, στον δαπανήσαντα ταύτα· «Αν δε γίνουν κοινά, και εκείνου (του έχοντος) και όλων θα είναι δικά τους. Έτσι συμβαίνει και με τα χρήματα, αν τα απολαύσεις εσύ μόνος σου, και εσύ έχασες· αν όμως τα κατέχεις μαζί με τους άλλους, τότε περισσότερο θα είναι δικά σου, και τότε θα αποκτήσεις την ωφέλεια»[16] .
Ὁ Χρυσόστομος εισάγει εμμέσως την αρχήν της αλληλεγγύης και όχι της συνιδιοκτησίας. Την συγκεκριμενοποιεί με το παράδειγμα της συνεργασίας των διαφόρων μερών του ανθρώπινου σώματος. Αναφέρεται πρώτον μεν στη συντονισμένη λειτουργία των χεριών, του στόματος και του στομάχου για τη λήψη και ωφέλεια από την τροφή όλων των άλλων μελών του σώματος. Το αντίθετο, δηλαδή η εγωιστική χρήση του πλούτου/κεφαλαίου ομοιάζει προς την επίσχεση της τροφής από τα λοιπά ενδεή μέλη της κοινωνίας. (« Και για να γίνει σαφέστερο, αυτό λέω, η τροφή του (ανθρωπίνου)σώματος, που δίνεται σε όλα τα μέλη, αν έρθει σε ένα μέλος, και αποξένώνεται. Όταν δεν μπορέσει να χωνευθεί ούτε να θρέψει μπορεί, γίνεται ξένη και γι αυτό. Αν όμως γίνει κοινή, και εκείνου του μέλους και όλων γίνεται κτήμα. Έτσι συμβαίνει και με τα χρήματα, αν εσύ τα απολαύσεις μόνος σου, και εσύ έχασες. Δεν θα κερδίσεις την αμοιβή, αν όμως τα κατέχεις μαζί με τους άλλους, τότε θα είναι περισσότερο δικά σου και θα εισπράξεις την ωφέλεια. Δε βλέπεις ότι τα χέρια εξυπηρετούνται, και το στόμα λειαίνει (τις τροφές) , και το στομάχι τη δέχεται; Μήπως λέει το στομάχι ότι ΄΄ επειδή τη δέχθηκα (ενν. την τροφή) έχω το χρέος να την κατέχω ολόκληρη; Μη λοιπόν, μη το λες αυτό ούτε για τα χρήματα· αυτός που δέχεται πρέπει να μεταδίδει. Όπως λοιπόν ανήκει στο κακό στομάχι, το να συγκρατεί την τροφή και να μη τα μοιράζει σε όλο το σώμα… · έτσι συμβαίνει και με την κακία των πλουσίων, το να κατακρατούν εκείνα που έχουν· αυτό και αυτούς τους ίδιους και τους άλλους καταστρέφει »).[17] .
Ο πλούσιος είναι θεολογικά αποδεκτός ως οικονόμος (διαχειριστής) του Θεού για τους ενδεείς. Στην αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει μέλος της «βασιλείας των ουρανών». Είναι γνωστή η θέση ότι είναι ευκολότερο να περάσει ένα παλαμάρι από την οπή μιας βελόνας ή να εισέλθει ένας πλούσιος στη «βασιλεία του Θεού». Το θέμα είναι κεφαλαιώδες για την Ορθόδοξη Θεολογία (πρβλ. «Ότι μόνος πλούσιος ο χριστιανός » και κυρίως το « Τις ο σωζόμενος πλούσιος ;» του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως ,220 μ.Χ. )
*
Η νοοτροπική αλλοίωση . Κατά τους Μέσους Χρόνους (13-16 αιώνες), όταν απουσίαζε από τις πνευματικές ζυμώσεις της δυτικής Ευρώπης η σκέψη του Ανατολικού Χριστιανισμού, επήλθε τροπή του νου του δυτικού ανθρώπου, άλλαξε η νοοτροπία. Η ισχύουσα αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι διαβάτης του κόσμου ( Viator mundi ) αντικαταστάθηκε από τον χαρακτηρισμό κατασκευαστής του κόσμου(Faktor mundi). Πώς έγινε τούτο; 
Έχει επισημανθεί ήδη από τον Lynn White[18] η υφισταμένη διαφορετική εστίαση του Ανατολικού από τον Δυτικό Χριστιανισμό. Ο τονισμός του προέχοντος της χριστιανικής θρησκευτικής νοοτροπίας και πρακτικής, στον πρώτο, ήταν διανοητική και ερμηνευτική , ενώ στο δεύτερο βουλησιαρχική και πρακτική.
Η διαφορετικότητα του χριστιανικού βιώματος της Ανατολής από το βίωμα Δύσεως. Η έννοια της λέξεως βίωμα είναι παρεξηγημένη και στην ευρεία χρήση της αλλοιωμένη. Το βίωμα δηλώνει αυτό που ζη[19] κάποιος, δηλώνει τη ζωντανή πραγματικότητά του. Αυτή η πραγματικότητα έχει τρεις όψεις, που συνυπάρχουν αδιαίρετα, τη διανοητικότητα, τη συναισθηματικότητα και την βουλητικότητα. Ο άνθρωπος γνωρίζει και συνειδητοποιεί την συνεχώς αλλάζουσα («πάντα ρει» πραγματικότητα με την πρώτη, προκαλείται προσαρμογή στη πραγματικότητα με αναπροσανατολισμό της ψυχολογικής καταστάσεως με τη δεύτερη. Η συναισθηματικότητα είναι διαδικασία συμμετοχής και συναισθήσεως στην συνεχώς ανανεούμενη πραγματικότητα. Η επόμενη φάση περιέχει τάση πρακτικής δραστηριοποιήσεως και επιθυμία χειρισμού της πραγματικότητας προς ίδιον όφελος. Αυτή είναι η βουλητική πτυχή του βιώματος. Η θέληση είναι ορμή, διότι περί ορμής πρόκειται, που διακρίνεται σε άμεση και σε μέλλουσα ,δηλαδή σχεδιαζομένη. Η άμεση μπορεί να παραμείνει ως ενδιάθετη, δηλαδή ως διάθεση και όχι ως πραγμάτωση, λόγω αναστολών για να προστατευθεί το εγώ. Το βίωμα της ανατολικής χριστιανικής ασκήσεως της ζωής απέφευγε την εκπλήρωση της βουλήσεως, του τρίτου μέρους του βιώματος για να προφυλαχθεί από το λάθος (την αμαρτία), που καραδοκεί σε κάθε ανθρώπινη πράξη. Αντιθέτως, η δυτική άσκηση της χριστιανικής ζωής έρεπε προς την εκπλήρωση της επιθυμίας. Για το λόγο αυτό ο μεν ασκητισμός του Ανατολικού Χριστιανισμού απέφευγε έργα αλλοιώσεως της θεϊκής δημιουργίας, ο δε Δυτικός, όταν απώθησε την επιρροή του ανατολικού ενίσχυσε τη δραστηριότητά του για την εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος.
Τους κρίσιμους αυτούς αιώνες , από τον13ο έως τον16ο, απουσιάζουν : α) Η Ανατολική νοοτροπία και παρατηρείται πρακτική   παρερμηνεία της «Γενέσεως»(1,28). β) Επικρατεί, μετά την κατάληψη της Κων/λεως από του Σταυροφόρους (1204) και η πλήρης αδυναμία διανοητικής και πρακτικής συμβολής του πνεύματος της),μετά την Πτώση (1453). Η έμπρακτη αλλοίωση ή μονομερής ερμηνείας της « θείας ευλογίας» («κατακυριεύσατε», Γεν. 1,28). και αγνόηση της καταστατικής θέσεως του ανθρώπου και της διπλής σχέσεως προς το φυσικό περιβάλλον («εργάζεσθαι και φυλάσσειν»). Κατά συνέπεια, επικρατεί συστημική θεολογική αδράνεια , η τυποποίηση της θρησκευτικότητας. Και η εκτροπή της προς την εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής ζωής (κοσμική εξουσία παπισμού ) .
Δεύτερος παράγων υπήρξε η πορεία αποκλίσεως της φιλοσοφικής σκέψεως των Μ. Χρόνων περί του φυσικού κόσμου. Ενδεικτικώς, ο Καρτέσιος υποτίμησε το φυσικό κόσμο και τον θεώρησε απλό φαινόμενο. Η φύση θεωρήθηκε ως υπερμεγέθης μηχανή, της οποίας διακριτικά είναι η «έκταση», ο «αριθμός», η «διάρκεια», και η «κίνηση»[20]. Ο Berkeley, καταπολεμώντας τον υλισμό, υποτίμησε τη φύση και δίδαξε ότι η φύση δεν έχει αντικειμενική υπόσταση. Η εξωτερική πραγματικότητα είναι απλώς σύμπλεγμα αισθημάτων και οι ιδιότητές της (χρώμα, βάρος, σκληρότητα, κ.λπ.) είναι ανθρώπινα αισθήματα μόνο και δεν υπάρχουν έξω Γρηγόριος ο Νύσσης από τη συνείδησή μας. Η υλική πραγματι-κότητα που μας περιβάλλει είναι σύνολο παραστάσεων, που έθεσε σε μας ο Θεός.Σημειωτέον ότι οι πατέρες της Εκκλησίας Μ. Βασίλειος (Εξαήμερος, ομιλία πρώτη,παρ.8) και ομιλούν περί της «ουσίας των όντων» και περί αισθήσεως των πραγμάτων…. Ο Κάντ , του οποίου οι αντινομικές προτάσεις, αναφερόμενες στον φυσικό κόσμο και στο Θεό δημιούργησαν αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξή τους, αφού ο λόγος δε δύναται να αποδείξει ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν. Ο Engels υποστήριξε ότι στην αρχή η ιδέα πίπτει στο ζώο και τον χρόνο , μετά εμφανίζεται ως κίνηση, ως ύλη, ως βαρύτητα και ως γενική παγκόσμια βαρύτητα. Εισερχομένη δε στο στάδιο της φυσικής αναπτύξεως εμφανίζεται ως ύλη, διαχωρισμένη σε στοιχεία, ως ειδικό βάρος, ως ήχος, ως θερμότητα και ως χημισμός. Η οργανική ανάπτυξη αποτελεί σύνθεση των δύο προηγουμένων φάσεων και έχει ως θέμα της την παρακολούθηση   της αναπτύξεως των οργανισμών μέχρι των ζώων. Η συνεχής πτώση της ιδέας συνιστά όμως κατάπτωση (αυτοκατάπτωση) της ιδέας του Θεού σε κάτι κατώτερο, την ύλη.
Η Διαμαρτυρομένη θεολογία κατηγορήθηκε ιδιαιτέρως ότι ακολούθησε τις φιλοσοφικές αντιλήψεις της εποχής της και παρερμήνευσε την Αγία Γραφή.
Η ανάπτυξη της Τεχνολογίας[21] . Η ανατολική χριστιανική διανόηση του7ου (Μάξιμος ο Ομολογητής) και του 9ου αιώνα (Μέγας Φώτιος) είδε την Τεχνολογία ως μίμηση της Φύσεως από τον άνθρωπο («μιμούμενος τους φυσικούς νόμους των υπαρχόντων »[22], «δημιουργώντας ο άνθρωπος, μιμείται κατά κάποιο τρόπο το δικό του δημιουργό, όπως η εικόνα(μιμείται) το πρωτότυπο, επειδή η εικόνα έχει τις πρωτογενείς ιδέες του πρωτοτύπου»[23]), που είναι έργο του Δημιουργού και αναντικατάστατη[24] («Ο τεχνίτης Λόγος (Θεός) συνέδεσε όλα, και είναι κόσμος (=κόσμημα), όπως ονομάζεται , και κάλλος απλησίαστο και τίποτε ποτέ θα επινοήσει κάποιος πιο λαμπρό και πιο μεγαλοπρεπέστερο» ) .
Το οικονομικό συμφέρον εντός της Ηθικής. Ο καθηγητής της Ηθικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης Άνταμ Σμίθ , (Ο πλούτος των Εθνών,1776 ) συνεδύαζε τον πλούτο και την ηθική[25]. Ο Κ. Μαρξ και η μετάταξη της οικονομίας στην πολιτική «Κεφάλαιο» Συνάρτησε την ηθική της ισοτιμίας προς την παραγωγή και την προσφορά της οικονομίας. 
Εποχή οικονομικού επιστημονισμού. Κατά τους νεώτερους ή νεωτερικούς χρόνους, η οικονομία αναβαθμίστηκε σε επιστήμη, που κορυφώθηκε στην παρούσα εποχή της Μετανεωτερικότητας. Την περίοδο αυτή ,η αγορά έγινε ο χρυσούς μόσχος, δηλαδή «θεοποιήθηκε». Απέκτησε κολοσσιαίους ναούς (τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα), «ιερατείο με αρχιερείς»(τραπεζίτες) , χαρακτηριζόμενα ως «χρυσά παιδιά».
Την εποχή του οικονομικού επιστημονισμού, η εξέλιξη στηρίχθηκε σε ανεπαρκή ή λανθασμένο ορισμό του ανθρώπου. Οι Οικονομολόγοι βάσιζαν την εργασία τους σε μια ακατέργαστη αντίληψη (θεωρία) για την ανθρώπινη φύση, δηλαδή ότι το άτομο είναι πλήρως λογικό, αυτόνομο και μεγιστοποιεί το όφελος. Και με αυτή την προϋπόθεση κατασκεύαζαν τα λεπτομερώς επεξεργασμένα οικονομικά μοντέλα τους. Αλλά αυτά στηρίζονταν σε αυτό το πλασματικό ανθρώπινο ον , δηλαδή το τελείως λογικό, αυτόνομο, που μεγιστοποιεί το όφελος.
Πριν από μερικές δεκαετίες, κάποιοι θαρραλέοι οικονομολόγοι (David Brooks[26] , Herbert Simon, Gary Becker, Amos Tversky & Daniel Kahneman,) προσπάθησαν να μετακινηθούν πίσω (πέρα) από αυτή την κορυφωμένη μορφή αντιλήψεως της ανθρώπινης οντότητας.
*
Ο συγκλονισμός από την οικονομική κρίση του 2008-9. Η κρίση αυτή αποκάλυψε την ανεπάρκεια ολοκλήρου του πεδίου της οικονομικής επιστήμης. Οικονομολόγοι και χρηματιστές δαπάνησαν δεκάδες ετών καταρτίζοντας   συνεχώς περισσότερα καλώς επεξεργασμένα μοντέλα για να προβλέψουν τη συμπεριφορά της αγοράς. Και όμως δεν προέβλεψαν την χρηματιστηριακή κρίση. Στην πραγματικότητα τα οικονομικά μοντέλα που συνέβαλαν , ώστε οι συμπεριφορές να γίνουν τόσο εσφαλμένες , βοήθησαν να εξανεμισθούν 50 τρισεκατομμύρια δολάρια του παγκόσμιου πλούτου και προκάλεσαν ανείπωτες ανθρώπινες συμφορές. Η οικονομική επιστήμη χαρακτηρίζεται λόγω των αποτυχιών της ως θλιβερή και επιστρέφουσα πλέον στη ιστορία της[27].
Το σήμερα είναι περίοδος αυτοεξετάσεως. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα δεν υπάρχει συμφωνία (consensus) για τις αιτίες που προκάλεσαν την κρίση. Οι οικονομολόγοι επανεξετάζουν και επαναξιολογούν το επιστημονικό τους πεδίο. Και ερωτούν: «πού ήσαν οι διανοητές που όριζαν το πρόγραμμα (agenda-setters) όταν διαμορφωνόταν η κρίση;» (National interest), «Γιατί αυτοί απέτυχαν να δουν το ερειπωμένο τρένο να έρχεται;», όπως ο Barry Eichengreen, του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Βέρκλεϋ, ο  Russ Robert , πανεπιστήμιο του George Mason, στην εφημ. Wall Street Journal, που διερωτάται γιατί να θεωρούνται τα οικονομικά επιστήμη. Η πραγματική επιστήμη προοδεύει. Στα οικονομικά όμως ανακυκλώνονται παλαιοί διανοητές. Στην πραγματική επιστήμη η απόδειξη λύει τα προβλήματα. Και ερωτά, αν υπάρχει έστω και μία οικονομική μελέτη τόσο καλή που να έλυσε κάποια διαμάχη/αμφισβήτηση. Κανείς δεν θυμάται κάποια)[28]
Η μη συνειδητοποίηση των ορισμών . Είναι πλέον προφανές ότι το πρόβλημα στις σχέσεις φυσικού περιβάλλοντος και ανθρώπου είναι πρωτίστως πρόβλημα συνειδητοποιήσεως και ορισμού, του ανθρώπου και του περιβάλλοντος . Ποίος ή τί είναι ο ή το υποκείμενος/ο, ο άνθρωπος ή το περιβάλλον; Ποίος ή τι είναι ο/το υπερκείμενος/ο, ; Ο άνθρωπος ή το περιβάλλον; Αν συνυπάρχουν, που ευρίσκεται η τομή ;
Είναι προφανές ότι έχει επέλθει πρακτική υποβάθμιση της ιδιαιτερότητας του ανθρώπου , από αξιώματος σε παραγωγική και καταναλωτική μονάδα, χωρίς προσωπικότητα. Ο διαφορισμός αυτός σχετίζεται με το διαφορισμό της οικονομίας από τη θρησκεία. Η θρησκεία και μάλιστα ο χριστιανισμός και διαίτερα ο ανατολικός (Ορθοδοξία) προβάλλει τον άνθρωπο ως αξίωμα και όχι ως αξία και θεωρεί ότι αυτός δεν είναι αναλώσιμος παραγωγός και καταναλωτής. Ο όρος αξίωμα διατυπώθηκε από τον Μέγα Φώτιο, τον ένατο αιώνα. Η θρησκευτική αντίληψη του ανθρωπίνου αξιώματος υπόκειται στους βιβλικούς όρους σχέσεως με το περιβάλλον, δηλαδή το αχώριστο συνδυασμό της εκμεταλλεύσεως με τη συντήρηση ( «εργάζεσθαι και φυλάσσειν», Γενέσεως 2, 15 ).
Η αλλοίωση της ταυτότητος του ανθρώπου οφείλεται προφανέστατα στην εγκατάλειψη του ανθρώπου ως αξιώματος και στην πρακτική, δηλαδή πολιτική εφαρμογή της     αντιλήψεως περί του ανθρώπου ως οικονομικού εργαλείου παραγωγής και καταναλώσεως, τον homo economicus. Η συνέπεια αυτής της μεταβολής υπήρξε η καταστροφή της φύσεως και η αλλοίωση της κοινωνικής συμβιώσεως του ανθρώπου με την αποκλειστικώς οικονομική αξιολόγηση όλων των πτυχών της ζωής.
Και τώρα ,τί; Γίνεται φανερό πλέον ότι το οξύτατο πρόβλημα δεν είναι ένα, η οικονομία, αλλά δύο, το περιβάλλον και ο άνθρωπος. Η απόλυτη οικονομία είναι απλώς το μη συνειδητοποιηθέν όχημα της φθοράς του περιβάλλοντος και του ανθρώπινου αδιεξόδου. Το μανιφέστο ως φωνή αγωνίας για το περιβάλλον και τον άνθρωπο έχει διατυπωθεί προ 38 ετών (Η Διακήρυξη της Λέσχης της Ρώμης 1972). 
Τα συμπεράσματα της εκτενούς έρευνας δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο The Limits of Growth (Τα όρια της αναπτύξεως). Η έρευνα προειδοποιούσε ότι το 2100 θα ξεσπούσε η οικολογική κρίση, λόγω εξαντλήσεως των φυσικών πόρων, μολύνσεως του περιβάλλοντος και καταστροφής των μηχανισμών ανανεώσεως (ανακύκλωση).Το περιβάλλον καταστρέφεται, επειδή: 
Γίναμε πολλοί (υπερπληθυσμός) και καταναλώνουμε πολλά, ελαττώνοντας (εξάντληση των φυσικών πόρων) ή και καταστρέφοντας της πηγές εφοδιασμού και τα συστήματα ανανεώσεως των φυσικών πόρων με τη μόλυνση και την καταστροφή των συστημάτων της γης, στην οποία συνέβαλε η γιγάντωση της Τεχνολογικής επεμβάσεως. 
Το καταλυτικό ερώτημα: Τι προάγει η μονομερής κυριαρχία της Οικονομίας την πρόοδο της Ανθρωπότητας ή την απειλή κατά της ελευθερίας και της ειρήνης;
Είναι φανερή η δημιουργία και η ειρηνική προς το παρόν διαπάλη τριών παγκοσμίων οικονομιών και εξουσιών, των εξής: (α)Της ηγηθείσης της οικονομικής κρίσεως αμερικανικής υπερδυνάμεως. (β)Της αναδυθείσας οικονομικώς και αναπτυσσομένης σιωπηρώς  Ρωσίας. (γ)Της καλ-πάζουσας οικονομικώς Κίνας και τονυποκρυπτόμενον κίνδυνο, κατά την ανάλυση του Χ. Κίσσιγκερ ,ως παραδείγματος πλήρως ελεγχομένης οικονομικής αναπτύξεως με περιορισμένη πολιτική ελευθερία. Παραλείποντες τις οικονομίες της Ιαπωνίας και των Ινδιών, αναφερόμεθα στην αγωνιζομένη να καταλάβει ηγετική θέση οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Η υφιστάμενη παγκόσμια οικονομική δυναμική δύναται να αποβεί εκρηκτικό, όταν τεθεί ως ιδανικό παγκόσμιο σύστημα συμβιώσεως η οικονομία. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η επιδίωξη κυριαρχίας στην αγορά συνιστά κατάσταση ψυχρού ειρηνικού πολέμου. Εκείνος που χάνει έδαφος, αν είναι εξοπλισμένος μέχρις οδόντων, δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τα όπλα για να μη απωλέσει την πρωτοκαθεδρία. Αυτό διδάσκει η ιστορία.
*
Ανακεφαλαίωση των τριών πλευρών του ζωτικού τριγώνου. Το ζωτικό έλλειμμα είναι μη ορθή σύλληψη του όλου ανθρώπου. Και η μη ανάπτυξη αμφίπλευρης οικολογικής συνειδήσεως προς την αείζωο και όχι προς την αδιέξοδο αειφόρο ανάπτυξη και το ερώτημα της πίστεως και της ελπίδας εξόδου από την πορεία καταστροφής. Ο σεβασμός της φυσικής τάξεως ή της βουλιμίας του ενός όντος, του ανθρώπου; Ή ριζοσπαστικότερα: Ο Θεός ή το Χάος;
Το τελικό ερώτημα: Τί επιλέγουμε, την παγκόσμια σύρραξη ή παγκόσμια συνεννόηση δια του τέλους της αυτονόμου οικονομικής κυριαρχίας; Την επιλογή της ανθρωποκεντρικής (προσωποκεντρικής και όχι εγωκεντρικής) και κοινωνικοκεντρικής οικονομίας – και όχι αριστοκρατικής ή προσωποκεντρικής. Οικονομία υπό τον άνθρωπο ή άνθρωπο υπό την οικονομία; Την σύνοδο των ανθρώπων υπό τον Πάπα-οικονομία ή τον Πάπα-οικονομία υπό την σύνοδο των ανθρώπων;
Χρειαζόμαστε νέους θεσμούς και μάλιστα ηθικούς όχι παγκόσμια κυβέρνηση δια του οχήματος της παγκοσμιοποιήσεως της οικονομίας. Θεσμός σημαίνει και δεσμός, -και μάλιστα αυτοδέσμευση- με τον άνθρωπο ως αξίωμα και όχι ως αξία, οικονομική και καταναλωτική. Να γίνει ο άνθρωπος αξίωμα και η φύση σεβαστή σύζυγος της Οικονομίας.
Απαιτείται ,συνεπώς, αναστροφή της πορείας του σύγχρονου πολιτισμού προς την κατεύθυνση της αποκτήσεως πληρέστερης οικολογικής συνειδήσεως, προς αναθεώρηση του ρόλου της οικονομίας και αναπτύξεως. Πρόταξη της ζωής και όχι της οικονομικής αναπτύξεως. Όχι αειφόρος ανάπτυξη, αλλά αείζωη ανάπτυξη. Και της ηθικής συμπεριφοράς έναντι του περιβάλλοντος και του ανθρώπου . Αμφότερα δε οδηγούν προς τη Δημιουργική Δύναμη που υπόκειται του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου.
Επίλογος. Απωλέσαμε , παγκοσμίως σχεδόν , τον πλήρη ορισμό του ανθρώπου. Δεν γνωρίζουμε τι τελικά είμαστε (αξίωμα ή αξία και μάλιστα παραγωγικο-καταναλωτική). Και πρέπει να τον ανακτήσουμε. Να γίνουμε πάλι Άνθρωποι και όχι άπληστοι παραγωγοί και ακόρεστοι καταναλωτές.
Ας θυμηθούμε τον Αριστοτέλη (Αθηναίων Πολιτεία ,12,2) «τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται ανθρώποισι όσοις μη νόος άρτιος η», δηλαδή ο κατακτητικός και καταναλωτικός κορεσμός, όταν υπάρχει υπερεπάρκεια (όλβος), γεννάει την υπέρβαση των θεμιτών ορίων ( κατά την αρχαία ελληνική σκέψη, ύβρη ) σε εκείνους που δεν έχουν άρτιο νου. Χρειάζεται έλλειψη νοημοσύνης για να υπερβεί κάποιος τα όρια του. Η ελπίδα σήμερα για το αύριο είναι να κυριαρχήσει ο «άρτιος νους».


[1] Ηλ.Οικονόμου, Σημειολογία και Ερμηνεία Π.Διαθήκης , 1998, σελ. Β100-114,συνοπτικός πίνακας 110-114].
[2] Βλ. Ηλ. Οικονόμου, Θεολογική Οικολογία, Θεωρία και Πράξη, Αθήνα 1994, σελ. 90 εξ.

[4] Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του Μακαρίου του Αιγυπτίου , τον 4ο αιώνα, (Ομιλίαι Πνευματικαί , ΒΕΠΕΣ 41, 209), στην παρουσία του θεού, ακόμη και στα έμβρυα. «Γινώσκομεν δε ότι πάσα η κτίσις του Θεού δι αυτού οικονομείται, …Τις γαρ ανθρώπων οίδεν , ει μη μόνος ο Θεός, ο ων εν πάσι, και εν τοις εμβρύοις δε των ζώων;»
[5] Ανάλυση των θέσεων του Αριστοτέλη, βλ.Γ.Παπαλεξανδρή, Η Οικονομική του , περιοδ. Επιθεώρησις Κοινωνίας και Δημοσίων Οικονομικών, έτος 10ο, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1941,τεύχος Γ΄σς. 113-128.
[6] Κυριότητα και διαχείριση βλ. Ηλ.Οικονόμου, Θεολογική Οικολογία. Ένθ. Αν. σελ.76
[7] « Οἰκονόμου γὰρ τὸ διοικεῖν τὰ ἐγχειρισθέντα καλῶς· οὐχ αὓτοῦ λέγειν εἶναι τὰ δεσποτικά, ἀλλὰ τοὐναντίον τοῦ δεσπότου τὰ ἑαυτοῦ. Ἕκαστος ταῦτα ἐννοῶν, καὶ ὁ λόγον ἔχων καὶ ὁ χρήματα κεκτημένος, οἷον ὅτι ἐπιστεύθη δεσποτικά, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, μὴ κατεχέτω αὐτὰ παρ’ ἑαυτῷ, μήτε ἑαυτοῦ ἐπιψηφιζέτω , ἀλλὰ τῷ Θεῷ λογιζέσθω τῷ πάντα δεδοκότι.Θέλεις ἰδεῖν οἰκονόμους πιστοὺς….».
[8] Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 12,15
[9] Ι. Χρυσοστόμου, ὁμιλία   εἰς Α΄ Κορινθίους , MPG.61,293
[10] Ι. Χρυσοστόμου, ἔνθ’ἀνωτ. MPG. 61,86  [Ἡ ψυχή σου οὐκ ἔστι σή,καὶ πῶς τὰ χρήματά ἐστι σά; οὐκ οἶδας ὅτι διὰ τοῦτο μέλλομεν ἐγκαλεῖσθαι, κακῶς αὐτοῖς χρησάμενοι ; Ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἔστιν ἡμέτερα, ἀλλὰ τοῦ Δεσπότου, εἰς τοὺς ὁμοδούλους ἐχρῆν δαπανᾶν.Τοῦτο γοῦν καὶ ὁ πλούσιος ἐκεῖνος ἐνεκαλεῖτο, ὅτι μὴ ἐποίησε, καὶ οἱ μὴ θρέψαντες τὸν Κύριον». Μετάφρ.« (Αφού) η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι (δυνατόν) να είναι δικά σου τα χρήματα; Δεν αντελήφθηκες ότι για αυτό το λόγο θα κριθούμε στο μέλλον, αυτοί που τα χρησιμοποιήσαμε με κακό τρόπο; Επειδή δε δεν είναι δικά μας, αλλά του Κυριάρχου (Θεού) θα έπρεπε να τα δαπανάμε για τους συνυπηκόους (ομοδούλους) . Γι αυτό λοιπόν κατακρινόταν και εκείνος ο πλούσιος (της παραβολής), επειδή δεν έκαμε, όπως και εκείνοι που κατακρίνονταν ότι δεν έδωσαν τροφή στον Θεό (Κύριο)».
[11] MPG.61, «Μὴ τοίνυν λέγε ¨ ὅτι τὰ ἐμαυτοῦ ἀναλίσκω, καὶ ἐκ τῶν ἐμαυτοῦ τρυφῶ¨. Οὐκ ἀπὸ των σεαυτοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων· ἀλλοτρίων δὲ λέγω, ἐπειδὴ σὺ βούλει· ἐπεὶ σὰ βούλεται εἶναι ὁ Θεὸς τὰ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἐγχειρισθέντα σοι»
[12] «γίνεται δὲ σὰ τὰ ἀλλότρια, ἄν εἰς ἑτέρους ἀναλώσῃς· ἄν δὲ εἰς σαυτὸν ἀναλώσῃς ἀφειδῶς, ἀλλότρια γέγονε τὰ σά».
[13] «Επειδή γαρ ωμώς αυτοίς κέχρησαι, καὶ λέγεις, ὅτι ‘’ τα εμά εις εμήν απόλαυσιν μόνον αναλωθήναι δίκαιον, δια τούτο αλλότρια αυτά λέγω»[13].
[14] «Κοινά γαρ εστι σα και του συνδούλου, ώσπερ ήλιος κοινός και αήρ και γη και τα άλλα πάντα».
[15] Ι.Χρυσοστόμου, ένθ’. ἀν.MPG 61,86
[16] «Ἄν δὲ κοινὴ γένηται, κἄκείνου καὶ πάντων ἐστὶν ἴδια. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων, ἄν σὺ μόνος ἀπολαύςῃς, καὶ σὺ ἀπώλεσας. Οὐ γὰρ αὐτῶν καρπώσῃ τὸν μισθόν· ἄν δὲ μετὰ τῶν ἄλλων κτήσῃ, τότε μᾶλλον ἔσται σά, καὶ τότε καρπώσῃ τὴν ὠφέλειαν»
[17] «δ΄ Καὶ ἵνα σαφέστερον ὅ λέγω γένηται, ἡ τροφὴ τοῦ σώματος ἡ κοινὴ δεδομένη τοῖς μέλεσιν,ἐὰν εἰς ἓν ἒλθῃ μέλος, κἀκείνου λοιπὸν ἀλλοτρία γίνεται. Ὅταν γὰρ μὴ δυνηθῃ πεφθῆναι μηδὲ θρέψαι, ἀλλοτρία κἀκείνου γέγονεν. Ἂν δὲ κοινὴ γένηται, κἀκείνου καὶ πάντων ἐστίν ἰδία. Οὓτω καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων, ἂν σὺ μόνος ἀπολαύσῃς, καὶ σὺ ἀπώλεσας. Οὐ γὰρ αὐτῶν καρπώσῃ τὸν μισθόν, ἂν δὲ μετὰ τῶν ἄλλων κτήσῃ, τότε μᾶλλον ἒσται σά, καὶ τότε καρπώσῃ τὴν ὠφέλειαν. Οὐχ ὁρᾷς ὅτι χεῖρες διακονοῦνται, καὶ στόμα λεαίνει, καὶ γαστὴρ δέχεται; μὴ λέγει ἡ γαστήρ, Ἐπειδὴ ἐδεξάμην , ὀφείλω τὸ πᾶν κατέχειν;Μὴ τοίνυν, μηδὲ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦτο σὺ λέγε· τοῦ γὰρ δεχομένου, τὸ μεταδιδόναι Ὥσπερ οὖν κακία γαστρός, τὸ κατέχειν τὰ βρώματα, καὶ μὴ διανέμειν παντὶ τῷ σώματι κυμαίνεται· οὑτω κακία τῶν πλουτούντων, τὸ κατέχειν ὃπερ ἔχουσι παρ’ ἑαυτοῖς· τοῦτο γὰρ καὶ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἀπόλλυσιν».
[18] The Historical Roots of Our Ecological Crisis, περιοδικό Science τόμ.155 (1967), αρ.3767(10 Μαρτίου ),σελ.106 εξ.
[19] Η ορθογραφική παρέκκλιση είναι σκόπιμη, επειδή κατά την Γραμματική της Καθαρεύουσας, που στηρίζεται στην αττική διάλεκτο ο τύπος «ζη» παράγεται από το ρήμα «ζω», αλλά ο τύπος «ζεί» από το ρήμα «ζέω»(=βράζω). Το ζέω δεν έχει καταργηθεί στη δημοτική γλώσσα, η οποία χρησιμ οποιεί παράγωγα του (ζεμάτισμα, ζέση, ζεστό κ.ά).
[20] Βλέπε και Κωνστ. Λογοθέτου, Νεωτέρα Φιλοσοφία, εν Αθήναις 1964, σελ.141.
[21] Η λέξη σημαίνει αρχικά «τέχνη του λόγου», δηλαδή έντεχνος τρόπος διατυπώσεως του λόγου για ένα θέμα (βλ.Κλήμης Αλεξανδρέας, Παιδαγωγός Α9).Κατέληξε να σημαίνει σήμερα το μηχανικό αποτέλεσμα μιας θεωρίας, την έλλογη μηχανική κατασκευή.
[22]Μάξιμος ο Ομολογητής, ερωτ. ΝΑ,Corpus Christianorum s. Graeca 7. Βλ. και Ηλία Οικονόμου, Θεολογική Οικολογία (Θεωρία και Πράξη),Αθήναι 1994, σελ.179
[23] Μ. Φώτιος, Αμφιλόχια ΣΝ΄ .Βλ. και Ηλία Οικονόμου, Θεολογική Οικολογία, ένθ.αν. σελ.179
[24] (Βλ.Γρηγορίου του Θεολόγου, λόγος έκτος, ειρηνικός ,MPG.35,749 C=ΒΕΠΕΣ 59,19
[25] «..το γεγονός ότι οι αμοιβαία επωφελείς συναλλαγές δεν σημαίνει ότι το εγωιστικό κίνητρο δύναται να οδηγήσει από μόνο του στη μεγιστοποίηση του κοινωνικού οφέλους »(social utility) , Ο Σμίθ «σε κανένα από τα κείμενά του δεν απέδωσε έναν ανώτερο ρόλο στην επιδίωξη του ιδίου συμφέροντος» (βλ. Πέτρου Οικονόμου, Επαναφορά της Ηθικής στην οικονομική επιστήμη, στη Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 11-11-2009).
33 David Brooks, The failures of the dismal science and the return of history, εν: International Herald Tribune, 27-28.Aug.2010

[28] Βλ. την προηγούμενη υποσημείωση D.Brooks, etc.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου