4/10/10

Κράτος και οικονομική πολιτική: Διαλύοντας κάποιες ευρύτατα διαδεδομένες πλάνες

  
Δευτέρα, 04 Οκτωβρίου 2010 07:38
Η οικονομική κρίση που χτύπησε τη χώρα μας πριν από ένα περίπου χρόνο προκάλεσε, εύλογα, πανικό στους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας. Αποκαλύφθηκε έτσι, σ’όλο της το τραγικό μεγαλείο, μια πλήρης έλλειψη αρχών στη χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής. Ένα ελάχιστα μνημονευόμενο συμπέρασμα από την γενική κατάσταση που βιώνουμε είναι ότι η κρίση μας βρήκε απροετοίμαστους: απροετοίμαστους να την αντιμετωπίσουμε και πρώτα απ όλα, απροετοίμαστους να την κατανοήσουμε. Αυτό το- κατά βάση- ιδεολογικό κενό, που αναμφίβολα χαρακτηρίζει το σύγχρονο δικομματισμό, έσπευσαν να το γεμίσουν διανοούμενοι,δημοσιογράφοι και δημοσιολόγοι –θητεύσαντες ως επί το πλείστον στην αριστερά-, με κάποτε ευφάνταστες,συχνά ακραίες, και σχεδόν πάντοτε ουτοπικές προτάσεις «επίλυσης» της κρίσης. Όπως όμως θα δούμε, οι βασικότερες από τις προτάσεις που εκστομίζονται, ελαφρά τη καρδία, από σοσιαλιστές και μη, έχουν σαθρά θεμέλια,και σκοτεινή ιστορία.
Συχνά,φερ’ειπείν, διατυπώνεται στα τηλεπαράθυρα και γράφεται στον τύπο, η «ανάγκη» ενίσχυσης ή και κρατικοποίησης των προβληματικών επιχειρήσεων με στόχο τη σωτηρία τους από την οικονομική καταστροφή. Το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της πρότασης φαντάζει ακαταμάχητο: οι πτωχευμένες επιχειρήσεις θα βαρύνουν στο παθητικό της βιομηχανικής παραγωγής οξύνοντας περαιτέρω την κρίση.Συνεπώς πρέπει να διασωθούν για το καλό της «κοινωνίας». Το πρόβλημα είναι ότι η λύση αυτή δοκιμάστηκε στην Ελλάδα.Και απέτυχε παταγωδώς. Στο τέλος του Ιανουαρίου του 1982 ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Α. Μαγκάκης κατήρτισε κατάλογο με τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και τον Ιούνιο του 1983 κατατέθηκε στη βουλή νομοσχέδιο για τη σύσταση του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων. Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά: Το κόστος εφαρμογής του σχετικού νόμου υπολογίστηκε το 1989 στα 692 δισεκατομμύρια δραχμές. Ο κάθε εργαζόμενος στις επιχειρήσεις αυτές βρέθηκε ότι στοίχιζε στον Έλληνα φορολογούμενο 6 εκατομμύρια δρχ ετησίως έναντι 2 εκ που στοίχιζαν οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ούτε οι μετοχοποιήσεις του 1986 έσωσαν την κατάσταση, και έτσι το 1990 το Δημόσιο συνέχιζε να έχει ζημιές της τάξεως των 215 δις δραχμών. Κληρονομιά του ΟΟΑΕ και η ΛΑΡΚΟ που ακόμα και σήμερα , καταχρεωμένη ούσα , συνεχίζει να ταλαιπωρεί το δημόσιο. Η συντήρηση νεκρών επιχειρήσεων, παρότι φαινομενικά «σωτήρια» για τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας, μακροπρόθεσμα υποθηκεύει το μέλλον των πολιτών, καθώς «κοινωνικοποιεί» τα χρέη των ιδιωτικών εταιριών, μετακυλίοντας τα στο δημόσιο τομέα.
Ακόμα πιο ριζοσπαστικό μέτρο, που προτείνεται ευρέως από τη σύγχρονη αριστερά,και κάποιες λαικιστικές συνιστώσες της κεντροαριστεράς είναι η κρατικοποίηση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Κυρίαρχο σ αυτή τη συλλογιστική είναι το επιχείρημα της υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος έναντι των «αδηφάγων» τραπεζιτών και μεγαλοβιομηχάνων. Η επιχειρηματολογία είναι ίδια , ή έστω παρόμοια με αυτή του μακρινού 1975, όταν κρατικοποιήθηκε ο Όμιλος Ανδρεάδη με όλα τα εμπορικά,ασφαλιστικά και χρηματοπιστωτικά του ιδρύματα (όμιλος της Εμπορικής Τράπεζας). Θυμίζουμε ότι τότε, με αστραπιαίες διαδικασίες συγκλήθηκε έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο και εν συνεχεία συντάχθηκε πράξη νομοθετικού περιεχομένου για την κρατικοποίηση της Εμπορικής, η οποία ξημερώματα, με την υπογραφή του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ.Η πορεία του Ομίλου δε δικαίωσε τους πόθους όσων επιδίωξαν τη κρατικοποίησή του. Το αποτέλεσμα ήταν να επαν-ιδιωτικοποιηθεί σταδιακά , αρχής γενομένης από τις μικρότερες τράπεζες (Ιονική,Πειραιώς), και τελικά να πωληθεί και η ίδια η Εμπορική Τράπεζα στον Γαλλικό κολοσσό Credit Agricole. Σήμερα δε, η, ακόμα κρατική, Αγροτική Τράπεζα βρίσκεται σε κεφαλαιακό αδιέξοδο, έχοντας ήδη προσφύγει στο «πακέτο σωτηρίας» του Νόμου Αλογοσκούφη για τις Τράπεζες, εισπράττοντας περίπου 2 δις ευρώ για την ικανοποίηση άμεσων κεφαλαιακών αναγκών της. Συνεπώς,όπως αποδείχθηκε στην πράξη, η ύπαρξη κρατικών τραπεζών δεν εξασφαλίζει επ’ ουδενί την οικονομική σταθερότητα και την ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αντίθετα γεννά σοβαρά ζητήματα διαχείρισης και κατασπατάλησης των δημόσιων πόρων.
Ακούραστες στον ουτοπισμό τους, οι ιδεολογικά στρατευμένες γραφίδες του εγχώριου τύπου , αναπολούν συχνά την προ-ευρώ εποχή, όταν η εθνική κυβέρνηση είχε υπό τον πλήρη έλεγχο της τη νομισματική πολιτική, και μπορούσε έτσι να «εξομαλύνει» τις κρίσεις. Στην πραγματικότητα, αυτός ο ευρύτατα διαδεδομένος μύθος, ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε στη χώρα μας. Αντίθετα, οι αλόγιστες νομισματικές επιλογές των πολιτικών ταγών ήταν υπεύθυνες για διαδοχικά πληθωριστικά κύματα: από το 31% του πληθωρισμού το 1973, στο «επεκτατικό» 26,3% του Δεκεμβρίου 1980, στο «σταθεροποιητικό» 25% του 1985, το «εύφορο» 20% του 1990 και το «εξυγιαντικό»(!) 14,4% του 1992. Σε επιστολή του (19 Μαρτίου 1990), προς τον Ξενοφώντα Ζολώτα, ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ σημείωνε μεταξύ άλλων τα εξής: « η νομισματική πολιτική δεν κατόρθωσε να επιτύχει τους στόχους της δεδομένου ότι η αύξηση στην κυκλοφορία του χρήματος (...) ανέρχεται σε 24%.(...) Η αύξηση των τιμών επιταχύνθηκε, φτάνοντας το 15%, ποσοστό ανώτερο κατά δέκα μονάδες του κοινοτικού μέσου όρου». Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του Απριλίου του 1990 συμπέραινε πως «η νομισματική και πιστωτική επέκταση κινείται με ταχείς ρυθμούς» με καταστροφικές επιπτώσεις στην παραγωγική διαδικασία.
Αυτή η νομισματική ανωριμότητα της ελληνικής πολιτικής τάξης, δεν είναι τυχαία. Εξηγείται απόλυτα υπό το φως του μακροοικονομικού λαικισμού που χαρακτήρισε τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Ευάλωτες σε οικονομικές διεκδικήσεις καλά δικτυωμένων κοινωνικών ομάδων, προέκριναν επεκτατικές πολιτικές (όπως απέδειξε η εμπειρία των ετών 1978-1983) που με τη σειρά τους αυξησαν τον πληθωρισμό πάνω από τα επιτόκια των καταθέσεων, μειώνοντας τον αποταμιευόμενο πλούτο. Τα πληθωριστικά προβλήματα κατέληξαν σε προγραμματισμένες υποτιμήσεις (πχ 1983 και 1985) με αποτέλεσμα να πλήγεται και πάλι η κοινωνική ευμάρεια και να τιμωρείται η παραγωγικότητα και η αποταμίευση.
Συνεπώς, αν μεταφέρουμε αυτά τα συμπεράσματα στο σήμερα, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε πως , το βάθος της σύγχρονης κρίσης, σε συνδυασμό με τον εξεγερτικό ξεσηκωμό θιγόμενων κοινωνικών ομάδων , είναι σίγουρο ότι θα οδηγούσε μια κυβέρνηση στην περαιτέρω νομισματική επέκταση , διαχέοντας έτσι τις απώλειες της κρίσης σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Άρα, η προτεινόμενη λύση της απομάκρυνσης από το Ευρώ στην καλύτερη περίπτωση θα βάθαινε και θα διαιώνιζε την κρίση σε βαθμό σχεδόν εξωφρενικό. Στη χειρότερη, απλά θα εξασφάλιζε την άνευ όρων πτώχευση της χώρας. Είναι, σχεδόν , ευλογία ότι η διαχείριση του νομίσματος δε βρίσκεται στα χέρια ανεύθυνων και λαικιστών πολιτικών.
Η κατάρριψη όμως των λαϊκιστικών προτάσεων του δικομματισμού για την καταπολέμηση της κρίσης, μας οδηγεί σε ένα μοιραίο ερώτημα: Ποιος είναι ο δρόμος που θα μας βγάλει έξω από την οικονομική διάλυση, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες; Σε αυτό εδώ το σημείωμα ,δε μπορούμε παρά να εκθέσουμε περιληπτικά, μερικές από τις πιο ρεαλιστικές προτάσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης.
Ας ξεκινήσουμε από ένα πρωταρχικό συμπέρασμα: Το πρόβλημα της Ελλάδος είναι κατά βάση πρόβλημα χρέους, δηλαδή πρόβλημα μεγέθους του Δημόσιου Τομέα. Αυτό το γιγάντιο βάρος συντρίβει τους ώμους του φορολογούμενου πολίτη και της αγοράς, μετατρέποντας μια «κρατικογενή» κρίση σε κοινωνική καταστροφή. Συνεπώς οι δομικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στην «πηγή» του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η όποια λύση απέναντι στο διαχειριστικό αδιέξοδο όπου έχουμε οδηγηθεί,θα πρέπει αναγκαστικά να προσανατολιστεί στον ακριβώς αντίθετο πόλο: στην κατεύθυνση δηλαδή του δημοσιονομικού Συντηρητισμού, του περιορισμένου δημόσιου τομέα , του «μικρού και ευέλικτου» κράτους. Αυτή η πορεία επιτάσσει τη διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου που να απαγορεύει –δομικά- τη δημοσιονομική αποχαλίνωση των κυβερνήσεων και να ενδυναμώνει τους θεσμούς της διαφάνειας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Η δυσκολία του εγχειρήματος έγκειται στην κακή ιστορική παράδοση του ελληνικού κράτους, που από ιδρύσεως του σχεδίαζε οικονομικές πολιτικές ερήμην μιας στοιχειώδους οικονομικής λογικής. Αυτό το συμπέρασμα μας βοηθά να αντιληφθούμε πως η θεραπεία της δημοσιονομικής ανευθυνότητας των διοικούντων δε θα πρέπει να αφεθεί στις αγαθές τους προθέσεις,αλλά απαιτείται να λάβει τη μορφή συνταγματικού κανόνα καθολικής εφαρμογής. Μπορούμε λοιπόν να εισηγηθούμε την προσθήκη στο Σύνταγμα ενός «κανόνα» Ισοσκελισμένου Προϋπολογισμού , ή μιας παρόμοιας διάταξης ικανής να αποτρέπει την αλόγιστη δημοσιονομική επέκταση, άρα και το μακροοικονομικό λαικισμό. Το παράδειγμα της Ελβετίας είναι χαρακτηριστικό: τη δεκαετία του 90 η κυβέρνηση της χώρας τόλμησε να εισάγει εναν υποχρεωτικό κανόνα ισοσκέλισης των δημόσιων εσόδων και εξόδων μέσα στα χρονικά πλαίσια ενός οικονομικού κύκλου. Το αποτέλεσμα; Αντίθετα με τη μισοκατεστραμμένη Ελλάδα , το κόστος δανεισμού της Ελβετίας σήμερα είναι κυριολεκτικά το χαμηλότερο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Επιπροσθέτως, ο περιορισμός του χρέους επιτάσσει τον περιορισμό του κόστους λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ο όγκος των κρατικών λειτουργιών οφείλει να μειωθεί με την πρακτική απόσυρση του δημοσίου από κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα. Μια τέτοια εξέλιξη θα σημάνει και την επιστροφή του κράτους στον ορθό, κλασικά φιλελεύθερο ρόλο του, του επόπτη της οικονομικής δραστηριότητας και εγγυητή της ασφάλειας των συναλλαγών
.Ας μιλήσουμε με παραδείγματα: Η Ελλάδα είναι η μόνη δυτική χώρα με δημόσιο μονοπώλιο στην Ανώτατη Εκπαιδευση. Το αποτέλεσμα είναι ένα απίστευτα χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, έρευνας και τεχνολογίας (των οποίων οι σχετικές δαπάνες ανέρχονται μόλις στο 0,7% του ΑΕΠ). Υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, οι ΔΕΚΟ μετατράπηκαν σε υπερχρεωμένους οργανισμούς με κόστη λειτουργίας που υπερακοντίζουν τα έσοδα. Εκατοντάδες «κέντρα», «ινστιτούτα», «επιτροπές» επιδοτούνται από τα κρατικά ταμεία. Η χώρα διαθέτει τεράστιο αριθμό –υπερχρεωμένων- συνταξιοδοτικών ταμείων σε σχέση ακόμα και με τις ΗΠΑ των 300 εκατομμυρίων κατοίκων (διαθέτουν ένα και μόνο). Οι ηλεκτρονικές κάρτες υγείας αποτελούν μακρινό όνειρο –που όμως θα έσωζε τα ταμεία και το Ε.Σ.Υ.
Μπορούμε να αναφέρουμε εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις όπου η κακοδιοίκηση και η γραφειοκρατία αναπαράγουν συνθήκες «κρίσης» , δηλαδή το φαύλο κύκλο της κατασπατάλησης πόρων και του επιγενόμενου δανεισμού. Ο εξορθολογισμός λοιπόν των κρατικών λειτουργιών θα βάλει τέλος στα παραπάνω φαινόμενα μετατρέποντας τη χώρα σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, ανοιχτό στις παγκόσμιες προκλήσεις. Ταυτόχρονα, θα επιτρέψει την αναγέννηση της εγχώριας αγοράς, με τη διευκόλυνση του επιχειρείν, την μείωση του γενικού φορολογικού βάρους και την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων στις εμπορικές διαδικασίες.
Η ιστορία των τελευταίων 30 ετών είναι ιστορία δημοσιονομικής εκτράχυνσης, παραλογισμού και εγκληματικών σφαλμάτων. Οι κυβερνήσεις και οι ομάδες πίεσης που τις κατηύθυναν υποθήκευσαν το μέλλον της χώρας παραδίδοντας το πεπρωμένο της στα χέρια των δανειστών της. Η οικονομική πολιτική σε τελευταία ανάλυση καθορίζει και ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Μέσα από μια αλυσίδα τραγικών επιλογών, η Ελλάδα έπαψε να ανήκει τόσο «στη Δύση» όπως έλεγε ο Κ.Καραμανλής όσο και «στους Έλληνες» όπως αντέτεινε ο Α.Παπανδρέου. Ανήκει πια στους δανειστές της. Ακόμα όμως και σ αυτή, τη δωδεκάτη ώρα για τη χώρα, υπάρχει περιθώριο ελπίδας και προοπτικής, αφού πρώτα αφήσουμε κατά μέρος της πλάνες των λαικιστών, και διαλύσουμε τις συστηματικές παρανοήσεις που μας ταλανίζουν. Ο δρόμος της σωτηρίας βρίσκεται στην υπευθυνότητα, το συντηρητισμό και την επαναφορά ενος κατ΄ονομα δυτικού κράτους στις παραδοσιακές δημοσιονομικές αρχές του δυτικού φιλελευθερισμού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου