9/4/10

Η ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

  
Παρασκευή, 09 Απριλίου 2010 12:07
Ενώ, ευεξήγητα, η προσοχή της κοινής γνώμης – και όχι μόνο της ελληνικής – απορροφάται από τα τρέχοντα, ο εφετινός Απρίλιος αποδεικνύεται σταθμός ως προς το κρίσιμο για το σύνολο της ανθρωπότητας θέμα του ρόλου και του μέλλοντος των πυρηνικών όπλων. Με την αμερικανική κυβέρνηση να εξαγγέλλει την 6η Απριλίου το νέο πυρηνικό της δόγμα. Με τους προέδρους των ΗΠΑ και της Ρωσίας να υπογράφουν την 7η Απριλίου την ανανεωμένη έκδοση της Συμφωνίας για την Μείωση των Στρατηγικών Όπλων του 1991 (γνωστής και με το αγγλικό ακρώνυμο START). Και με την Ουάσιγκτον να φιλοξενεί στις 12-13 Απριλίου Σύνοδο Κορυφής για τα Πυρηνικά με συμμετοχή 47 κρατών.
 
***
 
Προ ενός έτους στην Πράγα, ο πρόεδρος Ομπάμα έθεσε ως στόχο την κατάργηση των πυρηνικών οπλοστασίων – προειδοποιώντας, όμως, ότι η σχετική προσπάθεια θα είναι χρονοβόρος και ότι πιθανότατα δεν θα ευοδωθεί διαρκούσης της ζωής του. Πράγματι δε, η «Αναθεώρηση Πυρηνικής Συγκρότησης» (Nuclear Posture Review ή NPR) που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο άμυνας, μολονότι αναπαράγει την μακροπρόθεσμη αυτή στόχευση-ευχή του προέδρου, συγχρόνως επιβεβαιώνει τον συνεχιζόμενο κεντρικό στρατηγικό ρόλο των πυρηνικών. Ως προς του όρους χρησιμοποίησης των οποίων εισάγει, ωστόσο, σημαντικές περιοριστικές καινοτομίες.
 
Πιο συγκεκριμένα: Προβλέποντας ότι «[τ]α πυρηνικά όπλα θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν κρίσιμο (essential) ρόλο για την αποτροπή ενδεχόμενων αντιπάλων και για την καθησύχαση συμμάχων και εταίρων ανά τον κόσμο.» η έκθεση του Πενταγώνου διατηρεί τον κεντρικό άξονα της αμερικανικής πυρηνικής στρατηγικής ανέπαφο. Συγχρόνως, όμως, θέτει το αμερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο και στην υπηρεσία των μεταψυχροπολεμικών προτεραιοτήτων της Ουάσιγκτον: – συνδέοντάς το, άμεσα μεν, με την παρεμπόδιση της πυρηνικής διασποράς, έμμεσα δε, με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και ειδικότερα με την αντιμετώπιση του κινδύνου πυρηνικά όπλα να περιέλθουν εις χείρας τρομοκρατών. Και συνακόλουθα το νέο δόγμα, από τη μια μεν – σε αντίθεση με το προϊσχύον – δεσμεύει τις ΗΠΑ να μη χρησιμοποιήσουν πυρηνικά κατά κράτους που δεν τα διαθέτει, από την άλλη, όμως, θέτει ως διττό προς τούτο όρο, το εν λόγω κράτος να συμμετέχει στη Συνθήκη Μη Διασποράς Πυρηνικών και να σέβεται τις εξ αυτής υποχρεώσεις του. Στοχοποιώντας έτσι – και δη ρητώς – τόσο τη Βόρεια Κορέα, όσο και το Ιράν.
 
***
Πέραν τούτων, όμως, η Έκθεση διαπιστώνει ότι η διασφάλιση της αμερικανικής αποτρεπτικής ικανότητας ουδόλως αποκλείει τις, για πλείονες λόγους, επιθυμητές περικοπές στο πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας. Στο πνεύμα δε αυτό διεξήγατε η αμερικανική πλευρά και τις διαπραγματεύσεις για τη νέα συνθήκη START, την οποία οι πρόεδροι Ομπάμα και Μεντβέντεβ υπέγραψαν στις 7 Απριλίου. Και η οποία θεσπίζει αμοιβαίες μειώσεις της τάξης του 30% για τις πυρηνικές κεφαλές και άνω του 50% για τα μέσα μεταφοράς τους.
 
Τα αμερικανικά κίνητρα είναι προφανή. Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον οι ψυχροπολεμικοί συσχετισμοί έχουν πλήρως αντιστραφεί. Την – εικαζόμενη, έστω – συμβατική υπεροπλία των Σοβιετικών, που καθιστούσε το πυρηνικό αποτρεπτικό καθοριστικής σημασίας για τη δυτική και κυρίως την ευρωπαϊκή ασφάλεια, έχει διαδεχθεί η συντριπτική υπεροχή των αμερικανικών συμβατικών δυνάμεων. Σε συνδυασμό δε και με την αναμορφωμένη αντιπυραυλική ασπίδα – την οποία, χάρις στην ανυποχώρητη στάση του προέδρου Ομπάμα έναντι των ρωσικών εμμονών, η συνομολογηθείσα συμφωνία δεν αποκλείει και ασφαλώς οι Αμερικανοί θα προωθήσουν – η Ουάσιγκτον έχει την ευχέρεια, ου μην αλλά και το συμφέρον, να περικόψει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, προκειμένου: Πρώτον, «δίνοντας το καλό παράδειγμα», να θέσει φραγμούς στο ρωσικό, καθώς και σε εκείνα των μικρότερων πυρηνικών δυνάμεων, αλλά και να διευκολύνει την αποτροπή της πυρηνικοποίησης τρίτων χωρών. Δεύτερον, να περιορίσει τις ίδιες στρατιωτικές δαπάνες. Και, τρίτον, να διευκολύνει τη συνεργασία της με τη Ρωσία σε άλλα, κοινού ενδιαφέροντος, ζητήματα, όπως το Αφγανικό και το Ιρανικό.
 
Αρκετά διαφορετικό είναι το εν προκειμένω ρωσικό σκεπτικό. Εκ πρώτης όψεως, με δεδομένη τη συμβατική της αδυναμία – η οποία έγινε καταφανής και επ’ ευκαιρία των επιχειρήσεων κατά της Γεωργίας το περσινό καλοκαίρι  – η Μόσχα θα είχε ισχυρούς λόγους να διατηρήσει ανέπαφο, αν όχι να ενισχύσει, το πυρηνικό της δυναμικό. Χαρακτηριστικά, άλλωστε, το ρωσικό πυρηνικό δόγμα – η ελαφρώς αναθεωρημένη διατύπωσή του δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 5 Φεβρουαρίου – προβλέπει τη χρήση πυρηνικών όπλων για την αντιμετώπιση, πέραν των πυρηνικών, και – μειζόνων φυσικά – συμβατικών επιθέσεων ή και απειλών. Ενώ ενδεικτική είναι και η αντίθεση ρωσικών εθνικιστικών κύκλων, όχι μόνο στην παρούσα ρωσο-αμερικανική πυρηνική συμφωνία, αλλά και στις παρεμφερείς προγενέστερες.
 
Εν τούτοις, η ρωσική ηγεσία άλλως αποφάσισε. Εν μέρει, ασφαλώς, διότι η νέα START – όπως και οι ανάλογες συμφωνίες επί Μπους πατρός και υιού – εμφανίζοντας τη Ρωσία ως ισότιμη πυρηνική υπερδύναμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ικανοποιεί το βαρέως τρωθέν ρωσικό γόητρο. Κυρίως, όμως, διότι οι Ρώσοι δεν αντέχουν το κόστος μιας πυρηνικής κούρσας εξοπλισμών με τους Αμερικανούς. Ενώ αναμφίβολα, στην επιθυμία της Μόσχας να προσεγγίσει την Ουάσιγκτον συμβάλλει μεγάλως και η γενικότερη εξασθένιση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, συνεπεία της οικονομικής κρίσης και των αποσχιστικών τάσεων στους κόλπους των, μουσουλμανικών κυρίως, μειονοτήτων της.  Ωστόσο, παρά τις ελπιδοφόρες δηλώσεις των δύο προέδρων κατά την τελετή της υπογραφής της νέας συνθήκης, είναι βέβαιο ότι η εκατέρωθεν, αλλά ιδιαίτατα από ρωσικής πλευράς, καχυποψία και συνεπώς και η ιδιότυπη αμφισημία των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων θα συνεχισθούν.
 
***
 
Σημαντικές, τέλος, προσδοκίες γεννά η επί θύραις Σύνοδος Κορυφής για τα πυρηνικά. Κεκηρυγμένη επιδίωξη της και λαβούσης τη σχετική πρωτοβουλία αμερικανικής κυβέρνησης είναι η επίτευξη ευρείας σύμπραξης για τη διασφάλιση των πυρηνικών υλικών και τον σεβασμό της Συνθήκης Μη Διασποράς. Κατά τα λοιπά, ο αποκλεισμός από τη σύνοδο της Βόρειας Κορέας και του Ιράν καθιστά σαφή την πρόθεση των Αμερικανών να επωφεληθούν και της ευκαιρίας αυτής για να πιέσουν τα δύο προβληματικά καθεστώτα να εγκαταλείψουν τα πυρηνικά τους προγράμματα. Ενώ η απόφαση του Κινέζου προέδρου κ. Χου να συμμετάσχει, παρά τη δυσφορία του Πεκίνου για ορισμένες αμερικανικές ενέργειες αναφορικά με την Ταϊβάν και το Θιβέτ, υπογραμμίζει τη βαρύτητα που και η κινεζική ηγεσία εξακολουθεί να αποδίδει στη διατήρηση ομαλών σχέσεων με την Ουάσιγκτον. Τη συνεχιζόμενη πρωτοκαθεδρία της οποίας στο διεθνές σύστημα η παγκόσμια αυτή συνάθροιση ηγετών στην αμερικανική πρωτεύουσα, ασχέτως συγκεκριμένων επί μέρους αποτελεσμάτων, συμβολικά επιβεβαιώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου