14/6/10

Οι νέοι Τούρκικοι προσανατολισμοί και τα Ελληνικά συμφέροντα

  
Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010 07:46
dper1406Γενική είναι η εκτίμηση, ότι η επίθεση κατά του υπό τουρκική σημαία «Μαβί Μαρμαρά» κατέφερε σοβαρότατο πλήγμα στη διεθνή εικόνα του Ισραήλ. Το αναγνωρίζουν άλλωστε και οι ίδιοι οι Ισραηλινοί – έστω και αν στη μεγάλη πλειοψηφία τους θεωρούν ότι, υπό τις κρατούσες συνθήκες, η συνέχιση του αποκλεισμού της Γάζας είναι επιβεβλημένη. Ενώ, σύμφωνα με τους σοβαρότερους διεθνείς παρατηρητές, πληρέστερος σχεδιασμός και αρτιότερη εκτέλεση της επιχείρησης θα είχαν επιτρέψει την επίτευξη του αποτρεπτικού της στόχου άνευ της αιματοχυσίας, που στοίχισε τη ζωή σε εννέα Τούρκους. Κατά τα λοιπά, το πιθανότερο είναι ότι το Ισραήλ θα επιδιώξει να απαλύνει τις δυσμενείς διεθνείς εντυπώσεις, ελέγχοντας εφεξής με μεγαλύτερη ευελιξία τις θαλάσσιες και χερσαίες προσβάσεις προς την λωρίδα της Γάζας. 
 
Χωρίς, ωστόσο, να διακόψει τον, ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά του, έλεγχο επί του ορμητηρίου της Χαμάς. Μιας οργάνωσης, δηλαδή, που επαγγέλλεται επισήμως την κατάλυσή του. Και η οποία: Χαρακτηρίζεται ως τρομοκρατική από τις κύριες δυτικές δυνάμεις και την Ιαπωνία. Υποστηρίζεται ενεργώς από το Ιράν. Και αντιμετωπίζεται με μη αποκρυπτόμενη εχθρότητα από τα συντηρητικά αραβικά καθεστώτα. Πρωτίστως δε από την Αίγυπτο – η οποία μάλιστα, μέχρι προ ημερών, επέβαλλε τον δικό της, από ξηράς, αποκλεισμό της Γάζας.. 
Όπερ σημαίνει ότι η θορυβώδης διπλωματική εκστρατεία της Άγκυρας κατά του εβραϊκού κράτους αποκλείεται να επιφέρει τη μεταστροφή της ισραηλινής στάσης, στην οποία υποτίθεται ότι στοχεύει. Μεταξύ της τουρκικής φιλίας και της εθνικής τους ασφάλειας φυσικό είναι οι Ισραηλινοί να επιλέξουν τη δεύτερη. Και οι Τούρκοι αρμόδιοι ασφαλώς το γνωρίζουν. Διό και διερωτάται κανείς, κατά πόσον οι ακραίες αντιδράσεις της τουρκικής κυβέρνησης, πρωτοστατούντος του κ. Ερντογάν προσωπικώς, αποσκοπούν απλώς στην προστασία του τουρκικού εθνικού γοήτρου και την καταπράυνση του τουρκικού λαϊκού αισθήματος, ή εντάσσονται σε μια ριζική στρατηγική αναθεώρηση, συνεπαγόμενη διάρρηξη των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων και συμμαχία με ακραίες ισλαμικές δυνάμεις της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Και εάν μεν ισχύει το πρώτο, έως που μπορεί η τουρκική ηγεσία να τραβήξει το σχοινί, χωρίς να αυτοπαγιδευθεί; Εάν δε το δεύτερο, ποιο το τίμημα που θα κληθεί η Άγκυρα να καταβάλει στον διεθνή χώρο – αλλά και ποιες οι επιπτώσεις στην εσωτερική τουρκική σκηνή;
***
Κατηγορηματικές απαντήσεις στα ως άνω ερωτήματα τα διαθέσιμα αυτή τη στιγμή στοιχεία δεν επιτρέπουν. Κατά την πλέον διαδεδομένη – και καθησυχαστική – άποψη, η τουρκική κυβερνητική ηγεσία αντιλαμβάνεται ότι δεν αντέχει την αποξένωση από τη Δύση και επιδιώκει τη διεύρυνση των ερεισμάτων της Τουρκίας στον μεσανατολικό μουσουλμανικό χώρο ως συμπλήρωμα και όχι ως υποκατάστατο, των δυτικών δεσμών της – υπολογίζοντας μάλιστα ότι, χάρις στις μεσανατολικές αυτές διασυνδέσεις, η στρατηγική αξία της Άγκυρας για τους δυτικούς της συμμάχους θα αυξηθεί. Και συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την ανάγνωση αυτή των προθέσεών της, θα αποφύγει ενέργειες κλονίζουσες την τουρκική παρουσία στον δυτικό κόσμο, μεταξύ άλλων δε θα αναζητήσει, εν ευθέτω χρόνω, τρόπους μερικής τουλάχιστον αποκατάστασης των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων. 
Ουκ ολίγοι, εν τούτοις, σοβαροί αναλυτές αμφισβητούν την αισιόδοξη αυτή εκδοχή. Τονίζουν ότι η τουρκική στροφή είναι στρατηγικής, όχι τακτικής, υφής και άρα οριστική. Και, επικαλούμενοι την κλιμακούμενη εχθρότητα της Άγκυρας έναντι του Ισραήλ, τον εκ μέρους της εναγκαλισμό απεχθών ισλαμικών καθεστώτων τύπου Ιράν και Σουδάν, και τα προσκόμματα που παρεμβάλλει στη δυτική προσπάθεια ματαίωσης των ιρανικών πυρηνικών φιλοδοξιών – με πιο πρόσφατη εκδήλωση της προβληματικής αυτής τουρκική στάσης την καταψήφιση των διεθνών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών – υποστηρίζουν ότι το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ έχει εδώ και καιρό επιλέξει τη μουσουλμανική Ανατολή εις βάρος της Δύσης. Και ότι απλώς αποκαλύπτει τώρα ανετότερα τις προθέσεις του, επωφελούμενο, ή κατ’ άλλους και οιστρηλατούμενο σε κάποιο βαθμό, από το εκρηκτικό πάθος με το οποίο αντέδρασε στην ισραηλινή επίθεση ένα σημαντικότατο τμήμα της τουρκικής κοινής γνώμης, υπό την επήρεια εν πολλοίς ισλαμικών ανακλαστικών και συνακόλουθου αντισημιτισμού.  
Τον μέχρι πρότινος δε λανθάνοντα ισλαμικό αυτόν φανατισμό μεγάλης μερίδας του τουρκικού λαού επιβεβαιώνει – ενισχύοντας έτσι εμμέσως και την επιχειρηματολογία της απαισιόδοξης σχολής – και η αμηχανία που επιδεικνύουν, τόσο το πολιτικό, όσο και το στρατιωτικό σκέλος του κεμαλικού κατεστημένου, σε σχέση με τον τρόπο αντίδρασης στην ισραηλινή ενέργεια. Με το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, να καταδικάζει μεν την επίθεση ως πράξη «κρατικής τρομοκρατίας», αλλά και να εγκαλεί συγχρόνως την τουρκική κυβέρνηση, διότι δεν απέτρεψε το εγχείρημα των ακτιβιστών του «Μαβί Μαρμαρά» – διαχωρίζοντας έτσι σαφώς τη θέση του από την, ύποπτης διεθνούς δικτύωσης, αλλά ευνοούμενη από την κυβέρνηση Ερντογάν, ισλαμο-τουρκική οργάνωση ΙΗΗ που το πατρονάρισε.  
***
Ανεξάρτητα, πάντως, από το που θα γείρει τελικώς η πλάστιγγα των τουρκικών στρατηγικών αποφάσεων, η πολυπράγμων Άγκυρα των κ.κ. Ερντογάν και Νταβούτογλου έχει ήδη περιέλθει σε δυσχερή θέση:   Οι Αμερικανοί προβληματίζονται σοβαρά για τις τουρκικές προθέσεις. Βοηθούσης και της κοινοτικής οικονομικής κρίσης, η ήδη σκοτεινή ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παραπέμπεται πλέον στις κοινοτικές καλένδες. Η Μόσχα, ενώ προωθεί την αμοιβαίως επωφελή ρωσο-τουρκική ενεργειακή και οικονομική συνεργασία, αντιμετωπίζει τις τουρκικές βλέψεις στο μαλακό της υπογάστριο – στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία – με έντονη καχυποψία, ενώ επί του κρίσιμου θέματος των ιρανικών πυρηνικών συντάσσεται με την Ουάσιγκτον. Και, ναι μεν η δημοτικότητα της τουρκικής ηγεσίας στους κόλπους των αραβο-μουσουλμανικών μαζών σημειώνει θεαματική άνοδο, πλην όμως τα συντηρητικά αραβικά καθεστώτα, του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής κ. Αμπάς μη εξαιρουμένου, παρακολουθούν με ανησυχία την προσέγγιση της Άγκυρας με το ηγεμονικών τάσεων Ιράν – σιϊτικό, σημειωτέον, σε αντίθεση με τους ως επί το πολύ Σουνίτες Άραβες – και τους προστατευομένους του Χεζμπολάχ και Χαμάς. Αλλά και τη διαφαινόμενη φιλοδοξία της Τουρκίας να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή, εκ των πραγμάτων επί ζημία της επιρροής των κύριων αραβικών δυνάμεων και ειδικότερα της Αιγύπτου. Των δυσκολιών δε αυτών και των άλλων που ασφαλώς δεν θα λείψουν, αν η τουρκική κυβέρνηση εμμείνει στη σημερινή γραμμή πλεύσης, πρέπει να αναμένεται ότι οι κεμαλικές δυνάμεις θα επιδιώξουν να επωφεληθούν. Τόσο μάλλον που η εκλογική βάση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, όπως αποτυπώθηκε κατά τις εκλογές του Ιουλίου 2007, δεν υπερβαίνει το 46,66% - κατά τις δημοτικές εκλογές του περασμένου Μαρτίου συρρικνώθηκε στο 39% –   με την κοινοβουλευτική και κυβερνητική επικράτηση των ισλαμιστών να οφείλεται, αφ’ ενός, σε έναν εκλογικό νόμο θέτοντα το κατώφλι της εισόδου στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στο δυσεπίτευκτο 10%, και, αφ’ ετέρου και κυρίως, στην πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης. 
Η οποία, όμως, δείχνει τώρα να ισχυροποιείται. Καθώς, σύμφωνα με – αβέβαιης ομολογουμένως αξιοπιστίας – πρόσφατες σφυγμομετρήσεις, το κύριο αντιπολιτευτικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα σημειώνει, υπό τον νέο ηγέτη του κ. Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου σημαντική άνοδο.  Ενώ ο στρατιωτικός παράγων παραμένει πάντοτε ο μεγάλος – και πλέον επίφοβος για τους κυβερνώντες ισλαμιστές – άγνωστος. Το ότι δε ο κ. Ερντογάν έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να διακόψει τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ, εις πείσμα σημειωτέον αρχικών δηλώσεων κυβερνητικών παραγόντων περί του αντιθέτου, είναι ενδεικτικό της συνεχιζόμενης επιρροής του στρατού – αν όχι και to αποτέλεσμα καθοριστικής παρέμβασής του, όπως υποστηρίζει σχολιογράφος τουρκικής φιλοκυβερνητικής εφημερίδας.  Ενώ, σε περίπτωση που οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις για τις εξωτερικές επιλογές του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ επαληθεύονταν στην πράξη, δεν θα εξέπλησσε, αν δυτικά κέντρα, αλλά και ορισμένες συντηρητικές αραβικές κυβερνήσεις – και βέβαια καταλλήλως και οι Ισραηλινοί – παρείχαν στην τουρκική κοσμική και στρατιωτική αντιπολίτευση τη στήριξή τους. Γενικότερα δε, όσο οι Αμερικανοί με τους Ευρωπαίους συμμάχους των παρατείνουν την πολιτικο-στρατιωτική παρουσία τους στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή – και όλα δείχνουν ότι θα είναι δυναμικά παρόντες για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα – τα περιθώρια ελιγμού της Άγκυρας θα είναι περιορισμένα και το κόστος της εγκατάλειψης του ευρω-ατλαντικού χώρου πιθανότατα απαγορευτικό.
***
Με δεδομένη την κρίσιμη σημασία του τουρκικού παράγοντα για τα ελληνικά συμφέροντα, οι ως άνω εξελίξεις και αβεβαιότητες περί τους τουρκικούς προσανατολισμούς και ειδικότερα περί το καίριο τρίγωνο Τουρκία-Ισραήλ-Δύση παρουσιάζουν αυτονόητο ενδιαφέρον και για τη χώρα μας. Ως συνήθως, όμως, ο σχετικός δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα ρέπει προς την εξωπραγματικές υπερβολές. Ενώ δηλαδή μέχρι πρότινος, κατακεραυνώνοντας Αμερικανούς και Σιωνιστές ως  υποστηρικτές, αν όχι υποκινητές, των ανθελληνικών μηχανορραφιών της Άγκυρας,  ημέτεροι «γνωμοηγήτορες» εισηγούντο την αναζήτηση ανύπαρκτων εναλλακτικών στρατηγικών συμπράξεων εκτός του δυτικού κόσμου, αρκετοί από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους, με ίση επιπολαιότητα, εκδηλώνονται τώρα υπέρ μιας «συμμαχίας», υποτίθεται, με το εβραϊκό κράτος. Την οποία, σημειωτέον, οι Ισραηλινοί ουδόλως επιθυμούν, καθώς θα τους ήταν, όχι απλώς άχρηστη, αλλά και επιζήμια, λόγω των αρνητικών επιπτώσεών της στις τουρκο-ισραηλινές σχέσεις που προσπαθούν πάντοτε να περισώσουν. Ενώ μια τέτοια απόπειρα θα προσέκρουε στις μεγάλες δυτικές δυνάμεις – και πρωτίστως στην Ουάσιγκτον. Η οποία αποβλέπει πάντοτε στη διατήρηση της Άγκυρας στο δυτικό πλέγμα και γενικότερα στη διασφάλιση μιας δυτικόστροφης σταθερότητας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Κάτι που συμμερίζονται και οι φιλοδυτικές αραβικές πρωτεύουσες. Και άρα, το μόνο που θα απέφεραν κινήσεις της Αθήνας προς μια τέτοια – αδιέξοδη, πρέπει και πάλι να τονισθεί  – κατεύθυνση, θα ήταν η αυξημένη και καθαρά αντιπαραγωγική ένταση στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. 
Η καλλιέργεια στενών σχέσεων με το Ισραήλ αποτελεί αυταπόδεικτη αναγκαιότητα για την Ελλάδα. Και η εκ μέρους μας καθυστέρηση επί δεκαετίες της αναγνώρισης του εβραϊκού κράτους υπήρξε μείζον στρατηγικό σφάλμα – απότοκο του λαϊκισμού κυβερνώντων ενεργούντων υπό το κράτος ενός ευρέως διαδεδομένου στην ελληνική κοινή γνώμη τριτοκοσμισμού. Κατά τα λοιπά, όμως, στο ολισθηρό μεσανατολικό γεωπολιτικό τοπίο η χώρα μας οφείλει να κινηθεί προσεκτικά και με μέτρο. Σε συνεχή επαφή και, εφ’ όσον το εκάστοτε εθνικό μας διακύβευμα το επιτρέπει, και σε συντονισμό με τους κοινοτικούς εταίρους και τους κύριους νατοϊκούς συμμάχους της. Και κάνοντας πράξη, στις σχέσεις της με τους ποικίλους γείτονές της, την – υπερφιλόδοξη, είναι αλήθεια – επαγγελία του Τούρκου υπουργού εξωτερικών περί «μηδενικών προβλημάτων». Επιτυχέστερα πάντως, ας ελπίζει κανείς, απ΄ό,τι ο ίδιος ο κ.. Νταβούτογλου.
 

Σχόλια  

 
0 #1 Μανταδάκης Νικόλαος 09-07-2010 21:15
Σε ότι αφορά τις Τουρκοισραηλινέ ς σχέσεις να προσθέσω οτι οι εξελίξεις δείχνουν οτι η ρήξη ήταν περισσότερο επικοινωνιακή, (ενίσχυση τουρκικού προφίλ στον Αραβομουσουλμαν ικό κόσμο) παρά ουσιαστική και καταβάλλεται προσπάθεια αποκαταστάσεως των σχέσεων.
Σύμφωνα με το: Jane's Intelligence Weekly της περασμένης εβδομάδος

Turkey reaches out to EU and Israel
Both Turkish and Israeli sources confirmed that a covert meeting was held between Israeli Minister of Industry, Trade and Labour Benjamin Ben-Eliezer and Turkish Minister of Foreign Affairs Ahmet Davutoglu, who was heading to Brussels to discuss Turkey's accession process to the EU. The talks apparently took place at Israel's request

[first posted to http://jiwk.janes.com - 01 July 2010]
The meeting took place in Switzerland on 30 June,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου