12/7/10

Η εκπαίδευση ως κοινωνικό πρόβλημα: θεσμοί, ιδέες και συμπεριφορές

  
Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010 16:00
Στην παρούσα πολύπλευρη κρίση που διέρχεται η χώρα μας λέγεται και γράφεται συχνά πως η δοκιμασία αυτή καθ’ αυτή μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για την επιτακτικά αναγκαία αναμόρφωση της δημόσιας ζωής. Οπωσδήποτε η κρίση δεν είναι μόνο πολιτική και η δυσπραγία δεν αφορά μόνο την οικονομία, εφ’ όσον και οι δύο με την κοινή εμπειρία εξαρτώνται λίγο πολύ από ιδέες, συμπεριφορές και θεσμούς που δεν έχουν αυτά καθ’ εαυτά άμεση σχέση με την πολιτική ή την οικονομία: Ποιες ήταν (και είναι) αυτές οι ιδέες και συμπεριφορές, πώς λειτουργούσαν (και λειτουργούν ακόμη) οι θεσμοί, για ποιους λόγους και ως ποιο βαθμό το καθένα χωριστά συνέβαλαν στο να φθάσει η χώρα στην παρούσα κατάσταση, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει αντικειμενικά και νηφάλια και στην απαιτούμενη έκταση ερευνηθεί ως τώρα. Από όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής εκείνος, στον οποίο το έλλειμμα αυτής της αντικειμενικής και νηφάλιας γνώσης εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό κατά γενική ομολογία να υπάρχει, είναι η Εκπαίδευση Δεν θα υπήρχε και ίσως δεν θα είχαν προκύψει τα σημερινά αδιέξοδα, αν η Εκπαίδευση είχε γίνει- όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε- κοινωνικό πρόβλημα πολύ πριν από την κρίση.
Τι παράγει ή δεν παράγει η ελληνική εκπαίδευση και ποια σχέση έχει ό,τι παράγει ή δεν παράγει με την κοινωνία ή την οικονομία, έτσι ώστε:
  • Η χώρα μας να έχει τον αναλογικά μεγαλύτερο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων και συγχρόνως μια κατά γενική ομολογία ανεπαρκή ή προβληματική δημόσια διοίκηση.
  • Οι πολιτιστικές επιδόσεις της να βρίσκονται συνεχώς και περισσότερο σε κατάφωρη αντίθεση προς την πολιτισμική της παράδοση.
  • Η παρεχόμενη στις διάφορες βαθμίδες της παιδεία να είναι τέτοια ώστε να αντιμετωπίζει απίθανες στο παρελθόν συλλογικές συμπεριφορές νέων, όπως η εξέγερση του Δεκεμβρίου το 2008: Εξέγερση που έδωσε την αφορμή σε διεθνούς κυκλοφορίας ξένο (γερμανικό) βιβλίο, όπου παρουσιάζονται συνοπτικά όλες οι χώρες του σύγχρονου κόσμου, να επιγράψει την σχετική ενότητα με τον τίτλο: Το σαθρό ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (Der Fischer Weltalmanach,Zahlen,Daten Facten Φρανκφούρτη 2010,σ.224/5).
Αυτά μεταξύ άλλων είναι μερικά ερωτήματα που καθιστούν το εκπαιδευτικό κοινωνικό πρόβλημα προπάντων με την ηθική διάσταση που έχει δηλ. με ό,τι παλαιότερα συνήθως λεγόταν χρέος προς την νέα γενιά.
Θα ήταν πολύ χρήσιμο, φαίνεται όμως δύσκολο να συνειδητοποιηθεί στον βαθμό και στην έκταση που πρέπει, ότι αυτοί οι εξαιρετικά υπεράριθμοι δημόσιοι υπάλληλοι προέρχονται από τους παλαιότερα και τώρα υπεράριθμους αποφοίτους Γενικού Λυκείου και πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών, οι οποίοι στο μέγιστο ποσοστό τους μόνο από το δημόσιο μπορούσαν- και κατά κανόνα ήθελαν να απορροφηθούν. Και ότι αυτοί οι υπεράριθμοι απόφοιτοι Γενικού Λυκείου παράγονται από την κατάργηση των εξετάσεων από το Γυμνάσιο προς το Λύκειο που καθιερώθηκε το 1982 παρά την ομόφωνη απόφαση των πολιτικών και εκπαιδευτικών παραγόντων για την θέσπιση και αυστηρή τήρηση τους κατά την μεταρρύθμιση του 1976. Σε σχέση με το παρελθόν, η τομή στην εκπαίδευση, η οποία έγινε το 1982, σήμαινε την ανατροπή της εκπαιδευτικής πολιτικής από την εποχή του Ελ. Βενιζέλου που καθοριζόταν από την προσπάθεια της ενίσχυσης της τεχνικής - επαγγελματικής εκπαίδευσης. Σε σχέση προς το μέλλον σήμαινε την δημιουργία θεσμών, καταστάσεων και συμπεριφορών για τα οποία δεν ήταν δύσκολο να προβλεφθεί ότι θα γίνονταν η αφορμή για όλες τις αρνητικές σε παγκόσμια, εξ όσων γνωρίζω, κλίμακα μοναδικότητες της ελληνικής εκπαίδευσης (με τα παρεπόμενα της που βιώνουμε ως σήμερα).
  • Για την όσο το δυνατόν πιο εύκολη πρόσβαση σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό αποφοίτων του Λυκείου η διαμορφωθείσα νέα εκπαιδευτική πολιτική βούληση αύξαινε τους αριθμούς των εισακτέων που όριζαν οι σχολές των ΑΕΙ και με άλλες θέσεις, για να προστεθούν κατόπιν και οι μετεγγραφόμενοι από διάφορα Πανεπιστήμια των Βαλκανίων, της Κεντρικής Ευρώπης και της λοιπής υφηλίου φοιτητές.
  • Για την εξ ολοκλήρου κάλυψη των θέσεων η επιτυχία αποσυνδέθηκε από ένα καθολικής ισχύος κατώτερο όριο επιδόσεων, έτσι ώστε σε ορισμένα τμήματα να εισάγονται υποψήφιοι με γενικό βαθμό που δεν υπερέβαινε τον αριθμό των δακτύλων του ενός χεριού.
  • Οι δυσβάστακτοι αυτοί αριθμοί φοιτητών και σπουδαστών, από τη μια μεριά, οι απαιτήσεις παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης από την άλλη, οδήγησαν στην ίδρυση διαφόρων τμημάτων ΤΕΙ και ΑΕΙ όχι μόνο στα ήδη υπάρχοντα των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά και σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις, σε πολλά από τα οποία (όπως άλλωστε και στα παλαιά) το επίπεδο των σπουδών μαζί με την υποτυπώδη υποδομή οδηγεί και με την κοινή λογική κατ’ ευθείαν στην παραγωγή ολιγομαθών πτυχιούχων και στην ανεργία.
  • Αν σε όλα αυτά προστεθούν οι αμοιβές των λεγομένων μελών του Διδακτικού Ερευνητικού προσωπικού ( που μπορούν εύκολα να «εξελίσσονται» ως και την πρώτη βαθμίδα) τα (άγνωστα ως τώρα) ποσά για τα δωρεάν διανεμόμενα συγγράμματα, και την δωρεάν φοίτηση των φοιτητών, προκύπτει κάποια –οπωσδήποτε όχι ολοκληρωμένη- εικόνα μιας από τις αρνητικές μοναδικότητες (σε παγκόσμια κλίμακα) που υποδηλώθηκαν προηγουμένως. Το πιο παράδοξο αυτής της μοναδικότητος: Επί τριάντα χρόνια και παρ’ όλα τα εμφανή και αφανή (γνωστά όμως στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς κάθε βαθμίδας με μακρά θητεία) δεινά της ελληνικής εκπαίδευσης, κάθε δημόσια συζήτηση για την παιδεία επικεντρώνεται στο πρόβλημα της εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση – ένα «πρόβλημα», που επειδή συνδέεται ανέκαθεν πρωτίστως με το λεγόμενο πολιτικό κόστος, καθιστά αδύνατη κάθε αναγκαία μεταρρύθμιση.Ένα άλλο θλιβερό παράδοξο στην συγκεκριμένη περίπτωση: Η ίδια η πολιτεία απαξιώνει επίσημα και κατάφωρα την Γενική Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, εφ’όσον οι τελειόφοιτοι του Λυκείου μετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις ,πριν να υποστούν τις απολυτήριες εξετάσεις σε αυτό.
.Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα με τα παρεπόμενα της για τα εθνική οικονομία , αποδίδεται, εξ όσων γνωρίζω, κατά κύριο λόγο σε γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες και τα λάθη ή τις παραλείψεις της πολιτικής διαχείρισης. Η σχέση της με την Εκπαίδευση, Τεχνική και Γενική, αν δεν κάνω λάθος, περιστασιακά μόνο και με περιορισμένη ή ελλιπή πληροφόρηση θίγεται, εφ όσον το θεσμικό πλαίσιο και οι συνθήκες λειτουργίας, η υποδομή, το περιεχόμενο των σπουδών και οι προοπτικές της επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων εξακολουθούν να είναι ελάχιστα γνωστά στην κοινή γνώμη. Και το ερώτημα γιατί να λείπουν καλά καταρτισμένοι τεχνίτες, γεωργοί, ναυτικοί κ.ά. παραμερίζεται από «προτάσεις» ή μεταρρυθμίσεις με γνώμονα την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ή το αδιακρίτως επαναλαμβανόμενο αίτημα της αύξησης των δαπανών για την Παιδεία
Στην κοινή συνείδηση άγνωστη παραμένει επίσης η σχέση της χαμηλής ανταγωνιστικότητας με την επιβληθείσα και ποικιλοτρόπως προβαλλόμενη σε όλε ς τις βαθμίδες της εκπαίδευσης ισοπέδωση. Ταλαντούχοι μαθητές από τους οποίους θα προέλθουν οι τόσο αναγκαίες για την οικονομία καινοτόμες ιδέες, περιβαλλόμενοι από κατά κανόνα ανεπαρκείς διδάσκοντες και συμμαθητές χωρίς ξεχωριστά ενδιαφέροντα και προσόντα, είναι αδύνατο να βρουν την αναγνώριση που χρειάζεται οπουδήποτε η δημιουργική βούληση.
Δημιουργική φαντασία και συνδυαστική ικανότητα, που συνθέτουν την πρωτότυπη σκέψη και αποτελούν βασική προϋπόθεση για καινοτόμες ιδέες, δεν μπορούν να υπάρχουν όσο στην ελληνική εκπαίδευση επιβραβεύεται ή συχνά επιβάλλεται η γνωστή αποστήθιση. Είναι και αυτό μια αρνητική μοναδικότητα, όπως αρνητική μοναδικότητα είναι και οι πανεπιστημιακές σπουδές με τα δωρεάν διανεμόμενα, σε μεγάλο βαθμό αμφίβολης ποιότητας «συγγράμματα», την αποστήθιση των οποίων επιβάλλουν σε αρκετές περιπτώσεις οι συγγραφείς διδάσκοντες.
Κοινωνικό πρόβλημα με ευρύτερες διαστάσεις και το ανάλογο βάρος κοινωνικής αλλά και εθνικής ευθύνης αποτελεί επίσης η ποικιλοτρόπως προβαλλόμενη (κυρίως με τα Αναγνωστικά και τα ιστορικά εγχειρίδια) και δεσπόζουσα στη Γενική Εκπαίδευση (Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο) νέα ιδεολογία, με την ανατροπή κοινωνικών και ηθικών αξιών που την χαρακτηρίζει: Σε αντίθεση προς την συνταγματική διάταξη (άρ.16 παρ. 2: Η παιδεία έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και την διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες) με αυτήν την νέα ιδεολογία:
  • Οι νέοι μαθαίνουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις, και ότι μπορούν να διεκδικούν και να διαμαρτύρονται (ακόμη και με καταλήψεις), αλλά όχι να δημιουργούν και να προσφέρουν.
  • Αποδομείται η εθνική, ιστορική και θρησκευτική και θρησκευτική παράδοση και απαξιώνονται τα προβαλλόμενα από αυτήν πρότυπα εθνικής και κοινωνικής προσφοράς.
  • Κλονίζεται η εμπιστοσύνη των νέων στους θεσμούς της χώρας, με πρώτο το ίδιο το σχολείο.
  • Παραμερίζεται η γνώση της πραγματικότητος με παλαιά και σύγχρονα ιδεολογήματα, το περιεχόμενο των οποίων δεν μπορούν να κρίνουν ανήλικοι μαθητές.
{Για την σχετική τεκμηρίωση βλ. το βιβλίο του υπογράφοντος:Τα σχολικά βιβλία ως κοινωνικό πρόβλημα, Θεσσαλονίκη 2010, Εκδόσεις Αφών Κυριακίδη.}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου