15/6/10

Οι καλοθελητές του Κυπριακού έρχονται

  
Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010 17:22
Γιά άλλη μιά φορά η ταλαίπωρος Κύπρος συγκεντρώνει το εποικοδομητικό ενδιαφέρον  διαφόρων διεθνών παραγόντων, οι οποίοι επιδιώκουν per mare, per terra μία λύση, μία οποιαδήποτε λύση, ο,τι νάναι, φθάνει να εκλείψει πιά το πρόβλημα αυτό που «χρονίζει εδώ και δεκαετίες».
Τό αστείο –θλιβερό αστείο- της προσφάτου επαναδραστηριο- ποιήσεως των παραγόντων αυτών, είναι ότι πιέζουν γιά λύση τώρα, που της τουρκοκυπριακής πλευράς ηγείται ο κ. Eroglu, alter ego του αλήστου μνήμης Denktash, ενω γίνεται γενικά αποδεκτό ότι η εκλογή του εν λόγω μειώνει, μέχρι σημείου εξαφανίσεως, τις προοπτικές επιτυχίας του ενδοκοινοτικού διαλόγου.
Και τώρα, ο Γενικός Γραμματεύς των Ηνωμένων Εθνών, προφανώς  καθ’ υπαγόρευσιν τρίτων, έρχεται και δηλώνει ότι η ενοχλητική αυτή εκκρεμότης πρέπει να τελειώνει επειγόντως. Είναι να αναρωτηθή κανείς: από που κι’ ως που βλέπει δυνατόν να ικανοποιηθή ο στόχος αυτός; Οι πολυετείς συνομιλίες μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ δεν απέδωσαν, μιά και ο επί της αντιπέραν όχθης ένστολος «Μεγάλος Αδελφός» επέμεινε –και επιμένει- στη διαμόρφωση τουρκοκυπριακών θέσεων που ήταν αδύνατον και ο πλέον ενδοτικός ελληνοκύπριος να αποδεχθή. Το φυσιολογικό και επιτυχώς επιδιωχθέν αποτέλεσμα ήταν ότι οι εγγεγραμένοι στους τουρκοκυπριακούς εκλογικούς καταλόγους (σημειώνετε ότι δεν χρησιμοποιώ τον όρο τουρκοκύπριοι) εγκατέλειψαν μιά πολιτική που «απεδείχθη» ανενεργός και στράφηκαν προς την γνωστη ντενκτασική αρνητική γραμμή.
΄Οταν ο μακαρίτης Τάσσος Παπαδόπουλος κάλεσε τους ελληνοκυπρίους να αρνηθούν να αποδεχθούν τό Σχέδιο Ανάν, έγινε δέκτης μυρίων επιθέσεων, τις περισσότερες από ελλαδικής πλευράς. Ενα πλήθος επαγγελματιών της πολιτικής, που δεν ενδιεφέροντο γιά το Κυπριακό ει μη μόνον παρά σαν ενοχλητική παρωνυχίδα της Weltpolitik που νόμιζαν ότι η Ελλάς μπορούσε να ασκήση μέσω της προσωπικής τους «αξίας» και ένας εσμός δημοσιογράφων ενδιαφερομένων μόνον γιά τους αστρονομικούς μισθούς που εισέπρατταν, εξέμεσαν τά πάντα. Από σαρκασμό γιατί το «Τάσσος» γραφόταν με δύο «σ», μέχρι ιερά οργή γιατί με την απόρριψη εκτιθέμεθα διεθνώς...
Γιά να είμαι ειλικρινής και να κάνω και εγώ την αυτοκριτική μου, όταν άκουσα την ομιλία του Παπαδόπουλου, ενοχλήθηκα. ΄Οχι από το περιεχόμενο, αλλά από τό ύφος, τα δάκρυα. Αυτό όμως είναι μιά άλλη υπόθεση.
Η ουσία είναι ότι όλες οι Κασσάνδρες που προέβλεπαν απομόνωση και διεθνή απαξίωση της ελληνοκυπριακής πλευράς διεψεύσθησαν. Αυτοί που καλόπιστα υπεστήριζαν το Σχέδιο Ανάν, συνειδητοποίησαν ότι η απόρριψη του δεν εσήμαινε το τέλος του κόσμου. Οι έλληνες πολιτικοί που ήσαν διαπρύσιοι κήρυκες του «ναι», έκαναν και αυτοί την οδυνηρή πορεία στην Κανόσσα, ταξειδεύοντας στη Λευκωσία γιά να πουν έργοις άν όχι λόγοις και αυτοί αν όχι το mea culma πάντως το peccavi Domine.
Βεβαίως, η αποστομωτική απόρριψη δεν υπήρχε περίπτωση να αποθαρρύνει τους εξ επαγγέλματος καλοθελητές. Αυτοί, γιά τους δικούς του λόγους ο καθένας, απλώς σταμάτησαν γιά λίγο τις προσπάθειες, γιά να τις επαναλάβουν όταν Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε ο Χριστόφιας.
Το σφάλμα που διέπρατταν βεβαίως οι έξωθεν επειγόμενοι παράγοντες είναι ότι μπέρδευαν την διάθεση γιά εποικοδομητική διαπραγμάτευση με την άνευ όρων παράδοση στις διαθέσεις της Τουρκίας. Και δεν μπορούσαν –ή δεν ήθελαν- να καταλάβουν ότι και οι δύο πλευρές αντιμετώπιζαν σχεδόν ανυπέρβλητες δυσχέρειες, που καθιστούσαν και καθιστούν την επίτευξη συμφωνίας σχεδόν  αδύνατη, όσο η ισορροπία των δυνάμεων στην Τουρκία παραμένει αυτή που είναι.
Συγκεκριμένα, η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει ξεκαθαρίσει τι δεν μπορεί να είναι αποδεκτό. Η ολοκληρωτική αποδοκιμασία του Σχεδίου Ανάν απέδειξε ότι οι προωθούντες την ιδέα «μία λύση – όποια και νάναι» δεν είχαν πλέον απήχηση στον ελληνοκυπριακό πληθυσμό. Οι ελληνοκύπριοι κατέστησαν σαφές ότι η λύση πρέπει να παρέχει και γι’ αυτούς θετικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, ότι η επιστροφή ωρισμένων αγροτεμαχίων και μιάς ερειπωμένης Αμμοχώστου, η ανοικοδόμηση της οποίας θα αποτελούσε δυσβάστακτο βάρος γά την οικονομία των ελληνοκυπρίων, δεν αρκούσε. Κατέστησαν σαφές ότι το επιδιωκόμενο είναι μία λειτουργική λύση η οποία δεν θα καθιστούσε την Κυπριακή Δημοκρατία ένα παγκόσμιο curiosum, ένα «κράτος» δηλαδή το οποίο θα εκυβερνάτο από μία δικαστική διωρισμένη τριανδρία ή πεντανδρία, αντί από τους κατοίκους του. Κατέστησαν σαφές ότι η ασφάλεια τους είναι αδιαπραγμάτευτη και ότι δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ένα μέλλον με μόνιμη παρουσία απροσδιορίστων χιλιάδων τουρκικού στρατού. Kατόπιν αυτού, ουδεμία παραλλαγή ή μεταγραμματισμός του Σχεδίου Ανάν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Οι συνομιλίες Χιστόφια –Ταλάτ ήσαν συνεπώς καταδικασμένες εξ αρχής.
Αλλά και η τουρκοκυπριακή πλευρά, από τη μεριά της, έχει πολύ μικρό ενδιαφέρον να κάνει ουσιαστικά βήματα. Εχοντας αποδεχθεί το Σχέδιο Ανάν –ανεξάρτητα από το αν αυτό συνιστούσε ένα λεόντιο υπέρ αυτής συνεταιρισμό στο νησί- δεν έχουν κανένα λόγο να μετακινηθούν από αυτά που θεωρούν κεκτημένα. Επαναλαμβάνουν κατά κόρον ότι οι ίδιοι δεν έχουν να κάνουν τίποτε, εξεπλήρωσαν το καθήκον τους αποδεχόμενοι το Σχέδιο Ανάν και είναι πλέον η σειρά των ελληνοκυπρίων επιδείξουν τη καλή τους θέληση. Η χορήγηση στους πραγματικούς τουρκοκυπρίους διαβατηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους άνοιξε τις πόρτες της Ευρώπης.Το άνοιγμα των σημείων ελέγχου επέτρεψε την εργασία στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία και άμβλυνε συνεπώς την οικονομική ανέχεια –συμβαλλούσης και της τάσεως των ελληνοκυπρίων να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα γιά τα ψώνια τους.... Συνεπώς οι συνομιλίες Ταλάτ- Χριστόφια ήσαν καταδικασμένες εξ αρχής.
Το αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ κατα τα χρόνια που πέρασαν, κάθε φορά που ο κ. Ντενκτάς απέρριπτε κάποια πρόταση, η επομένη αποτελούσε μία –μικρή ή μεγάλη- μετακίνηση πρός τις θέσεις του, τώρα, όταν γιά πρώτη φορά από το 1974 η  ελληνοκυπριακή πλευρά είναι αυτή που απορρίπτει μία πρόταση, δεν φαίνεται να καταβάλλεται από τους εκπονούντες τα κείμενα ούτε ίχνος  καν προσπαθείας γιά να υπάρξει κάποια ανταπόκριση στις ανησυχίες και τις αντιρρήσεις της. Οι σεναριογράφοι του Σχεδίου Ανάν και οι σκηνοθέτες του, φαίνεται ότι είχαν εξαντλήσει όλη τη φαντασία και την ευρηματικότητά τους στην φάση της καταρτίσεώς του και δεν τους απομένει τίποτε γιά την τροποποίησή του –στην απίθανη περιπτωση που θα επεδίωκαν κάτι τέτοιο.
Βεβαίως, η εκλογή Ερόγλου δεν ήταν γιά τους επαγελματίες προωθητές λύσεως του Κυπριακού ό,τι το καλύτερο. Είναι πολύ δύσκολο πλέον να ισχυρισθούν ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι υπεύθυνη γιά την αποτελμάτωση των συνομιλιών. Γι΄αυτό, τό απλούστερο γι’ αυτούς είναι η ταχυτέρα δυνατή επάνοδος στο Σχέδιο Ανάν, το οποίο είναι διαθέσιμο και το οποίο εν πάσει περιπτώσει έχει ήδη γίνει αποδεκτό από την μία πλευρά.
Είναι προφανές –τουλάχιστον το ελπίζω- ότι όπως έχουν τα πράγματα, θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο ο κυπριακός λαός να μεταβάλει στάση και να αποδεχθή τώρα αυτό που πρόσφατα απέρριψε. Συνεπώς, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα γιά να εκμαιευθή μία λύση του Κυπριακού επί τη βάσει των γνωστών μας κειμένων. Το ένα είναι να επιδιωχθή όπως παρακαμφθή η λαϊκή ψήφος και γίνει προσπάθεια  όπως το σχέδιο εγκριθή από την Κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων. Ενδεχόμενο μάλλον απίθανο, γιατί θα ήταν ουσιαστικά αδύνατο τα μέλη της Βουλή να αποδεχθούν να αναλάβουν παρόμοια ευθύνη. Επί πλέον, η εσκεμμένη παράκαμψη της λαϊκής ψήφου θα ήταν σαφές ότι θα σήμαινε επίσημη αναγνώριση ότι ένα δημοψήφισμα θα απέβαινε εναντίον του όποιου Σχεδίου Ανάν.
Οπότε, η μόνη λύση γιά τους προωθητές μένει να είναι ένας καταιγισμός προπαγάνδας, τόσο εκ μέρους του Κυπριακού όσο και εκ μέρους του Ελληνικού κράτους για να πεισθούν οι Κύπριοι να υπερψηφίσουν ό,τι τους προταθή. Ακόμα όμως και αν βρεθούν πρόθυμοι να συμπράξουν, είναι αμφίβολον κατά πόσον η προσπάθεια θα στεφθή από επιτυχία. Διότι ο κυπριακός λαός δύσκολα θα πεισθή να δεχθή τώρα αυτό που απέρριψε πρό ολίγων ετων – όταν μάλιστα είδε ότι οι Κασσάνδρες που πεοέβλεπαν διεθνή απομόνωση διεψεύσθησαν.
Δεν πρέπει άλλωστε να παραβλέπουμε ότι υπάρχουν και οι τρίτοι εκείνοι οι οποίοι ενδόμυχα απεύχονται τη λύση του Κυπριακού. ΄Οχι για λόγους συμπαθείας προς τους ελληνοκυπρίους ή επειδή θεωρούν «άδικο» το Σχέδιο Ανάν –τέτοιες φρασεολογίες δεν είναι γνωστές. Αλλά επειδή αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και συνεπώς θα προτιμούσαν να βλέπουν το Κυπριακό να «τραβάει», παρά να επιλύεται, οπότε και η Τουρκία θα είχε επισήμως απαλλαγεί από το άγος αυτό και θα είχε αρθεί ένα επιχείρημα εναντίον της εντάξεώς της.
Υπό τις συνθήκες αυτές η μόνη ενδεδειγμένη τακτική είναι να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και να αποδίδουμε στις πρωτοβουλίες και τις δηλώσεις τύπου Μπαν-Κι-Μουν την μηδαμινή αξία την οποία πραγματι έχουν. Και βεβαίως να μή μας συγκινούν επιχειρήματα του είδους ότι «αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία» ή ότι «ο χρόνος είναι εις βάρος μας»  ή ακόμη «κάθε νέα πρόταση είναι χειρότερη από την προηγούμενη». Μία αθλία και επικίνδυνη λύση δεν γίνεται ελκυστική ή έστω αποδεκτή, επειδή ενδέχεται η επομένη πρόταση να είναι έτι χειρότερη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου