20/12/10

Δύο χρόνια διπλωματίας Ομπάμα

  
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010 12:26
dp_2012
Τον επόμενο μήνα ο πρόεδρος Ομπάμα συμπληρώνει δύο έτη στο πηδάλιο των ΗΠΑ – χρονικό διάστημα επαρκές για να επιχειρηθεί μια πρώτη αποτίμηση των πεπραγμένων του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Τα αποτελέσματα των πρόσφατων αμερικανικών αναπληρωματικών εκλογών, αλλά και τα σχόλια πολιτικών και αναλυτών, δείχνουν ότι ο κ. Ομπάμα έχει απογοητεύσει μια μερίδα Δημοκρατικών, χωρίς να έχει ικανοποιήσει τον κύριο όγκο των Ρεπουμπλικανών. Καθώς οι πρώτοι του προσάπτουν τη συνέχιση της γραμμής Μπους, ενώ οι τελευταίοι τον κατηγορούν ότι δεν την τηρεί επαρκώς. Με τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο να έχει, προφανώς, επιλέξει τον ρεαλισμό εις βάρος των ιδεολογημάτων της «δεξιάς» και «αριστεράς» του αμερικανικού πολιτικού φάσματος. (Τα εισαγωγικά για να σημειωθεί η εν πολλοίς αναντιστοιχία μεταξύ της αμερικανικής και της – γνωριμότερης σε εμάς – ευρωπαϊκής πολιτικής ορολογίας.)
***
Τον Φεβρουάριο του 2009 επισημαίναμε από την ίδια αυτή θέση, ότι «[ο] πρόεδρος Ομπάμα, ενώ επιθέτει στις εξελίξεις την έντονη προσωπική σφραγίδα του, κατατείνει παρά ταύτα προς τη συνέχιση μάλλον, παρά προς την μεταβολή, των βασικών αξόνων της αμερικανικής πολιτικής[i] Τα δρώμενα των τελευταίων είκοσι δύο μηνών επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση αυτή.
Σε μια πρώτη φάση, ο νέος πρόεδρος επεδίωξε να προβάλει και διεθνώς την εικόνα της «αλλαγής», που είχε επαγγελθεί ως υποψήφιος, «τείνοντας ανοικτή χείρα» προς τους αντιπάλους της Ουάσιγκτον. Ήλπισε άραγε ότι οι αντίπαλοι αυτοί θα μετέβαλλαν ως δια μαγείας συμπεριφορά, ή απλώς θέλησε να φανεί συνεπής με οροισμένες προεκλογικές του δεσμεύσεις, εξασφαλίζοντας συγχρόνως και ένα άλλοθι για την εν συνεχεία σκλήρυνση της στάσης του; Μόνο ο ίδιος το γνωρίζει, βέβαια – αν και η όλη προσωπικότητα και συμπεριφορά του ανδρός ευνοεί τη δεύτερη μάλλον ερμηνεία.
Το βέβαιο πάντως είναι, ότι η τακτική αυτή επιλογή του κ. Ομπάμα συνοδεύθηκε από την αποφασιστική προώθηση των κεντρικών στρατηγικών επιλογών του προκατόχου του. Όπως διαπιστώνει ένας έμπειρος δημοσιολόγος – επικαλούμενος και αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα αναρτηθέντα στον περιβόητο ιστότοπο WikiLeaks – «το στιλ του Ομπάμα φαίνεται να είναι: να συνομιλείς [engage], ναι, αλλά να κραδαίνεις συγχρόνως και ένα ρόπαλο – και να προσπαθείς να διαλύσεις τις ανά τον κόσμο αμφιβολίες ως προς την βούλησή σου να το χρησιμοποιήσεις[ii]
Στο μέτρο δε που απέβησαν εμφανείς οι πραγματικές διαθέσεις του Αμερικανού προέδρου, φυσικό ήταν όσοι ανά την υφήλιο – και ήσαν πολλοί – προσέβλεπαν στην υποβάθμιση, κατ’ ουσίαν, του ηγετικού ρόλου της αμερικανικής υπερδύναμης να απογοητευθούν. Οι Ευρωπαίοι ειδικότερα, όπως παρατηρεί γνωστός αναλυτής, «φαντάστηκαν ότι ο Ομπάμα θα τους επέτρεπε να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή επί της αμερικανικής πολιτικής – και ιδίως ότι θα τους ζητούσε μειωμένη συμβολή. Ενώ στην πραγματικότητα ο Ομπάμα απέβλεψε σε μια στενότερη συνεργασία με τους Ευρωπαίους προκειμένου να καταστεί δυνατή η αυξημένη ευρωπαϊκή συμπαράσταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, την αρχική άνθιση του ειδυλλίου με την απονομή του Βραβείου Νόμπελ της Ειρήνης ακολούθησε ο μαρασμός του, με τους Ευρωπαίους να ανακαλύπτουν ότι ο Ομπάμα ήταν απλώς άλλος ένας Αμερικανός πρόεδρος.».[iii]

Εκτός, όμως, από τις ευρωπαϊκές, διαψεύσθηκαν και οι όποιες αμερικανικές προσδοκίες. Καθώς οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όχι μόνο έχουν αποφύγει να αυξήσουν ουσιαστικά τη συμβολή τους στο – αποφασιστικής σημασίας για την Ουάσιγκτον – κοινό αφγανικό εγχείρημα, αλλά και ήδη εξαγγέλλουν, ο ένας μετά τον άλλο, την πρόθεσή τους να μειώσουν ή και να αποσύρουν εξ ολοκλήρου τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από το Αφγανιστάν. 
***
Η μόνη – όλως σχετική άλλωστε – θετική ανταπόκριση στα ανοίγματα του κ. Ομπάμα προήλθε από την πλευρά της Ρωσίας. Έναντι της οποίας ο σημερινός πρόεδρος υιοθέτησε τη γνωστή πολιτική της «επανεκκίνησης» των διμερών σχέσεων, προσφέροντας ως δέλεαρ την – μικρού, κατά τα άλλα, πραγματικού κόστους για την αμερικανική πλευρά – εγκατάλειψη του προκλητικού υπό ρωσικό πρίσμα πολωνικού σκέλους της αντιπυραυλικής ασπίδας.
Κατά τα λοιπά, όπως κατέδειξε και η νατοϊκή σύνοδος κορυφής της Λισαβόνας, η Ουάσιγκτον συνεχίζει την από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου καταβαλλόμενη – και προσωρινώς μόνο ανακοπείσα λόγω Γεωργιανού – προσπάθεια επιλεκτικής συνεργασίας με τη Μόσχα, τόσο σε νατοϊκό, όσο και σε διμερές, πλαίσιο. Χωρίς, ωστόσο, να αγνοεί τον κίνδυνο, η ρωσική στάση έναντι της Δύσης να επηρεασθεί αρνητικά από ενδεχόμενες πολιτικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ενώ οι Ρώσοι, από την πλευρά τους, ταλαντεύονται μεταξύ, αφ’ ενός, της επιθυμίας τους να συνεργασθούν με Αμερικανούς και ΝΑΤΟ γενικότερα για την προώθηση κοινών συμφερόντων, και, αφ’ ετέρου, της καχυποψίας τους για τις δυτικές προθέσεις και της παραδοσιακής τους επιδίωξης να διασπάσουν την ευρω-ατλαντική συνοχή. Διό και οι αμερικανο-ρωσικές και γενικότερα οι ρωσο-νατοϊκές σχέσεις παραμένουν αμφίσημες και απρόβλεπτες.[iv] 
Αλλά και στα λοιπά εξωτερικά μέτωπα, η πολιτική Ομπάμα διέπεται από τη διαχρονική γεωπολιτική λογική της Ουάσιγκτον – προσαρμοσμένη βέβαια στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα στο κρίσιμο δίδυμο Ιράκ-Αφγανιστάν: Συνεχίσθηκε η επί τη βάσει των αμερικανο-ιρακινών συμφωνιών του Νοεμβρίου 2008 απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από ένα σχετικώς σταθεροποιημένο Ιράκ – με κατ’ αρχήν μεν καταληκτική ημερομηνία για την ολοκλήρωσή της τον Δεκέμβριο 2011, πλην όμως, όπως διευκρίνισε και ο Αμερικανός υπουργός αμύνης, μη αποκλειομένης και της παράτασης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.[v] Και, παραλλήλως, το κύριο βάρος της αμερικανικής πολιτικο-στρατιωτικής προσπάθειας στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο μετατοπίσθηκε προς Αφγανιστάν. Όπου, καθώς προκύπτει και από την προ ημερών δημοσιοποιηθείσα από τον Λευκό Οίκο «Ετήσια Επισκόπηση του Αφγανιστάν και του Πακιστάν», επιδίωξη, κατά το ιρακινό προηγούμενο, είναι η μέσω ενός συνδυασμού μαζικής αύξησης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και κατάλληλων πολιτικών χειρισμών εξουδετέρωση των τρομοκρατικών πυρήνων και επαρκής καθεστωτική σταθερότητα, ώστε, να καταστεί δυνατή η προοδευτική αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ Ιουλίου 2011 και Δεκεμβρίου 2014. [vi]
Ως προς το Ιράν, από την άλλη, η Ουάσιγκτον, διαπιστώνοντας την απροθυμία των Αγιατολάδων να σφίξουν το «τεταμένο χέρι» της, επανήλθε στην πάγια επί δεκαετία τουλάχιστον γραμμή της, συζευγνύουσα διπλωματικές πιέσεις και πολυμερείς και διμερείς κυρώσεις με τη «διατήρηση στο τραπέζι όλων των επιλογών» – ήτοι και της στρατιωτικής – προκειμένου να αποτραπεί η πυρηνικοποίηση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά και να αποθαρρυνθεί η ενεργός στήριξη από την Τεχεράνη ακραίων ισλαμικών οργανώσεων. Ενώ οι πρωτοβουλίες του Αμερικανού προέδρου περί το Παλαιστινιακό είχαν τελικώς την ίδια τύχη με εκείνες των προκατόχων του – με τις εγγενείς ακαμψίες των αμέσως εμπλεκομένων να παραπέμπουν την πραγμάτωση της επιδιωκόμενης «λύσης των δύο κρατών» στο αβέβαιο μέλλον. [vii]
Τέλος, την προσοχή του πρόεδρου Ομπάμα αναπόφευκτα έχει προσελκύσει και η ταχέως μεταλλασσόμενη απωανατολική πραγματικότητα. Η άνοδος, ειδικότερα, της Κίνας συνιστά μεσοπρόθεσμα, από τη δεκαετία ήδη του ’90, την πιθανώς κρισιμότερη πρόκληση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Με την αμερικανική διπλωματία και επί του σημερινού προέδρου – ο ίδιος έχει αποφανθεί ότι «οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα διαμορφώσουν τον 21ο αιώνα» – να υιοθετεί έναντι του κινεζικού γίγαντα διττή προσέγγιση: Επιζητώντας, από τη μια, τη συνεργασία του, τόσο στον οικονομικό τομέα – όπου η συνεργασία αυτή επιβάλλεται, εκτός των άλλων, από τη στενή αλληλεξάρτηση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη – όσο και για την αντιμετώπιση μείζονος σημασίας διεθνοπολιτικών προβλημάτων, όπως το Κορεατικό και το Ιρανικό. Και επιχειρώντας, από την άλλη, να τον αναχαιτίσει με ένα συνδυασμό διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων. Ενώ η όλο και στιβαρότερη, και για τους αμέσως ενδιαφερομένους συχνά ανησυχητική, πολιτεία του Πεκίνου στον ευρύτερο γεωγραφικό του χώρο ωθεί τα εκεί κράτη – από τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία έως το Βιετνάμ, τη Μαλαισία, την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες – να αναζητήσουν προστασία υπό την σκέπη της Ουάσιγκτον. Με επακόλουθο την συν τω χρόνω διαμόρφωση μιας άτυπης, υπό αμερικανική αιγίδα, αντι-σινικής συσπείρωσης.[viii]
***
Συμπερασματικώς: Διαπιστώνοντας ότι το χέρι φιλίας που τείνει προς τους αντιπάλους της χώρας του μένει εν πολλοίς μετέωρο, ο Αμερικανός πρόεδρος επανήλθε ταχέως στην ευθεία του γεωπολιτικού ρεαλισμού – εις πείσμα των δεξιόθεν και αριστερόθεν προβαλλομένων ιδεολογικών ενστάσεων. Και, κατά το προηγούμενο των προκατόχων του, έχει καταβάλει ως επί το πολύ επιτυχείς προσπάθειες για να ασκήσει τον παγκόσμιο εξισορροπητικό και, κατά περίπτωση, καταλυτικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα ρόλο που, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχισθεί για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα. Καθώς εύστοχα επισημαίνει ο διάσημος καθηγητής του Χάρβαρντ Τζόζεφ Νάι: «Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πάσχουν από ‘αυτοκρατορική υπερέκταση’. Όμως, μέχρι στιγμής, η θεωρία αυτή δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Υπό απόλυτους όρους, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρακμάζουν, ενώ, υπό σχετικούς,, το λογικώς πιθανόν είναι ότι θα παραμείνουν και στις ερχόμενες δεκαετίες ισχυρότερες από οποιοδήποτε άλλο μεμονωμένο κράτος. Είναι απίθανο οι ερχόμενες δεκαετίες να δουν τον μετα-αμερικανικό κόσμο.»[ix]
 


[i] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Ομπάμα: Ο πρώτος μήνας στον Λευκό Οίκο, “Διπλωματικό Περισκόπιο”, 22-2-2009.
[ii] Βλ. David Sanger, Week in Review, “New York Times” 4-12-2010.
[iii] Βλ. George Friedman, The World Looks at Obama After the U.S. Midterm Election, “STRATFOR” (http://www.stratfor.com, 4-11-2010. Ενώ ο τακτικός αρθρογράφος των “Financial Times” Philip Stephens παρατηρεί ότι «ούτως ή άλλως, οι Ευρωπαίοι δεν είναι ποτέ ικανοποιημένοι. Θέλουν να μένουν στην πάντα, ενώ η Αμερική τακτοποιεί τα πράγματα, αλλά και δεν ανέχονται τη σκέψη ότι αποκλείονται.» Βλ. Allies may fret but Obama understands America’s role, FT, 15-7-2010.
[iv] Για μια αναλυτικότερη, πρόσφατη παρουσίαση του όλου θέματος, βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Η νατοϊκή σύνοδος κορυφής της Λισαβόνας, “Διπλωματικό Περισκόπιο”, 4-12-2010.
[v] Βλ. Anne Gearan, Gates: US open to request from Iraq to stay, Associated Press, 9-11-2010. Καθησυχαστικός ως προς τις προοπτικές στο Ιράκ είναι ο γνωστός αρθρογράφος David Ignatius. Βλ. άρθρο του υπό το τίτλο What’s next in Iraq?, στην “Washington Post” της 14ης Δεκεμβρίου 2010.
[vi] Βλ. Overview of the Afghanistan and Pakistan Annual Review, “Wall Street Journal”, 16-12-2010. Για την επιτυχία της αφγανικής στρατηγικής του, ο πρόεδρος Ομπάμα επενδύει μεγάλες ελπίδες στον νέο Αμερικανό και συνάμα νατοϊκό αρχιστράτηγο στο Αφγανιστάν στρατηγό David Petraeus. Βλ. Helene Cooper, David E. Sanger and Thom Shanker, Once Wary, Obama Now Relies on Petraeus, “New York Times”, 16-9-2010.
[vii] Ο Γάλλος πρώην υπουργός εξωτερικών και βουλευτής Hervé de Charette παρατηρεί συναφώς, ότι, «υπό τις κρατούσες συνθήκες», επιμένοντας στην αναζήτηση λύσης του Παλαιστινιακού «[χ]ωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας, ο Αμερικανός πρόεδρος...θα αποξένωνε...τους Εβραίους ψηφοφόρους, καθοριστικούς για την επιτυχία του στις προσεχείς προεδρικές εκλογές...Πρόοδος δεν αποκλείεται. Ο Μπάρακ Οπάμα έχει αποδείξει ότι αναζητεί ειλικρινώς μια δίκαιη ειρήνη. Αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές: Είναι πλέον ή πιθανόν ότι θα παρασιωπήσει έως τις προεδρικές εκλογές την επίλυση αυτής της σύγκρουσης, και ότι θα επαναλάβει την προσπάθεια αφού εκλεγεί.» Βλ. La politique étrangère de Barack Obama après sa défaite aux mid-terms, “Le Monde”, 15-12-2010.
[viii] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων: Mure Dickie, Japan to shift military towards China threat, “Financial Times”, 13-12-2010. Laure Mandeville, Washington s’impose en Asie face à la puissance chinoise, “Le Figaro”, 10-11-2010. Ben Bland, Geoff Dyer, US pushes back against China on maritime disputes, “Financial Times”, 11-10-2010. Minxin Pei, Obama is right to be hard-nosed on China, “Financial Times”, 30-8-2010. Obama: U.S.-China relations to shape 21st century, USA TODAY, 27-7-2010. Q&A With Robert Kaplan on China, “Foreign Affairs” http://www.foreignaffairs.com/print/66372, 7-5-2010.
[ix] Βλ. Joseph S. Nye Jr., The Future of American Power, “Foreign Affairs”, November-December 2010 issue.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου