31/5/10

Τα Ελληνοτουρκικά εκ νέου επί τάπητος

  
Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010 15:03
f16_450x
Η πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν επανέφερε για πολλοστή φορά Κυπριακό και Αιγαιακά στο προσκήνιο. Και συγχρόνως και το έλλειμμα στρατηγικής από πλευράς μας έναντι των υπό ευρεία έννοια ελληνοτουρκικών. Με τον δημόσιο, τουλάχιστον, διάλογο να κυριαρχείται, αφ’ ενός, από τους πιστεύοντες ότι αρκεί η πύκνωση των επαφών με τη γείτονα για να επιλυθούν ως δια μαγείας τα χρονίζοντα και εκρηκτικά προβλήματα και, αφ’ ετέρου, από τους οπαδούς της συνέχισης της μέχρι τώρα κατ’ ουσίαν αδράνειάς μας. Και με την ανταλλαγή κατηγοριών μεταξύ των μεν και των δε – π.χ. για «ενδοτικότητα» ή για «υπερεθνικισμό» – να διαμορφώνει ψυχολογικό κλίμα απρόσφορο για τη χάραξη ρεαλιστικής γραμμής πλεύσης.
Αφετηρία της οποίας πρέπει να είναι η διαπίστωση, ότι η διαιώνιση των διαφορών μας με τη γείτονα λειτουργεί κυρίως επί ζημία των ελληνικών συμφερόντων. Καθώς, σε ό,τι μεν αφορά στην Κύπρο, οδηγεί αναπόφευκτα στην εμπέδωση της χωρίς ανταλλάγματα, εδαφικά και άλλα, διχοτόμησης, με παράλληλη διατήρηση μιας επικίνδυνης εστίας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Ως προς δε το Αιγαίο, σημαίνει: Αδυναμία εκμετάλλευσης των όποιων υποθαλάσσιων πόρων υφίστανται. Συνεχή και εξευτελιστική παραβίαση του εναέριου χώρου μας από την τουρκική αεροπορία. Και ουσιαστική ακύρωση της άσκησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που αποτελούν τα Ίμια.
Ενώ, παραλλήλως, μεταβάλλεται συνεχώς εις βάρος μας το στρατιωτικό ισοζύγιο ισχύος, με την Τουρκία να αξιοποιεί την ραγδαία ανάπτυξη της οικονομίας της και το τεράστιο δημογραφικό της δυναμικό. Και η δυνατότητα επηρεασμού της τουρκικής στάσης από τη Δύση περιορίζεται, λόγω της αύξουσας απεξάρτησης της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας από την αδιέξοδη ενταξιακή πορεία της και άρα από την ευρωκοινοτική επιρροή, αλλά και συνεπεία της μειούμενης ανταπόκρισης της ισλαμογενούς τουρκικής κυβέρνησης στις υποδείξεις του αμερικανικού παράγοντα.
Προφανές, επομένως, συμφέρον της χώρας μας είναι η ταχύτερη δυνατόν επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, προκειμένου η ελληνική πολιτική – εσωτερική και εξωτερική – να παύσει να διατελεί υπό τουρκική ομηρία. Κάτι που, ειρήσθω εν παρόδω, έπρεπε ήδη να είχε επιδιωχθεί ενεργώς από τη δεκαετία του ’70 – δηλαδή υπό συνθήκες σαφώς ευνοϊκότερου για την ελληνική πλευρά συσχετισμού δυνάμεων.  Μένει φυσικά να φανεί κατά πόσον η Άγκυρα είναι σήμερα διατεθειμένη να συναινέσει σε λύσεις συμβατές με τα αδιαπραγμάτευτα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα.
Εν αναμονή, όμως, της διαπίστωσης των τουρκικών προθέσεων, μέσω του μόνου διαθέσιμου τρόπου, ήτοι μιας ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, χρήσιμο είναι να διευκρινισθούν ορισμένες βασικές παράμετροι των διαφορών μας με τη γείτονα.
Εν πρώτοις, η γνήσια επανένωση της Κύπρου – η ιδανική από τη σκοπιά μας επιλογή – είναι καταφανώς ανέφικτη. Τόσο οι Τουρκοκύπριοι, όσο – πολύ σημαντικότερο – η Άγκυρα, την αποκλείουν – και έχουν τη δύναμη να την εμποδίσουν. Και επομένως, για να τερματίσουμε την παρούσα, ανεπιθύμητη για τους προαναφερθέντες λόγους, ντε φάκτο διχοτόμηση, καλούμεθα να επιλέξουμε μεταξύ ενός ψιμυθιωμένου σχεδίου Ανάν – πολλαπλώς  αντενδεικνυόμενου, όπως επανειλημμένως τονίσθηκε και από αυτή τη στήλη, αλλά υποστηριζόμενου από τους Αγγλο-Αμερικανούς ως ιδεώδους ρύθμισης για την νομική και πολιτική κατοχύρωση των βρετανικών βάσεων, με την, εκτός των άλλων, εξουδετέρωση των «μητέρων-πατρίδων» και όλως ιδιαίτερα της ελληνικής –  και της ευθείας, συμπεφωνημένης διχοτόμησης έναντι ανταλλαγμάτων. Με τους Τούρκους να αντιμετωπίζουν θετικά, όπως όλα δείχνουν, και τις δύο αυτές λύσεις – μολονότι φυσικό είναι να προτιμούν τη νομιμοποίηση του εδαφικού στάτους κβο με την αναγνώριση του ψευδοκράτους στα σημερινά του «σύνορα».
Σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο: Η άποψη ότι η διένεξη περί την υφαλοκρηπίδα αποτελεί τη «μόνη διαφορά» μας με τη γείτονα στερείται ρεαλισμού. Και μόνη η σύναψη του ελληνοτουρκικού συνυποσχετικού για την, σύμφωνα με την πάγια ελληνική θέση, παραπομπή της διαφοράς αυτής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προϋποθέτει την επίλυση σειράς άλλων προβλημάτων – με κρισιμότερο το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. (Θα επεκταθούν τα ελληνικά χωρικά ύδατα στα 12 ν.μ; Θα παραμείνουν στα 6 ν.μ.; Θα συμφωνηθεί επιλεκτική τους επέκταση;) Ενώ συναφές ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άρση της αμφισβήτησης από την Τουρκία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας επί των Ιμίων. (Ενδεχομένως με την αποδοχή από την τουρκική πλευρά της πρότασης του Ιανουαρίου 1996 του τότε προέδρου της δημοκρατίας κ. Στεφανόπουλου να προσφύγει η Άγκυρα στο Διεθνές Δικαστήριο – όπου η νομική θέση μας θα είναι ιδιαίτερη ισχυρή.). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ειδικότερα το εύρος του ελληνικού θαλάσσιου χώρου – και συνακόλουθα και του εναέριου – έχει επανειλημμένως αποτελέσει αντικείμενο ελληνοτουρκικού «διαλόγου», από την εποχή ήδη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και αναπόφευκτα θα επανέλθει επί τάπητος, αν η προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα επαναληφθεί.
Ωστόσο, η δρομολόγηση μιας σοβαρής διαπραγμάτευσης με την Τουρκία δεν είναι νοητή χωρίς την προηγούμενη διαμόρφωση κατάλληλου κλίματος. Πρωτίστως με τον τερματισμό της απόπειρας των Τούρκων να δημιουργήσουν τετελεσμένα εις βάρος μας, και συγχρόνως να μας καταπτοήσουν, μέσω στρατιωτικών πιέσεων. (Η εν προκειμένω στάση τους θα παράσχει και σημαντική ένδειξη των πραγματικών τους προθέσεων.) Κατά τα λοιπά δε, το ενίοτε τιθέμενο ερώτημα κατά πόσον οι ισλαμιστές του Κόμματος της Δικαιοσύνης και Ευημερίας είναι προτιμότεροι ως συνομιλητές από το κεμαλικό κατεστημένο και ειδικότερα από τους στρατιωτικούς αποτελεί ψευδοδίλημμα. Καθώς οι δύο αυτές συνιστώσες του τουρκικού πολιτικού συστήματος, όχι μόνο συνδιαχειρίζονται τα υπό ευρεία έννοια Ελληνοτουρκικά, αλλά και ουσιαστικά συμπλέουν – ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους ιδιαιτερότητες και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Και εν πάση περιπτώσει, ευχέρεια επιλογής ανάμεσά τους δεν έχουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου