25/9/10

Η αναγνώριση του Ισραήλ από την χώρα μας

  
Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010 09:15
Ιστορικό της de jure διαδικασίας αναγνώρισης
Από της συστάσεως του Κράτους του Ισραήλ, η Ελλάδα το αναγνώρισε de facto και όχι de jure. Το αναγνώριζε δηλαδή ως υπαρκτή πραγματικότητα όχι όμως ως κράτος υπό την διεθνή νομική έννοια. Αυτό είχε ως συνέπεια αρχικά να έχει τοποθετήσει μόνο Γενικό Πρόξενο στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος και εκπροσωπούσε την χώρα μας στο Ισραήλ. Σε μεταγενέστερο στάδιο τοποθετήθηκε Διπλωματικός υπάλληλος με Πρεσβευτικό βαθμό στην ισραηλινή πρωτεύουσα (Τελ-Αβίβ), υπό την ιδιότητα όμως του Μονίμου Αντιπροσώπου και όχι του Πρέσβεως.
Από τα τέλη του έτους 1986 έως και τον Μάϊο του 1990, υπηρετούσα ως διευθυντής της Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών, στην αρμοδιότητα της οποίας υπήγοντο οι σχέσεις της Ελλάδος με τον Αραβικό κόσμο.
Περί τα μέσα του 1987 επρότεινα στον τότε Υπουργό Εξωτερικών κ. Κάρολο Παπούλια (Υπουργός από 26 Ιουλίου 1985 έως 2 Ιουλίου 1989) την αναγνώριση του Ισραήλ, προβάλλοντας μία σειρά επιχειρημάτων. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι, μετά την αναγνώρισή του από την Ισπανία το 1986 είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα που δεν το αναγνώριζε, ότι το εβραϊκό lobby, κυρίως στην Ουάσιγκτων, ήταν αρκετά ισχυρό, ότι η επιρροή μας έναντι του Ισραήλ, με οποιανδήποτε κατεύθυνση επιθυμούσε η Κυβέρνηση, θα ήταν ισχυρότερη μέσω των Εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ότι ακόμη και Αραβικά Κράτη έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ (Αίγυπτος και Ιορδανία), ότι η πολιτική των Αραβικών Κρατών έναντι του Κυπριακού δεν απεδείχθη η αναμενόμενη (τα Αραβικά Κράτη ήσαν εν πολλοίς δέσμια της Ισλαμικής Διάσκεψης η οποία είχε επανειλημμένως εκφρασθεί υπέρ των ομοθρήσκων Τουρκοκυπρίων) και γενικότερα ότι η αναγνώριση θα επέφερε θετικά αποτελέσματα.
Ο ΥΠΕΞ κ. Παπούλιας μου έδωσε την συγκατάθεσή του να προετοιμάσω την αναγνώριση. Δυστυχώς όμως μετά από λίγο διάστημα και ενώ είχα αρχίσει τις διερευνητικές και απολύτως μυστικές επαφές μου με τους εδώ Πρέσβεις των Αραβικών Κρατών άρχισε η Ιntifada και η όλη προσπάθεια επάγωσε, τουλάχιστον προς στιγμήν. Ιntifada είναι αραβική λέξη και σημαίνει την αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Οι Παλαιστίνιοι άρχισαν την άοπλη στην αρχή αντίσταση κατά των Ισραηλινών στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη, αλλά και εντός του εδάφους του Ισραήλ, με ανυπακοή προς τις Αρχές, με μη καταβολή φόρων, με μποϋκοτάρισμα των ισραηλινών προϊόντων κ.λ.π. και στην συνέχεια με βίαιες και ένοπλες αντιδράσεις, όπως πετροβολισμούς εναντίον αστυνομικών αλλά και πολιτών, βόμβες Μολότωφ κ.λ.π. Βίαιες αντιδράσεις εξεδήλωσαν και εναντίον Παλαιστινίων που συνεργάζοντο με τις ισραηλινές Αρχές.
Η ανάληψη της εξουσίας από την Ν.Δ. και ο διορισμός του κ. Αντώνη Σαμαρά ως Υπουργού Εξωτερικών, την 23η Νοεμβρίου 1989, με βρήκε Διευθυντή της ίδιας πολιτικής Διεύθυνσης. Επειδή η κατάσταση στην Μέση Ανατολή παρέμενε η ίδια και δεν υπήρχε προοπτική κάποιας αλλαγής η δε Intifada συνεχίζετο και θα εξακολουθούσε να συνεχίζεται, τουλάχιστον σύμφωνα με τις δηλώσεις της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ ), εκπροσώπου του Παλαιστινιακού λαού, έκρινα σκόπιμο να επανυποβάλω την πρότασή μου περί αναγνωρίσεως του Ισραήλ, με τα ίδια επιχειρήματα, στον νέο Υπουργό.
Ο κ. Σαμαράς μου απήντησε ότι η πρόταση, ανεξαρτήτως του ορθού ή μη, έχρηζε πρωθυπουργικής συγκατάθεσης και ως εκ τούτου θα ζητούσε συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον ίδιο και τον υπογράφοντα. Η συνάντηση έλαβε χώρα, μήνες αργότερα, κατά την δεύτερη θητεία του κ. Σαμαρά ως Υπουργού Εξωτερικών (11 Απριλίου 1990 έως 14 Απριλίου 1992). Ο Πρωθυπουργός κ. Κ. Μητσοτάκης εξέφρασε στην αρχή επιφυλάξεις φοβούμενος την αντίδραση των Αραβικών Κρατών γενικότερα αλλά και πιθανές, κάθε είδους άλλες αντιδράσεις, στην χώρα μας. Διετύπωσα την άποψή μου στον Πρωθυπουργό ότι με κατάλληλη προετοιμασία και τήρηση μυστικότητας, η διαδικασία αναγνώρισης θα είχε αίσιο τέλος. Την άποψή μου είχε υιοθετήσει ο ΥΠΕΞ κ. Σαμαράς. Ο Πρωθυπουργός μου ανέθεσε, τελικά, την ευθύνη της διαδικασίας της αναγνώρισης. Εννοείται ότι κάθε ενέργεια πριν λάβει χώρα ετίθετο υπόψη του Υπουργού και εν συνεχεία του Πρωθυπουργού.
Λόγω των αναμενόμενων αντιρρήσεων και αντιδράσεων εκ μέρους των Αραβικών Κρατών, πρώτο μέλημα υπήρξε η ενημέρωσή των με επιχειρηματολογία ότι θα ήταν προς το συμφέρον τους αν οι σχέσεις μας με το Ισραήλ ελάμβαναν την μορφήν της de jure αναγνώρισης . Επισημάναμε ότι μετά την αναγνώριση θα αποτελούσαμε νόμιμο συνομιλητή του Ισραήλ και θα προωθούσαμε καλύτερα τις θέσεις μας υπέρ των Αραβικών συμφερόντων, έχοντας ισότιμη με τα λοιπά Κράτη βαρύτητα στις σχετικές αποφάσεις των Εταίρων μας στις Βρυξέλλες. Η ενημέρωση αυτή έγινε τόσο στην Αθήνα στους Πρέσβεις των Αραβικών Κρατών και στον Πρόεδρο του Αραβικού Συνδέσμου όσο και στις κατά τόπους πρωτεύουσες των Αραβικών Κρατών. Λόγω του απορρήτου της διαδικασίας και προς αποφυγή οιασδήποτε διαρροής απεφασίσθη όπως η ενημέρωση των Αραβικών Κρατών γίνει μέσω απεσταλμένων μας από τη Αθήνα και όχι από τους τοπικά διαπεπιστευμένους Πρέσβεις μας στις Αραβικές πρωτεύουσες. Το έργο αυτό ανέλαβαν οι Πρέσβεις κ.κ. Π. Οικονόμου, Γενικός Γραμματεύς την εποχή εκείνη του ΥΠΕΞ και ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματεύς Εμ. Μεγαλοκονόμος. Στον Πρέσβυ της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), στην οποίαν είχαν δοθεί, από την Ελληνική Κυβέρνηση, διπλωματικά προνόμια από το 1981, εξήγησα δια μακρών τους λόγους δια τους οποίους δεν μπορούσαμε πλέον να μη αναγνωρίσουμε το Ισραήλ. Συγχρόνως τον διεβεβαίωσα ότι θα αναβαθμίζαμε το καθεστώς της ΟΑΠ σε Γενική Αντιπροσωπεία της Παλαιστίνης, πράγμα το οποίο και έγινε. Ιδιαίτερη προσοχή κατέβαλα στην ενημέρωση των ελληνικών Αρχών Ασφαλείας προς λήψη των απαιτουμένων μέτρων για την αποφυγή τρομοκρατικών εκδηλώσεων σε ευπαθείς στόχους.
Συγχρόνως άρχισα διακριτικές επαφές με τον εδώ Μόνιμο Αντιπρόσωπο του Ισραήλ Πρέσβυ κ. Moshe Gilboa, εξηγώντας του την ανάγκη τήρησης απόλυτης εχεμύθειας, καθόσον η Ελληνική κοινή γνώμη, λόγω των συμβαινόντων στην περιοχή της Παλαιστίνης, δεν διέκειτο ευμενώς προς την αναγνώριση. Οι διαπραγματεύσεις μας διήρκεσαν περί τους δύο μήνες προκειμένου το Ισραήλ να συγκατατεθεί για το περιεχόμενο όλων των Δηλώσεων, δηλαδή τόσο της Κοινής όσο και των εθνικών των δύο Κρατών. Συγκεκριμένα η ισραηλινή πλευρά ήταν απρόθυμη στην αναφορά του Πατριαρχείου μας στην εθνική της Δήλωση αφού, κατ’ αυτήν, η προστασία του Πατριαρχείου εκαλύπτετο από την ρητή αναφορά προστασίας όλων των θρησκευτικών Κοινοτήτων («…Worship of all religious communities…»). Ωσαύτως ήταν αντίθετη με το τόσο φιλοαραβικό, κατ’ αυτήν, κείμενο της εθνικής μας Δήλωσης. Αντιρρήσεις είχε επίσης, αν και όχι πολύ σοβαρές, και στην αναβάθμιση του καθεστώτος της εδώ Αντιπροσωπείας της ΟΑΠ. Ήσαν τόσες οι προσπάθειές μου για την αποδοχή του περιεχομένου όλων των Δηλώσεων από τους Ισραηλινούς ώστε δεν πρόσεξα, και κανείς δεν πρόσεξε, ότι στο προοίμιο αλλά και στο κείμενο της ισραηλινής εθνικής Δήλωσης αναγράφεται « Τhe Hellenic Republic of Greece » (!). Μετά την έγκριση του κειμένου της κοινής Δήλωσης αλλά και των δύο εθνικών Δηλώσεων από τον Υπουργό κ. Σαμαρά και τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη, παρώτρυνα τον Ισραηλινό Πρέσβυ κ. Gilboa να μεριμνήσει για την ταχεία ενημέρωση του Υπουργού Εξωτερικών του Ισραήλ κ. Ahrens ώστε να δοθεί εκ μέρους του το πράσινο φως για την οριστικοποίηση της διαδικασίας αναγνώρισης. O κ. Gilboa μου απήντησε ότι έπρεπε να μεταβεί στο Ισραήλ για την ενημέρωση του Υπουργού του. Του υπέδειξα όπως ζητήσει τηλεγραφικώς ή ακόμη και τηλεφωνικώς την συγκατάθεσή του προκειμένου να υπογραφεί το κείμενο της Κοινής Δήλωσης και να γίνουν αποδεκτά τα κείμενα των εθνικών Δηλώσεων από τον ίδιο ή άλλο εκπρόσωπο του γιατί κάθε καθυστέρηση, δεδομένων των συνθηκών στα κατεχόμενα, εκινδύνευε να ματαιώσει το όλο εγχείρημα. Ο κ. Ahrens έδωσε την   συγκατάθεσή του και έτσι το μόνο που απέμενε ήταν η ημερομηνία και ο τόπος   υπογραφής. Ο κ. Gilboa προτιμούσε την 20ή Μαΐου και εγώ του αντέτεινα επιμόνως την 21η.
Η υπογραφή αποφασίστηκε να γίνει στις Βρυξέλλες από τον Γενικό Γραμματέα Πρέσβυ κ. Π. Οικονόμου, στην κατοικία του Μονίμου Αντιπροσώπου Πρέσβυ κ. Κ. Λυμπερόπουλου. Επειδή όμως την τελευταία στιγμή επληροφορηθήκαμε ότι ο κ. Λυμπερόπουλος θα απουσίαζε την 21η Μαΐου από τις Βρυξέλλες παρακαλέσαμε τον διμερή μας Πρέσβυ κ. Κ. Ηλιόπουλο να παρουσιασθεί ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος προκειμένου να γίνει χωρίς προσκόμματα η υπογραφή.
Το πρωΐ της 21ης Μαΐου μου τηλεφώνησε ο Υπουργός κ. Σαμαράς να μεταβώ, πριν φύγουμε με τον Γενικό Γραμματέα κ. Οικονόμου για τις Βρυξέλλες, στην οικία του γιατί «είχε κάποια σημαντική πληροφορία η οποία θα ανέτρεπε την όλη διαδικασία». Ο κ. Σαμαράς μου είπε ότι ο τότε Πρέσβυς μας στο Λονδίνο Γ. Παπούλιας τον ενημέρωσε, ενωρίς το πρωΐ, ότι έγινε σφαγή έξι Παλαιστινίων στα Κατεχόμενα. Ο Πρέσβυς μας Γ. Παπούλιας, ενημερωθείς, τότε, από τον Υπουργό, εξέφρασε την αντίρρησή του τονίζοντας ότι αν υπεγράφετο την στιγμή εκείνη η αναγνώριση το πολιτικό κόστος θα ήταν δυσβάστακτο. Την άποψη αυτή έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν ο κ. Υπουργός. Επέμεινα στον κ. Σαμαρά να προχωρήσουμε στην αποφασισθείσα αναγνώριση και να μη χάσουμε το momentum διότι, όπως έχουν τα πράγματα, δολοφονίες καθώς και βομβιστικές και τρομοκρατικές ενέργειες πάντα θα υπάρχουν, τουλάχιστον μέχρι της διευθετήσεως του Παλαιστινιακού. Τον παρεκάλεσα όπως, λόγω της σοβαρότητος του θέματος, επικοινωνήσει με τον Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη αλλά να του πεί και την δική μου άποψη. Ο κ. Μητσοτάκης έδωσε το πράσινο φως και έτσι ταξιδεύσαμε με τον κ. Π. Οικονόμου στις Βρυξέλλες. Η υπογραφή της Κοινής καθώς και των εθνικών Δηλώσεων έγινε από ελληνικής πλευράς από τον Πρέσβυ κ. Παν. Οικονόμου και από ισραηλινής από τον Γενικό Δ/ντή του Ισραηλινού ΥΠΕΞ, κ. Reuven Merchav. Μετά την υπογραφή επιστρέψαμε αυθημερόν στην Αθήνα.
Τα θέματα ασφαλείας τόσο κατά την πτήση όσο και κατά την ολιγόωρο παραμονή μας στην Βελγική πρωτεύουσα είχε αναλάβει η ισραηλινή πλευρά. Αξίζει να σημειωθεί ότι έξω από την κατοικία του Μονίμου μας Αντιπροσώπου διέκρινε κανείς την επιτήρησή της από άνδρες ασφαλείας του Ισραήλ.
Πρέπει να επισημανθεί ότι ουδεμία αντίδραση έλαβε χώρα ούτε
στο Εξωτερικό ούτε στην Ελλάδα παρά την δημόσια αναγγελία περί συνάψεως διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ. Συγχρόνως με την αναγγελία της συνάψεως κανονικών διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ αναγγείλαμε επισήμως και την αναβάθμιση των σχέσεών μας με την Παλαιστίνη μετατρέποντας την εδώ διαπεπιστευμένη Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης σε «Γενική Αντιπροσωπεία της Παλαιστίνης».
Μετά από μικρό χρονικό διάστημα ο ΥΠΕΞ κ. Σαμαράς, κατόπιν προτάσεώς μου, προσέφερε γεύμα στο Υπουργείο Εξωτερικών προς τιμήν του Πρέσβυ πλέον και όχι Μονίμου Αντιπροσώπου του Ισραήλ κ. Gilboa, στο οποίο εκλήθησαν Έλληνες Υπουργοί, ξένοι Πρέσβεις και υπηρεσιακοί παράγοντες. Ο κ. Gilboa ευχαρίστησε τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εξωτερικών και τον υπογράφοντα στον οποίο μάλιστα εξέφρασε την απορία του για την επιμονή του όπως η υπογραφή γίνει την 21η και όχι την 20η Μαΐου. Συγχρόνως εκάλεσε τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εξωτερικών και τον υπογράφοντα σε πρώτη επίσημη επίσκεψη στο Ισραήλ. Μετά την προσφώνηση του κ. Υπουργού έλαβα το λόγο απλώς για να λύσω την απορία του ισραηλινού συναδέλφου επισημαίνοντας ότι προτιμούσα διακαώς την 21η Μαΐου για να ενθυμούμαι πάντοτε ότι η υπογραφή της αναγνώρισης συνέπιπτε με την ημέρα των γενεθλίων μου!
Η επίσημη επίσκεψη έλαβε χώρα, αν ενθυμούμαι καλώς, το επόμενο έτος αλλά δυστυχώς δεν απετέλεσα μέλος της Αντιπροσωπείας μας καίτοι ήμουν ονομαστικά προσκεκλημένος από το Ισραήλ, ενώ στην Αντιπροσωπεία συμπεριελήφθησαν, μεταξύ πολλών υπηρεσιακών παραγόντων, και αρκετοί συνάδελφοι διατελέσαντες στο παρελθόν Μόνιμοι Αντιπρόσωποι ή Γενικοί Πρόξενοι στο Ισραήλ.
Ο κ. Σαμαράς προς τον οποίον εξάφρασα, μετά την πραγματοποίηση
της επίσκεψης, την πικρία αλλά και την απορία μου γιατί δεν απετέλεσα μέλος της Αποστολής, μου απήντησε ότι η μη συμμετοχή μου ωφείλετο σε μη σκόπιμη παράλειψη.
 
Τα κείμενα της κοινής Δήλωσης όσο και των εθνικών Δηλώσεων παρατίθενται ακριβώς όπως υπεγράφησαν :
 
« JOINT STATEMENT
Delegations of the Governments of Greece and Israel met today in Brussels and have subsequently issued the following joint statement :
« In accordance with the principle of maintaining friendly relations with all States, the Government of the Hellenic Republic and the Government of the State of Israel have decided to upgrade the current status of their existing respective Deplomatic Representations to that of Embassies.
Consequently, the Heads of the above Missions shall be regarded henceforth as Ambassadors of their sending countries. The status of the consulate General of Greece in Jerusalem will not be affected by this fact.
Both Governments have issued separately their own national declarations on the matter.
 
Done in Brussels Date 21.05.1990
 
 
[Υπογραφή]                                          [Υπογραφή]
Panayotis Economou                            Reuven Merchav
Secretary General of Ministry of         Director  General of Ministry
Foreign Affairs of Greece of Foreign Affairs of Israel
 
»
 
« DECLARATION OF THE GOVERNMENT OF GREECE
 
The Governement of Greece, guided by the principle of maintaining friendly relations with all countries, has decided to recognize de jure the State of Israel.
The Greek Government hopes that the upgrading of the diplomatic relationship between the two countries will lead to substantial normalization and progress of their bilateral relations.
In so doing, the Greek Government wishes to emphasize that its traditional policy of friendship and solidarity with the Arab world will be continued and even improved.
Greece reiterates its long-standing position not to recognize any territorial acquisition by the threat or the use of force and reaffirms that this is particularly applicable to the territories occupied by Israel since 1967. Furthermore, Greece is opposed to any unilateral change of the status of the city of Jerusalem.
In this context, Greece condemns the Israeli settlement policy and practices in the occupied territories, which constitute a serious obstacle to achieving a comprehensive, just and lasting peace in the Middle East.
To that effect, Greece believes that time has come to promote the implementation of the two principles universally accepted by the international community : the right to existence and security of all states in the region, including Israel, and justice for all peoples, as well as the recognition of the legitimate rights of the Palestinian people, including the right to self-determination, with all that this implies.
A just, permanent and comprehensive solution of the Palestinian problem can only be reached by the convening of an International Peace Conference under the auspices of the United Nations.
 
[Μονογραφή κ. Οικονόμου]                     Brussels, 21.05.1990 »
 
DECLARATION OF THE GOVERNMENT OF THE STATE OF
ISRAEL CONCERNING THE ESTABLISHMENT OF FULL
DIPLOMATIC RELATIONS WITH THE HELLENIC REPUBLIC
OF GREECE
 
THE GOVERNMENT OF THE STATE OF ISRAEL EXPRESSES ITS SATISFACTION WITH THE ESTABLISHMENT OF FULL DIPLOMATIC RELATIONS WITH THE HELLENIC REPUBLIC OF GREECE AND WELCOMES THE OPPORTUNITY TO STRENGTHEN AND ENHANCE THE BONDS BETWEEN THE TWO COUNTRIES. IT BRINGS TO AN END THE PREVIOUS ANOMALOUS SITUATION.
ISRAEL AND GREECE HAVE A JOINT HISTORIC AND GEOGRAPHIC PROXIMITY. BOTH ARE SITUATED ON THE MEDITERRANEAN BASIN; AND THE ANCIENT PEOPLES OF ISRAEL AND GREECE HAVE SIMILARLY CONTRIBUTED GREATLY TO THE HUMAN HERITAGE. OUR TWO COUNTRIES, TWO PEOPLES, TWO DIASPORAS AND TWO RELIGIONS HAVE THUS AN HISTORIC RESPONSIBILITY TO BUILT UPON AND ENHANCE THEIR MUTUAL RELATIONSHIP AND COOPERATION.
THE GOVERNMENT OF ISRAEL REITERATES ITS COMMITMENT TO RESPECT THE FREEDOM OF WORSHIP OF ALL RELIGIOUS COMMUNITIES INCLUDING THE LEGAL RIGHTS AND PRIVILEGES OF THE GREEK ORTHODOX PATRIARCHATE.
ISRAEL HAS EXTENDED ITS HAND IN PEACE TO THE ARAB COUNTRIES AND, SINCE ITS ESTABLISHMENT, EXPRESSED ITS READINESS TO BEGIN IMMEDIATELY AND WITHOUT PRECONDITIONS DIRECT NEGOTIATIONS ON PEACE AGREEMENTS.
ISRAEL HOPES THAT THE NEW RELATIONSHIP BETWEEN OUR TWO COUNTRIES, GREECE WILL CONTRIBUTE TO BRINGING ABOUT SUCH DIRECT NEGOTIATIONS.
ISRAEL IS CONFIDENT THAT THE HISTORIC BONDS BETWEEN THE JEWISH AND HELLENIC CIVILISATIONS WILL ONCE AGAIN SERVE AS A BEACON TO ALL MANKIND.
 
[Μονογραφή κ. Reuven Merchav]                        BRUSSELS 21.05.1990
 

Σχόλια  

 
0 #2 Νίκος Γαλανόπουλος 26-08-2012 19:02
Χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω τίποτα από όσα αναφέρθηκαν στο παραπάνω ιστορικό της αναβάθμισης των διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραή(όχι «αναγνώρισης του Ισραήλ»), προσθέτω τα εξής, για συνεκτίμηση:

α) Στην Ελλάδα είχε καλλιεργηθεί υπέρμετρα ο φόβος των «αναμενόμενων» αντιποίνων των Αράβων σε μια ενδεχόμενη αναβάθμιση των σχέσεων της χώρας μας με το Ισραήλ, που θα ήταν αποκλειστικό και αναφαίρετο δικαίωμά της να το πράξει ανά πάσα στιγμή, όταν κρινόταν ότι θα ήταν προς το συμφέρον της. Και η Τουρκία είχε διαπράξει ανάλογο λάθος μερικές δεκαετίες παλιότερα ακόμα, όταν είχε κλείσει το Γενικό Προξενείο της στα Ιεροσόλυμα, ενώ θα μπορούσε να είχε παραμείνει ο Γενικός Πρόξενός της ως μόνος εκπρόσωπος Μουσουλμανικής χώρας στην πόλη αυτή.

β) Για μεγάλο διάστημα η εθιμοτυπική πρακτική της Ελλάδας σε σχέση με το Ισραήλ έφτανε σε εξωφρενικές υπερβολές, όπως για παράδειγμα, δεν κρινόταν σκόπιμο να παραστεί ο διπλωματικός εκπρόσωπος της χώρας μας σε δεξίωση για την εθνική εορτή του Ισραήλ ή σε ανάληψη καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας του Ισραήλ (διαβίβαζαν μόνο συγχαρητήρια … προφορικά στο Υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ). Και αυτό άσχετα βέβαια με την πρακτική των επισκέψεων στα Ιεροσόλυμα – λόγω του ειδικού καθεστώτος – την οποία τηρούσαν όλες οι τότε χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αδιακρίτως. Το 1983, ο τότε νεοτοποθετηθείς Γ’ Γραμματέας Πρεσβείας, ως Επιτετραμμένος, έσπασε την πρακτική – χωρίς να ακολουθήσει τις εντολές του προϊσταμένου του – και παρέστη στην ανάληψη καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας διαβιβάζοντάς του και προσωπική συγχαρητήρια επιστολή του τότε Π.τ.Δ. Κ. Καραμανλή. Φυσικά, τίποτα κακό δεν επακολούθησε.

γ) Η αναβάθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ, δεν προκάλεσε την παραμικρή αντίδραση των αραβικών χωρών. Το αντίθετο μάλιστα. Το Ισραήλ τις μέρες εκείνες προκάλεσε την Ελλάδα, με κατάληψη εκ μέρους φανατικών ορθόδοξων Εβραίων ενός ξενώνα του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, στην οποία η Ισραηλινή κυβέρνηση αντέδρασε χλιαρά, σε τρόπο που, στην ουσία, τους βοήθησε.

Επομένως, κατά την άποψή μου, όλα τα χρόνια μέχρι το 1992 η Ελλάδα διαχειρίστηκε το θέμα των σχέσεών της με το Ισραήλ, αποκλειστικά και μόνο με ένα «ιδεοληπτικό φόβο ενδεχόμενων αντιδράσεων των Αράβων», γεγονός που της στέρησε ευκαιρίες να προβλέψει ή και να αποτρέψει εθνικούς κινδύνους (Κυπριακό) για όλη αυτή την περίοδο. Τώρα η διπλωματική υπηρεσία αντιλαμβάνεται τις συνέπειες αυτής της μακρόχρονης ιδεοληψίας και προσπαθεί να πετύχει ό,τι μπορεί, αλλά βέβαια τώρα οι διεθνείς συνθήκες έχουν αλλάξει σε βάρος μας.
Παράθεση
 
 
0 #1 giorgos dimitriadis 27-01-2011 12:37
Sinxaritiria k.Presvi!Itan mia istoria pu den ixera!auto einai to e-mail mou tha ithela poly na mu peite ti simenei akrivos oti h mh simetoxh sas htan mh skopimh!pos sas to aitiologisan.Euxaristw.
Παράθεση
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου