31/5/10

Σχετικά με την σημερινή οικονομική -και όχι μόνο- κατάσταση

  
Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010 15:58
Ανοίγουμε σήμερα μιά καινούργια στήλη αλληλοεπικοινωνίας, ανταλλαγής απόψεων, διαφωνιών και σχολιασμού είτε προσφάτων είτε παλαιοτέρων γεγονότων. Μιά στήλη που ο συντάκτης της θα ήθελε να εξελιχθή σε στήλη πραγματικού διαλόγου, ενός διαλόγου που μόνο χρήσιμος μπορεί να αποδειχθή.
Και έχουμε ανάγκη διαλόγου. Απόλυτη ανάγκη. Ο διάλογος και η νηφάλια ανταλλαγή απόψεων είναι κάτι που μας λείπει. Στην σημερινή Ελλάδα ο εποικοδομητικός διάλογος έχει υποκατασταθή από τον εξαγγελτικό λόγο, τους αφορισμούς και τις καταγγελίες.
Καμμία προσπάθεια δεν γίνεται γιά να αντιληφθούμε την οπτική γωνία του συνομιλητού μας. Αν είναι αντίθετη με τη δική μας είναι, στην καλύτεη των περιπτώσεων, εσφαλμένη, Στη χειρότερη,προδοτική, (Δύο κατηγορίες ανθρώπων έχουν λίγο-πολύ το δικαίωμα να θεωρούν ότι κατέχουν την αλήθεια: οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και οι θεολόγοι –άν και οι τελευταίοι θα έπρεπε να είναι πιό προσεκτικοί στις απόλυτες τοποθετήσεις τους. Στο κάτω-κάτω, όταν ο Πόντιος Πιλάτος ερώτησε τον Ιησού «Τι εστίν αλήθεια;», δεν προκύπτει από το κείμενο του Ευαγγελίου ο Χριστός να απήντησε.) Τη στγμή αυτή, το μόνο θέμα που έρχεται στο νου σαν πραγματικά άξιο σχολιασμού, είναι η σημερινή εσωτερική κατάσταση της Ελλάδος. ΄Οχι πως η χώρα μας δεν συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα γνωστά εξωτερικά προβλήματα. Αλλά αυτά είναι λίγο-πολύ, από δεκαετίες, τμήμα της ελληνικής πραγματικότητος. Η οικονομική όμως κρίση, αν και προβλέψιμη γιά τον νουνεχή οικονομικό παρατηρητή, έπεσε σαν κεραυνός γιά την μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, που είχαν συνηθίσει στον αυτοματισμό των αυξήσεων των αποδοχών και των χαμηλών –των χαμηλοτέρων στην Ευρώπη- χρόνων σνταξιοδοτήσεως. Γιά τον λόγο αυτό πρέπει, πιστεύω, να δούμε τα πράγματα με ειλικρίνεια και με ισχυρή δόση αυτοκριτικής.
Η χώρα μας περνάει τους τελευταίους μήνες την δυσχερέστερη περίοδο που έχει ζήσει εδώ και δεκαετίες –πάντως την δυσχερέστερη περίοδο εν καιρώ ειρήνης. Γιά μένα, το χειρότερο και το πιό επικίνδυνο δεν είναι ότι βρισκόμαστε υπό διεθνή ελεγχο και ότι, ουσιαστικά, οι εκλελεγμένοι κυβερνήτες μας είναι υποχρεωμένοι να εκτελούν και να εφαρμόζουν οδηγίες τρίτων, διεθνών δημοσίων υπαλλήλων. Είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να δεχθή ότι γιά την σημερινή κατάσταση φταίμε εμείς. Και βεβαίως, γιά την αντίλήψη αυτή υπεύθυνος δεν είναι ο κόσμος. Φταίνε πλείστα όσα μέσα «ενημερώσεως», τα οποία δείχνουν να έχουν αποκλειστικό στόχο την παραπληροφόρηση και την πρόκληση πανικού. Φταίνε πολιτικοί παράγοντες, που τρέμουν μήπως εντοπισθούν οι δικές τους ευθύνες, Φταίνε οι διάφορες οργανώσεις, που ενώ είναι ενημερωμένες καλύτερα από τον  μέσο πολίτη, ασχολούνται αποκλειστικά με  συνεχείς διεκδικήσεις, ανεξαρτήτως αν αυτά που ζητάνε είναι εφικτά ή όχι. Φταίνε τα συνδικάτα, τα οποία σχεδόν εκήρυτταν πόλεμο σε κάθε προσπάθεια αναμορφώσεως του ασφαλιστικού συστήματος, ενώ θα έπρεπε να ξέρουν ότι, δυστυχώς, έσεται ήμαρ. Και τώρα οι συνέπειες της πολιτικής αυτής φέρουν την θύελλα, η οποία, φευ, πίπτει επί δικαίων και αδίκων.
Πέρα όμως απ΄αυτά είναι πραγματικά θλιβερό το θέαμα και το ακρόασμα των κρατούντων, τόσο των νύν όσο και των προσφάτων, να αποδίδουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη γιά την σημερινή κατάντια μας. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται. Και επί της ουσίας, να μη λένε τίποτε. Για το πως φθάσαμε εδώ, ούτε λέξη.  
Ας θυμηθούμε ότι πρίν από μερικά χρόνια διακηρύσσαμε κορδακιζόμενοι ότι η Ελλάς αποτελεί μοναδική όαση ειρήνης, ασφαλείας και αναπτύξεως στα ταραγμένα Βαλκάνια. Και ότι παρείχαμε γενναιόδωρα και άνευ ανταλλάγματος την υποστήριξη μας σε οποιοδήποτε κράτος ήθελε να ενταχθή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πόσο κούφια ακούγονται τώρα τα λόγια αυτά, όταν η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Μάλτα συνεισφέρουν στον κοινό ευρωπαϊκό κορβανά για να αποφύγουμε την χρεωκοπία...
Είναι ευχάριστο, εύκολο και ανέξοδο να κατηγορούμε τους τρίτους γιά την σημερινή κατάσταση. Οι Γερμανοί, οι κερδοσκόποι, η Wall Street, οι εχθροί του Ευρώ κλπ., κλπ. Αυτοί είναι οι υπεύθυνοι γιά την σημερινή κατάσταση. Οι δικαιολογίες γιά το πως φθάσαμε εκεί που φθάσαμε είνα άπειρες. Μέχρι και το φαιδρό ότι «φταίνε αυτοί γιατί δεν ήλεγχαν που πήγαιναν τα λεφτά τους».
Πάντα φταίει κάπόιος τρίτος. Εμείς ποτέ δεν φταίμε γιά τίποτα. Και όμως, εμείς φταίμε. Ας σκεφθούμε  πόσα δισεκατομμύρια Ευρώ εισέρρευσαν στην Ελλάδα από το 1981. Τα χρήματα αυτά δεν μας εδίδοντο γιά την χορήγηση αυξήσεων και επιδομάτων. Εδίδοντο γιά να γίνουν στην Ελλάδα τα απαραίτητα έργα υποδομής που θα διευκόλυναν την ανάπτυξη της οικονομίας μας, ώστε η Ελλάς να φθάσει στο επίπεδο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και από τα χρήματα αυτά, ελάχιστο μόλις ποσοστό αξιοποιήθηκε όπως έπρεπε. Τα άλλα είτε χρησιμοποιήθηκαν γιά αλλότριους σκοπούς, είτε έλαβαν την άγουσαν προς τις ιδιωτικές καταθέσεις επιτηδείων, είτε, σε μεγάλο βαθμό, δεν αξιοποιήθηκαν καν, λόγω της ανικανότητος μας να τα απορροφήσουμε. Η ευθύνη των Κυβερνήσεων, κυρίως εκείνων της δεκαετίας του ’80, που έκαναν την  διασπάθιση του δημοσίου χρηματος κανόνα και που εθώπευσαν όλα τα χειρότερα ένστικτα του Έλληνα, είναι τεραστία. Και η ευθύνη αυτών των εκλελεγμένων από τον ελληνικό λαό Κυβερνήσεων είναι ακόμα μεγαλύτερη, αν σκεφθεί κανείς δύο πράγματα: ότι γιά μικροκομματικούς λόγους καταξόδεψαν το χρήμα των ασφαλιστικών ταμείων και μείωσαν «γιά λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης» σε απίστευτο βαθμό ωρισμένα όρια ηλικίας προς συνταξιοδότηση και, κυρίως, ότι καλλιέργησαν την φιλοσοφία ότι μπορείς να εισπράττεις χωρίς να αποδίδεις έργο. Και ότι είναι, άν όχι θεμιτό, πάντως αποδεκτό, τμήμα των δημοσίων χρημάτων που διαχειρίζεσαι να λάβει την άγουσα  προς τις ιδιωτικές σου καταθέσεις.
Η Ελλάς αντιμετωπίζει βαθυτάτη ηθική κρίση. Η έννοια της ανάγκης εργασίας έχει εξαφανισθή. Μία βόλτα στο κέντρο της Αθήνας τις μεσημεριανές ώρες θα δείξει τα καφενεία και εστιατόρια γεμάτα από αργόσχολη νεολαία. Σε καμμία άλλη χώρα δεν θα αντιμετωπίσει κανείς αυτό το φαινόμενο. Σ’αυτές, οι μόνοι θαμώνες καφενείων τις ώρες εργασίας είναι αποκλειστικά τουρίστες ή συνταξιούχοι. Οι άλλοι εργάζονται. Εδώ, μιά ολόκληρη γενιά έχει μεγαλώσει με την αντίληψη ότι η εργασία είναι γιά   τους άλλους. Εμείς μπορούμε να ζήσουμε με την αρπαχτή.  
Η Ελλάς έχει παύσει να παράγει. Ο,τιδήποτε. Δεν χρειάζεται να απαριθμήσει κανείς τις περιπτώσεις. ΄Ενα παράδειγμα μόνο: πρόσφατα, το Πάσχα, πουλάγαν στον δρόμο κάρβουνα είσαγωγής από την Αργεντινή. Τι χρείαν έχωμεν σχολίων...
Η κρίση την οποία αντιμετωπίζουμε είναι συνεπώς μιά καθαρά εθνική κρίση. ΄Οταν οι οικονομικές δυσκολίες είναι αυτές που είναι, με την χρεωκοπία του τόπου μονίμως επικρεμάμενη, όταν η ηθική βάση του κόσμου έχει κλονισθή και έχει υπονομευθή στο σημείο που έχει, όταν  η χώρα μας έχει γίνει διεθνώς περίγελως και παράδειγμα προς αποφυγήν , τότε δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο γιά οικονομική κρίση και να μελετάμε απλώς τις καμπύλες των επιδόσεων. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι πολύ βαθύτερο και σοβαρώτερο.
Η Ελλάς έχει το θλιβερό προνόμιο να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις λίγες χώρες που έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα εξωτερικής πολιτικής. Αυτά είναι τω όντι σοβαρά και ωρισμένα περιέχουν και κινδύνους γιά τον τόπο μας.  Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα αγνοούμε, ελπίζοντας ότι θα λυθούν από μόνα τους. Πρέπει να αντιμετωπισθούν. Ανεξάρτητα όμως από το ποιά  πολιτική ακολουθηθή, οι προϋποθέσεις γιά την επιτυχή άσκησή της είναι δεδομένες: γιά να μπορέσει μιά χώρα να προωθήσει τα εθνικά της συμφέροντα, χρειάζεται ισχύ: ψυχική, οικονομική, στρατιωτική, διπλωματική  –δηλαδή συμμάχους και υποστηρικτές. Αν εξετάσουμε ειλικρινώς τις δυνατότητές μας στους τομείς αυτούς, θα καταλήξουμε σε πραγματικά βαθύτατα απαισιόδοξα συμπεράσματα.
Αυτό που προέχει στο έργο ανορθώσεως του τόπου μας, είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι χρέος όλων μας να συμβάλουμε στην  τιτάνεια όντως αυτή πρσπάθεια. Τιτάνεια γιατί πέρα από την προσπάθεια ανορθώσεως των οικονομικών, πρέπει να επέλθη και μεταβολή στην νοοτροπία και τα ήθη. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι η εποχή των συνταξιοδοτήσεων μετά από βραχύ διάστημα εργασίας πέρασε και ότι, δυστυχώς, θα πρέπει να ζήσουμε στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας. Ο,τι κερδίζουμε, τόσα να καταναλίσκουμε.  
Θα πρέπει να σταματήσουμε να μεμφόμαστε τους τρίτους για τα δικά μας λάθη και να κάνουμε την απαραίτητη αυτοκριτική. Στο κάτω-κάτω, οι «κακοί τρίτοι» δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα, γιά να μας παρέχουν εσαεί και αφιλοκερδώς βοήθεια.  Με δυσφορία μας έδωσαν μία τελευταία ευκαιρία. Δεν πρέπει να την χάσουμε.
Γιά να πετύχει όμως η προσπάθεια, θα πρέπει όλοι να την καταβάλουν. Οι θυσίες πρέπει να προέρχωνται από όλους. Πρέπει να είναι δίκαια κατανεμημένες. Και να είναι προφανές ότι είναι δίκαιες.
Αλλά γι’ αυτά μπορεί να συνεχίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου