25/8/10

Η Ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση

  
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010 10:06
Ελληνοϊσραηλινές σχέσεις
Η ανταλλαγή επισκέψεων των πρωθυπουργών της Ελλάδας και του Ισραήλ είναι μια, καθυστερημένη μεν, πλην όμως ελπιδοφόρος εξέλιξη.

Μεταξύ των δυτικών πρωτευουσών, η Αθήνα υπήρξε επί μακρόν η κατά πολύ επιφυλακτικότερη έναντι του εβραϊκού κράτους – δέσμια κυρίως ευρύτατα διαδεδομένων αυταπατών και φοβιών σε σχέση με τη διαθρυλούμενη φιλία των Αράβων. Η οποία, βέβαια, ούτε τον Ελληνισμό της Αιγύπτου περιέσωσε, ούτε στην επίλυση του Κυπριακού συνέβαλε, πέραν από τη διευκόλυνση ανεφάρμοστων ψηφισμάτων στα Ηνωμένα Έθνη. Αλλά και η οποία, στον βαθμό που έχει πρακτικό αντίκρισμα, ουδόλως επηρεάσθηκε, όταν το 1991, τελευταίοι στη Δύση, αναγνωρίσαμε επί τέλους το Ισραήλ.
Αυτά υπό το πρίσμα των καλώς εννοούμενων ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Ορισμένοι, ωστόσο, κινούμενοι από πολιτικο-κομματικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές προκαταλήψεις ξένες ως επί το πολύ προς τα συμφέροντα αυτά, αντιτάσσονται στη σύσφιγξη των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων με την προσχηματική επίκληση της παλαιστινιακής τραγωδίας και ειδικότερα των υποτιθέμενων αποκλειστικών ευθυνών της ισραηλινής πλευράς. Παραβλέποντας έτσι ότι το Παλαιστινιακό είναι ένα από τα πλέον πολύπλοκα προβλήματα της εποχής μας. Ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι βαρύνονται με ακρότητες, και ενίοτε και με εγκλήματα. Ότι όλων η επιχειρηματολογία εμπερικλείει στοιχεία αλήθειας. Και ότι κανείς εξ αυτών δεν έχει το μονοπώλιο της ιστορικής ή της ηθικής δικαίωσης.
Υποδυόμενοι συνεπώς τον κριτή των μεν και των δε θα επιδεικνύαμε ακραία έπαρση. Ενώ μεγάλη δόση οίησης απαιτείται και για να διεκδικήσουμε – όπως κάποιοι εισηγούνται – πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση της διαχρονικής και εκρηκτικής αυτής κρίσης. Στην οποία, πάντως, μπορούμε να συμβάλουμε χρησίμως – και συγχρόνως επ’ ωφελεία και του διεθνούς κύρους της χώρας μας – συνεπικουρώντας τις σχετικές συλλογικές προσπάθειες στους κόλπους του ευρωατλαντικού κόσμου.
Κατά τα λοιπά, κατά τον χειρισμό των σχέσεών μας με το Ισραήλ δεν πρέπει να αγνοηθούν και οι ακόλουθες βασικές παράμετροι.
Εν πρώτοις, το εβραϊκό κράτος αποτελεί για τη Δύση γενικώς και τις Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα ένα κρίσιμης σημασίας – και εκ των πραγμάτων τον πιο σίγουρο – στρατηγικό εταίρο στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο, όπου, σημειωτέον, η δυτική πολιτικοστρατιωτική και οικονομική παρουσία προμηνύεται μακρά και πάντοτε δύσκολη. Προάγοντας, άρα, μια ευρεία, πολυσχιδή συνεργασία με τους Ισραηλινούς, ενισχύουμε συγχρόνως τη θέση μας στον δυτικό κόσμο – κάτι που, φυσικά, πρέπει να είναι κεντρική στρατηγική επιδίωξή μας.
Δεύτερον: Το Ισραήλ είναι σε θέση και να βοηθήσει, αλλά και να βλάψει την Ελλάδα. Διαθέτει οικονομική επιφάνεια και τεχνογνωσία εν δυνάμει πολύτιμες για τη χώρα μας, στην παρούσα ιδίως συγκυρία. Και, χάρις και στις ανά την υφήλιο προεκτάσεις του, μπορεί να παράσχει διεθνώς σημαντική υποστήριξη στις ελληνικές θέσεις επί σειράς επίμαχων ζητημάτων. Ενώ, από την άλλη, έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την επιρροή του αυτή και εις βάρος των συμφερόντων μας – και όντως, δεδομένης και της έναντί του στάσης μας, φαίνεται ότι, κατά καιρούς, το έχει πράξει.
Κατά τρίτο δε λόγο, οι Ισραηλινοί, μολονότι επί δεκαετίες έχουν αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά και εξακολουθούν να προσβλέπουν – με συνεχώς μειούμενες, πάντως, προσδοκίες – στην τουρκική συνεργασία, ποτέ δεν εξέλαβαν τη δημιουργία στενών δεσμών με την Άγκυρα ως αποκλειστική περιφερειακή τους επιλογή. Αντιθέτως, μάλιστα, ποτέ δεν έπαψαν να προβαίνουν σε ανοίγματα και προς την πλευρά μας – στα οποία όμως, για τους λόγους που ήδη επισημάνθηκαν, σπανίως, και πάντοτε φοβικά, ανταποκριθήκαμε.
Υπό το φως των διαπιστώσεων αυτών, η αναβάθμιση των σχέσεών μας με το Ισραήλ – έστω και αν συντελείται με πολυετή καθυστέρηση και σε χρονική συγκυρία που τείνει να συσκοτίσει τα πραγματικά κίνητρά μας – πρέπει ασφαλώς να επικροτηθεί. Χωρίς ωστόσο, να γεννήσει εξωπραγματικές προσδοκίες. Ή να συνδεθεί με τα ελληνοτουρκικά. Με κατάλληλη μεθόδευση, η ελληνοϊσραηλινή προσέγγιση μπορεί, αναμφίβολα, να ενισχύσει ουσιαστικά το ειδικό βάρος της χώρας μας στον διεθνή στίβο και ιδίως στο εγγύς γεωπολιτικό μας περιβάλλον. Δεν αποτελεί, όμως, πανάκεια για τα πολλαπλά εξωτερικά μας προβλήματα .Και δεν πρέπει επ’ ουδενί να παρουσιασθεί ως στρεφομένη κατά της Άγκυρας. Στην οποία ωστόσο προσφέρει ένα πρόσθετο κίνητρο για να πράξει τα αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
 

Σχόλια  

 
0 #1 Γ. Κωνσταντακόπουλος 03-09-2010 11:46
Αγαπητέ κύριε Σέκερη,
διάβασα με προσοχή το άρθρο σας και θα ήθελα να κάνω τα εξής σχόλια :
1. Όπως αναφέρετε, το Ισραήλ, διαθέτει οικονομική επιφάνεια και τεχνογνωσία και είναι σε θέση να οφελήση αλλά και να βλάψη την χώρα μας. Η χώρα μας αντιστοίχως, μπορεί έπίσης να οφελήση το Ισραήλ. Μπορεί όμως να το βλάψη στον ίδιο βαθμό;
Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση, θεωρώ ότι η όποια συνεργασία θα μπορούσε να διαθέτει τα χαρακτηριστικά της ισότιμης σχέσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θεωρώ ότι η σχέση θα είναι πάντα ετεροβαρής υπέρ του Ισραήλ και κατά της χώρας μας.

2. Δεδομένων των ανωτέρω, μία ισότιμη σχέση με το Ισραήλ, δεν έχει νόημα να εξετάζεται σε στενό διακρατικό επίπεδο. Αποκτά νόημα, μόνο αν εξετασθή σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή μόνο όταν τεθούν ως παράμετροι αυτής της σχέσης το σύνολο της ισχύος του Ελληνισμού και του Εβραϊσμου, παγκοσμίως. Η Ελλάδα υπολείπεται δραματικά και σε αυτόν τον τομέα.
Επομένως;;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου