7/9/10

Το Μεσανατολικό τρίπτυχο του Προέδρου Ομπάμα

  
Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2010 09:30
dp_0709
Την ίδια εβδομάδα που απευθυνόταν στον αμερικανικό λαό για να εξαγγείλει, μαζί με το «πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων» στο Ιράκ, και τη συνεχιζόμενη «προσήλωση [των ΗΠΑ] στο μέλλον της χώρας», ο Αμερικανός πρόεδρος δεχόταν στην Ουάσιγκτον τον πρωθυπουργό του Ισραήλ και τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής – καθώς και, σε επικουρικό ρόλο, τον Ιορδανό βασιλέα και τον Αιγύπτιο πρόεδρο – σε μια προσπάθεια αναζωογόνησης της ειρηνευτικής διαδικασίας μέσω των πρώτων από εικοσαμήνου απευθείας συνομιλιών των δύο πρωταγωνιστών.
Ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα ο νέος αρχιστράτηγος των νατοϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν διευκρίνιζε ότι «ο πρόεδρος δεν με έστειλε εδώ για να αναζητήσω εύσχημη έξοδο».[i] Αφγανικό, Ιρακινό, και Παλαιστινιακό εξακολουθούν συνεπώς να συγκροτούν ένα κρίσιμο τρίπτυχο της αμερικανικής μεσανατολικής πολιτικής – με το Ιρανικό ως απειλητικό φόντο.
Σε ό,τι, εν πρώτοις, αφορά στο Ιράκ: Οι Αμερικανοί φεύγουν παραμένοντες. Περί τους 100,000 άνδρες έχουν όντως ήδη αποχωρήσει. Παραμένουν όμως – ως σύμβουλοι, εκπαιδευτές κ.λπ. – περί τους 50,000. Κατ’ αρχήν, έως το τέλος του 2011. Αναμφίβολα, όμως, εάν οι συνθήκες το επιβάλουν, η καταληκτική αυτή ημερομηνία – η οποία, σημειωτέον, είχε συμφωνηθεί με τους Ιρακινούς επί προεδρίας Μπους – με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μετατεθεί καταλλήλως.
Διότι, όπως παρατηρεί ένας γνωστός Αμερικανός αναλυτής, αποδομώντας τον ιρακινό στρατό και ανατρέποντας το μπααθικό καθεστώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες, από τους τρεις αρχικούς στόχους της εισβολής τους επέτυχαν. – και δη σχεδόν ακαριαίως – τους δύο. Ο τρίτος όμως, ήτοι η συγκρότηση μιας σταθερής, φιλο-αμερικανικής κυβέρνησης στην Βαγδάτη, εξακολουθεί εν πολλοίς να παραμένει ζητούμενο.[ii] Βέβαια, οι καταστροφολόγοι διαψεύσθηκαν. Χάρις, μεταξύ άλλων, και ίσως κυρίως, στη μαζική ενίσχυση τον Ιανουάριο 2007, από τον πρόεδρο Μπους, των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ – εις πείσμα, σημειωτέον, των εκκλήσεων μιας πλειοψηφούσης ίσως μερίδας της κοινής γνώμης, τις απόψεις της οποίας συμμεριζόταν και ο σημερινός πρόεδρος, για την άμεση απόσυρσή τους – οι εκεί συνθήκες ασφαλείας, αν και πάντοτε μακράν απέχουν του ικανοποιητικού, έχουν βελτιωθεί θεαματικά. Ενώ, παρά τις Κασσάνδρες που προεξοφλούσαν την πολυδιάσπαση της χώρας, η ενότητα της ιρακινής επικράτειας διατηρείται.
Από την άλλη, όμως, οι εκλογές του περασμένου Μαρτίου – σημαντικό και αυτές βήμα προς τη σταθεροποίηση του νέου ιρακινού καθεστώτος – απέτυχαν να αναδείξουν σαφή νικητή. Ως εκ τούτου δε η συγκρότηση κυβέρνησης αντανακλώσης τα νέα κοινοβουλευτικά δεδομένα προσκρούει σε, μέχρι στιγμής, ανυπέρβλητες εθνοθρησκευτικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η διαιώνιση των οποίων εγκυμονεί προφανείς κινδύνους και για την ασφάλεια και σταθερότητα της χώρας.
Χάρις, εν τούτοις, στη συνεχιζόμενη στήριξη – και πίεση – των Αμερικανών, οι Ιρακινοί, κατά πάσαν πιθανότητα, θα κατορθώσουν, όχι βέβαια να αναδειχθούν σε υποδειγματική δημοκρατία δυτικού τύπου – κάτι καταφανώς ανέφικτο επί του παρόντος στον αραβο-μουσουλμανικό χώρο γενικότερα – αλλά να διαμορφώσουν συνθήκες διακυβέρνησης σαφώς υπερέχουσες εκείνων των Ιρανών και Αράβων γειτόνων τους. Και πάντως να διατηρήσουν τους στενούς δεσμούς των με τη Δύση – όπερ και το κρισιμότερο από τη σκοπιά της Ουάσιγκτον.
Δικαιώνει άραγε ένα τέτοιο αποτέλεσμα τις θυσίες σε αίμα και χρήμα του ιρακινού εγχειρήματος της Ουάσιγκτον; Η απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα θα αποτελέσει για πολύ ακόμη αντικείμενο αντικρουόμενων εκτιμήσεων και αμφισβητήσεων. Ασφαλώς δεν επετεύχθη η σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα αναμόρφωση του μεσανατολικού πολιτικού τοπίου: Η Μέση Ανατολή παραμένει χώρος πολιτικά και κοινωνικά προβληματικός και γεωπολιτικά ναρκοθετημένος. Ωστόσο, η στρατηγική θέση της αμερικανικής υπερδύναμης στην ευρύτερη περιοχή έχει ενισχυθεί. Ενώ οι συγκρίσεις με το Βιετνάμ αποδεικνύονται εκτός πραγματικότητας – όχι μόνο σε σχέση με τις αμερικανικές απώλειες (58,193 νεκροί στο Βιετνάμ έναντι 4,400 μέχρι στιγμής στο Ιράκ), αλλά και ως προς τη γεωπολιτική έκβαση του εγχειρήματος (παταγώδης αποτυχία στην πρώτη περίπτωση, περιορισμένη έστω επιτυχία στη δεύτερη).
Η απόσυρση του κύριου όγκου των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ διευκολύνει μεγάλως την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν. Όπου ο στρατηγός Πετρέους, με 150,000 Αμερικανούς στρατιώτες ήδη υπό τας διαταγάς του, επιχειρεί να εφαρμόσει την επιτυχή ιρακινή στρατηγική του – προσαρμοσμένη φυσικά στις τοπικές ιδιαιτερότητες – προκειμένου να καταστεί δυνατή η αντιστροφή του αρνητικού πολιτικοστρατιωτικού κλίματος και να ευοδωθούν οι αμερικανικές στοχεύσεις. Συνοψισθείσες από τον πρόεδρο Ομπάμα στο προαναφερθέν διάγγελμά του ως ακολούθως: «Θα αναχαιτίσουμε, συντρίψουμε και κατανικήσουμε την Αλ Κάιντα. Και θα εμποδίσουμε την εκ νέου μετατροπή του Αφγανιστάν σε ορμητήριο τρομοκρατών.»
Με τον Αμερικανό πρόεδρο να προσδιορίζει έτσι και τα όρια των φιλοδοξιών της Ουάσιγκτον στο Αφγανιστάν. Οι οποίες φιλοδοξίες – όπως και στην περίπτωση του Ιράκ, και πιθανότατα έτι περισσότερο, δεδομένων των μεγάλων γεωπολιτικών διαφορών μεταξύ των δύο χωρών – ενώ αρχικά, υπό το κράτος αυθαίρετων ιδεολογημάτων, έρεπαν προς την υπερβολή, ήδη χαρακτηρίζονται από ένα ρεαλιστικό μινιμαλισμό, εστιασμένο στην κατοχύρωση των δυτικών συμφερόντων ασφαλείας. Συνακόλουθα δε, η ποιότητα του, αναπόφευκτα ίσως, διαβρωμένου από τον ενδημικό στην περιοχή νεποτισμό και διαφθορά αφγανικού πολιτικού καθεστώτος απασχολεί τους Αμερικανούς ιθύνοντες πρωτίστως σε συνάρτηση με τη διαμόρφωση μιας τοπικής τάξης πραγμάτων συμβατής με τα συμφέροντα αυτά. Με άλλες λέξεις, τα αρχικά οράματα ορισμένων αμερικανικών, αλλά και ευρωπαϊκών κύκλων για τον επ’ ευκαιρία του αντιτρομοκρατικού αγώνα ριζικό εκδημοκρατισμό της ευρύτερης Μέσης Ανατολής φαίνεται να εγκαταλείπονται.
Κατά τα λοιπά, ο πρόεδρος Ομπάμα, προφανώς και με το εσωτερικό του μέτωπο κατά νουν, δεσμεύθηκε εκ νέου ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα αποσυρθούν από το Αφγανιστάν, με την ευθύνη για την ασφάλεια της χώρας να μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου στις – καταλλήλως, όπως ελπίζεται, εκπαιδευθείσες – τοπικές. Και επανέλαβε ότι η σχετική διαδικασία θα εκκινήσει τον προσεχή Αύγουστο. Τονίζοντας, ωστόσο, συγχρόνως ότι «[ο] ρυθμός των στρατιωτικών μας μειώσεων θα προσδιορισθεί από τις επιτόπιες συνθήκες, και η υποστήριξή μας προς το Αφγανιστάν θα διατηρηθεί » Και διασφαλίζοντας έτσι ικανά περιθώρια ευελιξίας.[iii]
 
Βέβαια, η ευόδωση των αμερικανικών αυτών προσπαθειών εξαρτάται, σε ποικίλλοντα βαθμό, και από τις ενέργειες ή/και αδράνεια τρίτων χωρών: Νατοϊκών συμμάχων. Περιφερειακών στρατηγικών εταίρων, όπως το Πακιστάν. Και κρατών με αμφίσημη στάση, όπως η Ρωσία και η Κίνα, ή και εχθρική, όπως το Ιράν. Το πιθανότερο όμως είναι ότι, όπως συνέβη και με το Ιρακινό, η Ουάσιγκτον θα κατορθώσει τελικά να φέρει το Αφγανικό σε σχετικά ικανοποιητικό, από τη σκοπιά της, πέρας.
 
Μια τρίτη, και μάλιστα διαχρονική, προτεραιότητα της αμερικανικής μεσανατολικής ατζέντας αποτελεί το Παλαιστινιακό. Η περί το οποίο δραστηριοποίηση του προέδρου Ομπάμα σχετικά ενωρίς στην προεδρική του θητεία είναι ευχερώς εξηγήσιμη. Διότι, όπως εύστοχα επισημαίνει ο διπλωματικός ανταποκριτής του BBC,[iv] «η ισραελο-παλαιστινιακή διένεξη» συνδέεται ευθέως με την «εικόνα της Ουάσιγκτον στον αραβικό και ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο», «τη διασφάλιση του μέλλοντος του Ιράκ», «την απομόνωση και αναχαίτιση ενός εν δυνάμει πυρηνικοποιημένου Ιράν», και «τη διατήρηση της σταθερότητας των φιλο-Δυτικών αραβικών κυβερνήσεων». Χωρίς πάντως, σύμφωνα με τον ίδιο αναλυτή, οι Αμερικανοί ιθύνοντες να πιστεύουν ότι, «εάν επιλυόταν, όλες οι άλλες σκοτούρες [troubles] στη γειτονιά απλώς θα εξατμίζονταν». Αλλά και χωρίς οι προοπτικές της εν εξελίξει ειρηνευτικής πρωτοβουλίας να εμφανίζονται ιδιαίτερα ενθαρρυντικές – εκτίμηση που, άλλωστε, συμμερίζονται οι περισσότεροι διεθνείς παρατηρητές..
Βέβαια, η συνάθροιση κορυφής στην αμερικανική πρωτεύουσα φάνηκε να ταράσσει το λιμνάζοντα ύδατα της ειρηνευτικής διαδικασίας. Συμφωνήθηκε ότι οι κ.κ. Νετανιάχου και Αμπάς θα συναντηθούν εκ νέου στα μέσα του μηνός – πιθανότατα σε αιγυπτιακό έδαφος, στην οποία περίπτωση η επιλογή του τόπου συνάντησης δεν θα στερείται συμβολισμού – και εν συνεχεία ανά δεκαπενθήμερο. Ότι θα επιδιώξουν να συνάψουν μια «συμφωνία πλαίσιο» – ουσιαστικά συνισταμένη, όπως διευκρίνισε ο Αμερικανός διαμεσολαβητής κ. Μίτσελ, στην καταγραφή των «βασικών συμβιβασμών» που προϋποθέτει η τελική λύση του Παλαιστινιακού. Και ότι οι συνομιλίες τους θα ολοκληρωθούν εντός ενός έτους – αν και είναι ασαφές κατά πόσον ο χρονικός αυτός περιορισμός αφορά στην επίτευξη της συμφωνίας πλαισίου, όπερ και ρεαλιστικότερο, ή μιας τελικής συμφωνίας.[v]
Ωστόσο, το εδαφικό, του καθεστώτος της Ιερουσαλήμ συμπεριλαμβανομένου, το προσφυγικό και οι ανάγκες ασφαλείας του Ισραήλ ορθώνουν, εξ αντικειμένου, δυσυπέρβλητα προσκόμματα στην επίτευξη του συμπεφωνημένου στόχου των «δύο κρατών για δύο λαούς». Τα εμπόδια δε αυτά επιτείνονται από τη στάση – και δράση – ακραίων στοιχείων και στις δύο πλευρές. Κυρίως στην παλαιστινιακή – με την ελέγχουσα τη Λωρίδα της Γάζας Χαμάς να έχει ήδη κηρύξει μια νέα Ιντιφάντα, προβαίνοντας μάλιστα, τις παραμονές των συνομιλιών της Ουάσιγκτον, στη δολοφονία τεσσάρων Ισραηλινών (μεταξύ των οποίων, δύο γυναίκες, η μία έγκυος). Αλλά και με πολλούς από τους Εβραίους εποίκους να δείχνουν αποφασισμένοι να αντιστούν στην – αναπόφευκτη για τους περισσότερους εξ αυτών, αν πρόκειται να υπάρξει ποτέ συμφωνία – μετεγκατάστασή τους. Στηριζόμενοι και από πολιτικές δυνάμεις συμμετέχουσες στην κυβέρνηση συνασπισμού του κ. Νετανιάχου. Ενώ αμεσότερο – αν και πιθανώς όχι ανυπέρβλητο – πρόβλημα δημιουργεί η εκ μέρους του Παλαιστίνιου προέδρου εξάρτηση της συνέχισης των απευθείας συνομιλιών από την παράταση της δεκάμηνης μερικής αναστολής της οικιστικής δραστηριότητας στη Δυτική Όχθη που η ισραηλινή κυβέρνηση εξήγγειλε τον περασμένο Νοέμβριο.
Το Παλαιστινιακό είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον ακανθώδη διεθνή προβλήματα της εποχής μας – με εσωτερική δυναμική εν πολλοίς ανεπηρέαστη από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον. Όλες ανεξαιρέτως οι μέχρι τούδε απόπειρες των Αμερικανών προέδρων να συμβάλουν στην επίλυσή του τελικώς ναυάγησαν. Αναλαμβάνοντας, με τη σειρά του, την υψηλού ρίσκου αυτή προσπάθεια, ο κ. Ομπάμα υπολογίζει πιθανότατα, αν μη τι άλλο, αφενός, να κερδίσει εκλογικό έδαφος στο εσωτερικό, όπου – όχι κατ’ ανάγκην με ταυτόσημο και συχνά με εκ διαμέτρου αντίθετο σκεπτικό – τόσο οι εβραϊκής ταυτότητας, όσο και οι κεντροαριστερού προσανατολισμού ψηφοφόροι ευνοούν την αμερικανική διαμεσολάβηση, και, αφετέρου, να ανταποκριθεί στις εκτός αμερικανικών συνόρων προσδοκίες, επιδεικνύοντας καλή θέληση, έστω και εν απουσία ουσιαστικών επιτευγμάτων.
Στο σύνολο των μεσανατολικών αυτών μελημάτων της Ουάσιγκτον τη βαριά σκιά του ρίχνει το Ιράν των Αγιατολάδων. Ο ρόλος του οποίου υπήρξε μεν ενίοτε υποβοηθητικός – όπως, επί παραδείγματι, κατά την πρώτη φάση της αμερικανικής εισβολής στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ – κατά κανόνα όμως αποδεικνύεται επιβλαβής. Καθώς η Τεχεράνη εκλαμβάνει – ορθότατα, άλλωστε – την εδραίωση της αμερικανικής πολιτικό-στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή ως φραγμό, και δη ως τον μόνο αποτελεσματικό, στην περιφερειακή της ηγεμονία. Ενδεχομένως δε και ως απειλή κατά της επιβίωσης ενός καθεστώτος αντιμέτωπου και με έντονη εσωτερική αμφισβήτηση. Και συνακόλουθα επιχειρεί να υπονομεύσει την παρουσία αυτή, δημιουργώντας πράγματα στους Αμερικανούς όπου και όπως μπορεί: Στο Ιράκ, ενισχύοντας ενεργώς τρομοκράτες και υποδαυλίζοντας τους ακραίους Σιίτες. Στο Αφγανιστάν, υποθάλποντας τούς, εχθρικά ωστόσο διακείμενους έναντι του ιρανικού ιερατείου, Ταλιμπάν.[vi] Και ως προς το Παλαιστινιακό και γενικότερα σε ό,τι αφορά στα του Ισραήλ, οπλίζοντας τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς..
Στη λογική δε αυτή της ιρανικής ηγεσίας υπακούει και η προώθηση του πυρηνικού της προγράμματος. Χρειάζεται πράγματι μεγάλη δόση ευσεβών πόθων για να αμφισβητηθεί ότι η Τεχεράνη αποσκοπεί στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και των μέσων εκτόξευσής των. Χάρις στην αποτρεπτική κάλυψη των οποίων η ιρανική ηγεσία ασφαλώς ευελπιστεί να εξασφαλίσει αυξημένη ελευθερία ενεργείας στην ευρύτερη μεσανατολική γεωπολιτική σκηνή – και ενδεχομένως όχι μόνον εκεί.
H αμερικανική απόκριση στην ιρανική αυτή πυρηνική πρόκληση παραμένει αβέβαιη. Επί του παρόντος η Ουάσιγκτον αρκείται σε διπλωματικές πιέσεις και οικονομικές κυρώσεις περιορισμένης, μέχρι στιγμής, αποτελεσματικότητας. Εάν όμως οι Ιρανοί ιθύνοντες εμμείνουν στην παρούσα γραμμή τους, αργά ή γρήγορα οι Αμερικανοί θα τεθούν προ του διλήμματος, είτε να συμβιβασθούν με την πυρηνικοποίηση του Ιράν, είτε να την εμποδίσουν δια των όπλων. Με τον πρόεδρο Ομπάμα – συνεχίζοντας και ως προς τούτο την πολιτική του προκατόχου του – να προσπαθεί να αποφύγει τη στρατιωτική επιλογή. Και ως εκ τούτου, να συγκρατεί – και αυτός – ένα Ισραήλ, άκρως μεν ανήσυχο, πλην όμως το οποίο δεν είναι σε θέση να επιχειρήσει επιτυχώς κατά του Ιράν χωρίς την αμερικανική στήριξη και συμμετοχή.
Άγνωστο, ωστόσο, το τι θα πράξει ο Αμερικανός πρόεδρος, εάν η Τεχεράνη προσεγγίσει επικινδύνως το πυρηνικό κατώφλιο. Μια στρατιωτική επίθεση – η οποία κατ΄ ανάγκην δεν θα περιορισθεί σε «χειρουργικά» πλήγματα, αλλά θα στοχεύσει στην ολοσχερή καταστροφή της ιρανικής στρατιωτικής μηχανής – συνεπάγεται σημαντικό δημοσιονομικό, στρατιωτικό, και διεθνοπολιτικό κόστος. Ενώ, εάν οι Ιρανοί κατορθώσουν να φράξουν για ένα διάστημα τα Στενά του Χορμούζ, απ’ όπου διέρχεται το 45% των παγκόσμιων πετρελαϊκών εξαγωγών, οι επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία θα είναι επώδυνες και ενδεχομένως καταστροφικές. Παρά ταύτα, το εγχείρημα δεν μπορεί να αποκλεισθεί, καθώς υπό στρατιωτική έποψη είναι σαφώς εντός των αμερικανικών δυνατοτήτων, ενώ ενδέχεται να κριθεί και γεωπολιτικώς αναγκαίο. [vii]
 
Σκέψη υπό μορφήν επιμέτρου: Η δημοφιλής φιλολογία περί επικείμενου τέλους της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στο διεθνές σύστημα αποδεικνύεται οσημέραι ανυπόστατη. Η Ουάσιγκτον παραμένει ο κύριος συντελεστής των παγκόσμιων ισορροπιών και σημείο αναφοράς για τα μείζονα προβλήματα ανά την υφήλιο. Όλα δε δείχνουν ότι τον ρόλο αυτόν καμία από τις ανερχόμενες δυνάμεις δεν θα είναι σε θέση σοβαρά να τής αμφισβητήσει, πόσω μάλλον να επωμισθεί, κατά τις επόμενες δεκαετίες. (Τα μετέπειτα ανήκουν στον συναρπαστικό, αλλά επισφαλή χώρο της μελλοντολογίας.)


[i] Βλ. κείμενο της προεδρικής ομιλίας-διαγγέλματος στην “Wall Street Journal” της 31ης Αυγούστου 2010. Για τη δήλωση του στρατηγού Πετρέους, βλ. Dexter Filkins, Petraeus Opposes a Rapid Pullout in Afghanistan, “New Your Times”, 15-8-2010. Για τις διαπραγματεύσεις για το Παλαιστινιακό, βλ.
[ii] Βλ. George Friedman, The U.S. Withdrawal and Limited Options in Iraq, “STRATFOR” (http://www.stratfor.com) 17-8-2010.
[iii] Κατηγορηματικότερος, ο στρατηγός Πετρέους έχει δηλώσει δημοσία ότι, εάν το κρίνει αναγκαίο, δεν θα διστάσει να εισηγηθεί στον πρόεδρο Ομπάμα την καθυστέρηση της απόσυρσης των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν. Βλ. Dexter Filkins, Petraeus Opposes a Rapid Pullout in Afghanistan, “New York Times”, 15-8-2010.
[iv] Βλ. Jonathan Marcus, Obama sets clock ticking on Middle East, “BBC”, 2-9-2010
[v] Βλ. Matthew Lee και Robert Burns, Israel, Palestinians agree to 2nd round of talks, “Associated Press”, 2-9-2010.
[vi] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές παρατηρήσεις του ειδικού για θέματα Μέσης Ανατολής και τρομοκρατίας Con Coughlin. Βλ. Iran is desperate for Nato to fail in Afghanistan, http://blogs.telegraph.co.uk/news/concoughlin, 22-3-2010.
[vii] Άκρως ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του όλου θέματος από τον George Friedman, διευθυντή του γνωστού κέντρου στρατηγικών αναλύσεων STRATFOR. Βλ. Rethinking American Options on Iran, http://www.stratfor.com , 31-8-2010..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου