22/6/10

Η κρίση της κοινοτικής Ευρώπης είναι υπαρξιακή

  
Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010 13:40
europe
Οι αλλεπάλληλες τον τελευταίο καιρό συναντήσεις των κοινοτικών ηγετών υπογραμμίζουν τη σοβαρότητα της κρίσης που σοβεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μιας κρίσης που από οικονομική, μετεξελίσσεται σε πολιτική – και τείνει έτσι να προσλάβει υπαρξιακό χαρακτήρα. Διότι, όπως εύστοχα διαπίστωσε και η Γερμανίδα καγκελάριος, η τύχη του ευρώ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις τύχες του όλου ευρωκοινοτικού εγχειρήματος.i
Από τη στιγμή που δρομολογήθηκε, η ΟΝΕ απέβη εκ των πραγμάτων το πλέον ορατό σύμβολο της κοινοτικής δυναμικής – και άρα και μέτρο αποτίμησης της πορείας της Κοινοτικής Ευρώπης. Πέραν δε αυτού, είναι προφανές ότι, αν η ΕΕ δεν κατορθώσει να διαμορφώσει  μια στοιχειωδώς κοινή γραμμή πλεύσης στον οικονομικό τομέα,  το έργο θα αποδειχθεί ακατόρθωτο στον πολύ πιο ευαίσθητο ως προς την εκχώρηση ψηγμάτων έστω κρατικής κυριαρχίας πολιτικο-στρατιωτικό.
Ωστόσο, η προσπάθεια επίτευξης του αναγκαίου οικονομικού συντονισμού έχει προκαλέσει στους κόλπους της Ένωσης έντονες και συνεχιζόμενες αντιπαραθέσεις, εστιασμένες, τόσο στη θεσμική μορφή, όσο και στο ουσιαστικό περιεχόμενο της λεγόμενης «οικονομικής διακυβέρνησης». Με τον Γάλλο πρόεδρο – κύριο υποκινητή τής, κατά τα άλλα, αρκετά αόριστης αυτής ιδέας – να τάσσεται υπέρ της λήψης των σχετικών αποφάσεων κατά κύριο λόγο, αν όχι και αποκλειστικώς, από τακτικές συνόδους κορυφής των δέκα έξι της ευρωζώνης, υποστηριζόμενες μάλιστα από μια μόνιμη γραμματεία. Και να ευνοεί την παροχή στις ασθενέστερες κοινοτικές οικονομίες γενναιόδωρης χρηματοπιστωτικής στήριξης υπό σχετικά χαλαρούς όρους. Αλλά με τη Γερμανίδα καγκελάριο, να ικανοποιεί μεν σε επίπεδο ορολογίας το Παρίσι, αναφερόμενη καταφατικά σε μια «οικονομική διακυβέρνηση» που αρχικά είχε κατηγορηματικά αποκρούσει, πλην όμως να επιμένει, και κατά τη σύνοδο κορυφής των 27 της 17ης Ιουνίου να επιτυγχάνει, αφ’ ενός, οι αποφάσεις να λαμβάνονται, κατά τα ειωθότα, από το σύνολο των κοινοτικών μελών, και, αφ’ ετέρου, η χρηματοπιστωτική συνδρομή προς τους δοκιμαζόμενους εταίρους να παρέχεται έναντι αυστηρότατης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Με επακόλουθο η γαλλική «νίκη» να αποδεικνύεται πύρρειος.ii
Ενώ τη γερμανική αντίθεση στην γαλλική αντίληψη για τη διαχείριση της κοινοτικής οικονομίας συμμερίζεται και η τρίτη μείζων ευρωκοινοτική δύναμη: η Μεγάλη Βρετανία – διαχρονικά απρόθυμη να θυσιάσει εθνικές της αρμοδιότητες στον βωμό της κοινοτικής συσσωμάτωσης Από την άλλη, όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι η βρετανική στάση παρέχει πράγματα και στους Γερμανούς. Καθώς ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός απέκλεισε κατηγορηματικά την τροποποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας, την οποία προτείνει η γερμανική πλευρά επί τω τέλει να θεσπισθούν αυστηρότερες κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αναστολής του δικαιώματος ψήφου, κατά των εταίρων που αποκλίνουν από τη δημοσιονομική ορθοδοξία.iii  Πρέπει πάντως να επισημανθεί, ότι η γερμανική αυτή αναθεωρητική πρωτοβουλία – με την οποία και ο κ. Σαρκοζί, παρά τις αντιρρήσεις του, συντάχθηκε τελικά, κηδόμενος του γαλλογερμανικού κλίματος – δεν είναι, σύμφωνα με μία όχι κατ’ ανάγκην ανακριβή ανάγνωση των γερμανικών χειρισμών, ειμή επικοινωνιακό πυροτέχνημα της κυρίας Μέρκελ, αποβλέπον πρωτίστως στην καταπράυνση των αγανακτισμένων για τα δημοσιονομικά βάρη που τους προσθέτει η διάσωση των προβληματικών κοινοτικών οικονομιών Γερμανών ψηφοφόρων..
Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι οι ευρωκοινοτικοί εταίροι, παρά τις μεταξύ τους διαφορές αντιλήψεων και συμφερόντων, θα συνεχίσουν να καταβάλλουν προσπάθειες για τη σωτηρία του ευρωπαϊκού νομίσματος – αρκεί οι απαιτούμενες θυσίες σε εθνικό χρήμα και αρμοδιότητες να μην υπερβαίνουν τα ανεκτά από το σύνολο των εταίρων όρια. Βέβαια, το εάν η επιβίωση του ευρώ είναι μεσοπρόθεσμα συμβατή με μια τέτοια προσέγγιση μόνο ο χρόνος θα δείξει. Η απάντηση, όμως, στο ερώτημα αυτό θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, και από τη γενικότερη πορεία της διεθνούς οικονομίας – δοθέντος ότι φυσικό είναι σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας οι αρνητικές επιπτώσεις της απουσίας κεντρικής οικονομικής διαχείρισης στην ευρωζώνη να αυξάνονται κατά γεωμετρική πρόοδο. 
Ενώ, η ενδοκοινοτική πολυφωνία – που πολύ συχνά ισοδυναμεί με κακοφωνία – περιστέλλει δραστικά και την ικανότητα της ΕΕ να επηρεάσει τα διεθνή οικονομικά δρώμενα προς την κατεύθυνση των κοινοτικών συμφερόντων και σε βαθμό αντίστοιχο προς τα μεγέθη των ευρωκοινοτικών οικονομιών. Κάτι που πιθανότατα θα καταδειχθεί άπαξ έτι κατά την επί θύραις σύνοδο των G-20 στο Τορόντο.iv  Στην οποία η Ένωση θα εκπροσωπηθεί, όχι μόνο από τους τρεις «προέδρους» της – τον εκλεγμένο πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, χώρας που ασκεί κατά το τρέχον εξάμηνο την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – αλλά και χάρις στη συμμετοχή των τεσσάρων οικονομικώς σημαντικότερων μελών της, ήτοι της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Ιταλίας, σε εθνική βάση. Με την πληθώρα όμως αυτή των κοινοτικών εκπροσώπων να αποτελεί ενδεχομένως και από μόνη της πρόβλημα.
Κατά τα λοιπά, η δυσλειτουργία της ΕΕ στον οικονομικό τομέα ουδέν το καλόν προοιωνίζεται και για την «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας». Οι έννοιες κοινός ευρωπαϊκός στρατός και κοινά ευρωπαϊκά σύνορα παραπέμπουν πλέον σε διαψευσθέντες οραματισμούς του παρελθόντος – και, για τους αθεράπευτα αισιόδοξους, όπως ο γράφων, σε ελπίδες για το απώτερο μέλλον. Ακόμη και η συγκρότηση της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη της Λισαβόνας κοινής ευρωπαϊκής διπλωματικής υπηρεσίας σημειώνει – εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητη, αλλά στο κρατούν κλίμα ευεξήγητη – καθυστέρηση. Ενώ, δικαιούται να διερωτηθεί κανείς αν, εν απουσία κοινής εξωτερικής πολιτικής, το κόστος της δεν θα είναι δυσανάλογο προς την όποια χρησιμότητά της. 
Παρά ταύτα, ο επιλεκτικός συντονισμός της πολιτικής των κοινοτικών κρατών στον διεθνή χώρο είναι, όχι μόνο εφικτός, αλλά και επιβεβλημένος. Διότι, εάν οι εταίροι δεν κατορθώσουν να εναρμονίσουν τη στάση τους έναντι μεγάλων δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα, ή μείζονος σημασίας θεμάτων όπως το Αφγανικό, το Ιρανικό, ή το Παλαιστινιακό, η ΕΕ θα εκφυλισθεί συν τω χρόνω σε βήμα διεθνοπολιτικών συζητήσεων χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Στην ευνοϊκότερη περίπτωση, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να εξακολουθούν να χειραγωγούν τα ευρωπαϊκά πράγματα μέσω ΝΑΤΟ. Χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να αποκλεισθεί και η επιστροφή της ηπείρου μας σε γεωπολιτική πολυδιάσπαση, υπό την μορφή ενός ανταγωνισμού μεταξύ των κύριων ευρωπαϊκών πρωτευουσών για την απόκτηση ζωνών επιρροής – σε αντίθεση όμως με την πάλαι ποτέ διεθνή ηγεμονική τους παρουσία, αυτή τη φορά υπό συνθήκες προϊούσης συνολικής περιθωριοποίησής τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
i. Απευθύνοντας τον λόγο στην Μπούντεσταγκ η κυρία Μέρκελ δήλωσε τα ακόλουθα: «Πρόκειται για τη ιστορική μας αποστολή. Εάν το ευρώ αποτύχει, θα αποτύχει και η Ευρώπη. Το ευρώ κινδυνεύει – εάν δεν αποτρέψουμε τον κίνδυνο αυτόν, οι συνέπειες για την Ευρώπη είναι ανυπολόγιστες.»
ii. Βλ. μεταξύ άλλων, Angela Merkel: Protecting The Euro A ‘Historic Task’, “The Huffington Post”, 22-6-2010.Βλ. Stephen Castle, A Burst of Summitry May Backfire Against Euro, “New York Times”, 16-6-2010, και, πιο αναλυτικά, L’ UE s’engage à plus de discipline budgétaire, “Le Monde”, 17-6-2010.
iii. Βλ. David Cameron rules out new EU powers to strengthen eurozone, “guardian.co.uk”, 21-6-2010, και Tony Barber και Alex Barker, ‘Shared sense of direction’ at EU summit, “Financial Times”, 17-6-2010.
iv. Βλ. ενδιαφέρουσα ανάλυση του Γ. Καπόπουλου, υπό τον τίτλο E.E: Παρούσα - απούσα στο Tορόντο, στην “Ημερησία” της 21ης Ιουνίου 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου