20/11/10

Το μήνυμα των εκλογών: Απουσία εναλλακτικής πρότασης εξουσίας

  
Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010 09:19
Οι εκλογές της 14ης Νοεμβρίου επιβεβαίωσαν μια ήδη από καιρό εμφανή πραγματικότητα: την εχθρική αποστασιοποίηση της πλειοψηφίας των Ελλήνων ψηφοφόρων από τα υπάρχοντα κομματικά σχήματα και τους ανθρώπους που τα διαχειρίζονται. Πρόκειται για ένα φαινόμενο από μακρού κυοφορούμενο, αλλά στην εκκόλαψη του οποίου η οικονομική συγκυρία έδωσε την αποφασιστική ώθηση. Και το οποίο σηματοδοτεί βαθειά κρίση της ελληνικής πολιτικής ζωής.
 Χωρίς, ωστόσο, να προσφέρει και λύση. Αφ’ εαυτής, η εντυπωσιακή καταδίκη της ανικανότητας και της διαφθοράς των υποτιθέμενων ταγών μας – διότι αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα της μαζικής αποχής και του διογκωμένου αριθμού λευκών και άκυρων ψηφοδελτίων – δεν αποτελεί εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Και όμως το αίτημα των καιρών είναι η εμφάνιση μιας αξιόπιστης πολιτικής ηγεσίας στην υπηρεσία ενός αξιόπιστου κυβερνητικού προγράμματος. Με άλλες λέξεις το κυρίως ζητούμενο είναι η φερεγγυότητα των πολιτικών και άρα και η αποτελεσματικότητα της πολιτικής τους. Διότι η ακαταλληλότητα των προσώπων συνεπάγεται αφεύκτως και την αναποτελεσματικότητα των δρωμένων τους.
 Κατά τις τελευταίες, τουλάχιστον, δεκαετίες, οι διαδοχικές κυβερνήσεις φάνηκαν ανίκανες να υλοποιήσουν τις επαγγελίες τους, έστω και όταν αυτές εκινούντο προς τη σωστή κατεύθυνση. Και η εκάστοτε αντιπολίτευση δημαγωγούσε αποπροσανατολιστικά, τοποθετούμενη αυτομάτως στους αντίποδες των όποιων κυβερνητικών θέσεων, ακόμη και των ορθότερων, προκειμένου να σκαρφαλώσει στην εξουσία. Με την παθογένεια αυτή του πολιτικού μας βίου να συμπυκνώνεται αυτή τη στιγμή στην επικοινωνιακή διαμάχη περί το περιώνυμο «Μνημόνιο».
 Η στοιχειώδης λογική πείθει ότι, χονδρικώς, τα επώδυνα μέτρα που προβλέπει η συμφωνία μας με την ΕΕ και το ΔΝΤ είναι αναπόδραστα, αν η χώρα πρόκειται ποτέ να ανασυνταχθεί δημοσιονομικά και οικονομικά. Ειδικότερα, ανεξαρτήτως «μνημονιακών» επιταγών, η δραστική αναμόρφωση-συρρίκνωση του υπερτροφικού, σπάταλου και συνεπώς αντιπαραγωγικού κρατικού τομέα αποτελεί προφανή προϋπόθεση για την ανάκαμψη της οικονομίας μας. Ωστόσο το Μνημόνιο μας εξυπηρετεί διττώς: Αφ’ ενός, μας παρέχει τη χρηματοπιστωτική αιμοδοσία που έχει αποτρέψει μέχρι στιγμής τη χρεοκοπία μας. Και, αφ’ ετέρου, προσφέρει στους περιδεείς ταγούς μας το άλλοθι της ξένης πίεσης, προκειμένου να πράξουν τα αυτονόητα.
 Το δυστύχημα, όμως, είναι ότι, όπως και στο παρελθόν, έτσι και τώρα οι κυβερνώντες μας αποδεικνύονται συλλογικώς ανεπαρκείς. Δεκατέσσερις μήνες αφότου η σημερινή κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της, η κρατική μηχανή παραμένει απελπιστικά δυσλειτουργική, καθιστώντας έτσι ανέφικτη την ευόδωση ακόμη και της αρίστης θεωρητικώς οικονομικής πολιτικής. Όπως εμφανίζονται αυτή τη στιγμή οι προοπτικές της οικονομίας μας, θα πρέπει να λογιζόμαστε ευτυχείς, αν στα αμέσως επόμενα χρόνια κατορθώσουμε να κρατήσουμε το κεφάλι της έξω από το νερό. Χωρίς αυτό ποσώς να σημαίνει, ότι ο κίνδυνος ενός απότομου καταποντισμού της έχει παρέλθει..
 Πρόκειται φυσικά για κατάντημα – στο μέτρο ιδίως που η οικονομική ευρωστία αποτελεί βασικό παράγοντα της εθνικής μας ισχύος. Τόσω μάλλον που η κρατική μας αβελτηρία αποδυναμώνει και τις λοιπές καίριες συνιστώσες της ισχύος αυτής – και ειδικότερα την Παιδεία, το Εθνικό Σύστημα Υγείας, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τις Δυνάμεις Ασφαλείας, και τη Διπλωματική Υπηρεσία.
 Το δέον γενέσθαι είναι γνωστό από καιρό. (Επί παραδείγματι, ο συντάκτης του παρόντος το είχε παρουσιάσει αναλυτικώς την επομένη της συγκρότησης της κυβέρνησης Καραμανλή το 2004, σε βιβλίο, του οποίου τα κυριότερα σχετικά σημεία είναι ανηρτημένα στο Διπλωματικό Περισκόπιο.) Χρειάζονται όμως οι άνθρωποι που θα το κάνουν πράξη. Η κυβέρνηση, δυστυχώς, έχει ήδη δώσει δείγμα γραφής: Και να θέλει, δεν μπορεί. Ενώ – εξ ίσου απογοητευτικό – οι διάφορες αντιπολιτευτικές δυνάμεις, με προεξάρχουσα τη «μείζονα», ελέγχονται ως ακράτως δημαγωγικές, στελεχιακά προβληματικές και συνεπώς αφερέγγυες.
 Σε τελευταία ανάλυση, το ελληνικό πολιτικό πρόβλημα συμπυκνώνεται στο απελπιστικά χαμηλό, κατά μέσον όρο, επίπεδο του πολιτικού μας προσωπικού. Στην ηγετική και διαχειριστική ανεπάρκειά τους. Αλλά και στο έλλειμμα ήθους που χαρακτηρίζει πάρα πολλούς μεταξύ τους. Ίσως δε η ηθική αυτή διάσταση να είναι και η κρισιμότερη.
 Η αντίληψη ότι μεταξύ πολιτικής και ατομικής ηθικής, ιδιαίτατα σε ό,τι αφορά στις οικονομικές δοσοληψίες, αλλά ασφαλώς όχι μόνο ως προς αυτές, πρέπει να υφίσταται διαχωριστικό τοιχίο – ότι η «ιδιωτική» ζωή των επί σκηνής πολιτικών ανδρών και γυναικών είναι δική τους υπόθεση – είναι εσφαλμένη κα αποπροσανατολιστική. Και άρα επικίνδυνη. Καθώς, τόσο ως διαχειριστής της εξουσίας, όσο και ως πρότυπο για τους λοιπούς πολίτες, ο πολιτικός ασκεί καθοριστική επίδραση στο κοινωνικό και κατ’ επέκταση στο εθνικό γίγνεσθαι. Μια επίδραση που αυτή τη στιγμή αποδεικνύεται ολέθρια. Ενώ, ως προς τις διαπρύσιες δημόσιες διακηρύξεις εντιμότητας των ενδιαφερομένων ισχύει κατ’ αναλογίαν η γνωστή ρήση, πως αν μια γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να δηλώσει ότι είναι «Κυρία», δεν είναι.
 Ανόρθωση επομένως των εθνικών μας πραγμάτων μέσω του πολιτικού κατεστημένου δεν πρέπει να αναμένεται. Εκ των δύο εν: Είτε η Ελλάδα θα συνεχίσει την παρακμιακή της κατολίσθηση. Είτε από τα σπλάχνα της δοκιμαζομένης ελληνικής κοινωνίας θα αναδειχθεί μια νέα, υγιής πολιτική δύναμη, ικανή να αναλάβει το τιτάνειο έργο της εθνικής μας ανασυγκρότησης. Θα μπορούσαμε ίσως να περιγράψουμε τη δύναμη αυτή ως το «κόμμα» των σοβαρών και έντιμων Ελλήνων. Ότι οι Έλληνες αυτοί υπάρχουν είναι βέβαιο. Πάντα υπήρχαν. Θα μιλήσουν όμως;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου