15/2/10

Η ΕΕ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

  
Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010 12:14
 pic5.png
Μετά οκταετή περιπετειώδη κυοφορία, η Συνθήκη της Λισαβόνας – γνωστή και ως «Μεταρρυθμιστική» – ετέθη σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009.  Είχαν προηγηθεί η σύνταξη από τη «Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης» και η απόρριψη από τους Ολλανδούς και Γάλλους ψηφοφόρους της φιλοδόξως – και ανακριβώς – αποκληθείσης «Συνταγματικής Συνθήκης». Και εν συνεχεία η αναθεώρηση της τελευταίας αυτής και η υιοθέτηση του νέου κειμένου από το σύνολο των κοινοτικών εταίρων, μετά την υπερπήδηση του σκοπέλου των ιρλανδικών, ιδίως, αντιδράσεων.[i]
 
Πρόκειται για μια εξέλιξη που συνοδεύθηκε από υψηλές προσδοκίες.  Και πράγματι, , η θέσπιση, μεταξύ άλλων, θέσης προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκλεγμένου για θητεία διόμισυ ετών άπαξ ανανεώσιμη και ενός Υπάτου Εκπροσώπου της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας με διευρυμένες αρμοδιότητες μπορεί, κατ’ αρχήν,  να συμβάλει ουσιαστικά στον αποτελεσματικότερο συντονισμό των κοινοτικών ενεργειών και στην αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας της ΕΕ. Ωστόσο, τόσο το παρασκήνιο που προηγήθηκε της ανάδειξης, όσο και η σύνθεση – το «προφίλ» – της νέας κοινοτικής ηγεσίας, κατέδειξαν το όρια των καινοτομιών αυτών. Ειδικότερα δε, με την εκλογή του Βέλγου πρωθυπουργού κ. Χέρμαν Βαν Ρομπάι ως προέδρου και της Βρετανίδας βαρόνης Κάθριν Αστον, ως Υπάτης Εκπροσώπου ΚΕΠΠΑ – δηλαδή, δύο καθ’ όλα σεβαστών, πλην αγνώστων στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές κοινό και στην περίπτωση της λαίδης Άστον και περιορισμένου εθνικού πολιτικού βάρους προσώπων – τα κράτη-μέλη κατέστησαν σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένα να ανεχθούν στο κοινοτικό πηδάλιο προσωπικότητες ικανές να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία των εθνικών πρωτευουσών.[ii]
 
Και εξέπεμψαν έτσι και το ευρύτερο μήνυμα, ότι η ΕΕ είναι και θα παραμείνει ένας διακρατικός, διακυβερνητικός θεσμό. Μήνυμα που δεν αντιστοιχεί μόνο στο γράμμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, [iii] αλλά και αντανακλά το όλο ευρωκοινοτικό κλίμα των τελευταίων ετών.
 
***
 
Με τους Βρετανούς διαχρονικά αντίθετους στην ευρωπαϊκή ενοποίηση,[iv] οι τύχες του κοινοτικού εγχειρήματος εξαρτήθηκαν ευθύς εξ αρχής από τη στάση των έξι του κοινοτικού πυρήνα. Οι οποίοι, όμως, κατά την κρίσιμη αρχική περίοδο απέτυχαν – ακριβέστερα, απεδείχθησαν απρόθυμοι – να θέσουν τις βάσεις μιας γνήσιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας. Επιλέγοντας, αντί τούτου, τη «φυγή προς τα εμπρός». Ήτοι τη γεωγραφική διεύρυνση του κοινοτικού σχήματος, χωρίς προηγούμενη θεσμική θωράκισή του. Με αναπόφευκτη συνέπεια, τα διαδοχικά διευρυντικά βήματα των Βρυξελλών να απομακρύνουν την Κοινοτική Ευρώπη από την ομοσπονδιακή κατεύθυνση και να την φέρουν πλησιέστερα προς την πολύ χαλαρότερη βρετανική αντίληψη περί ευρωπαϊκής συνεργασίας.
 
Κλειδί για την κατανόηση της εκτροπής αυτής των ευρωκοινοτικών διεργασιών είναι η μεταλλασσόμενη γερμανική πολιτική και ειδικότερα οι ιδιότυπες γαλλογερμανικές σχέσεις. Σε μία πρώτη φάση, οι Γερμανοί, με πλέον του ενός τετάρτου της χώρας τους υπό σοβιετική κατοχή και με νωπό το στίγμα του χιτλερισμού, επένδυσαν στην ευρωπαϊκή ενοποίηση καίριες εθνικές ελπίδες, τόσο για την εν καιρώ αποκατάσταση της εθνικής τους ενότητας, όσο και για την ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας τους,. Για ένα διάστημα υπήρξαν οι υποδειγματικότεροι των ευρωπαϊστών. Συναίνεσαν δε αδιαμαρτύρητα στην «λεόντειο» κατά κάποιο τρόπο εταιρεία που τους προσέφερε ο Στρατηγός Ντε Γκολ – και η οποία συνίστατο στην παροχή γαλλικής διπλωματικής στήριξης προς τη Βόννη έναντι της αποδοχής από την τελευταία αυτή της ευρωπαϊκής πρωτοκαθεδρίας του Παρισιού.[v] Το οποίο, από την πλευρά του, παρά τις κατά καιρούς ομοσπονδιάζουσες δηλώσεις Γάλλων επισήμων, παρέμεινε προσκολλημένο στην εθνική του αυτοτέλεια, καθώς και στα σύμβολα που την εκφράζουν. Αποφεύγοντας, ειδικότερα, επιμελώς να εντάξει στις κοινοτικές δομές τα δύο μείζονα εθνικά του ατού που είναι το πυρηνικό του οπλοστάσιο και η έδρα του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
 
Ωστόσο, η γερμανική επανενοποίηση μετέβαλε άρδην το ευρωκοινοτικό αυτό σκηνικό – αν και για να συνειδητοποιηθεί ευρύτερα η αλλαγή αυτή χρειάσθηκε χρόνος. Με το Βερολίνο πλέον ως πρωτεύουσα και με τη νέα γερμανική γενεά απαλλαγμένη από το σύνδρομο ενοχής των πατεράδων και παππούδων της, η Γερμανία – το μεγαλύτερο πλέον ως προς τον πληθυσμό και την οικονομία κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ταχέως επανεθνικοποίησε την εξωτερική της πολιτική. Μετρίασε αισθητά τον κοινοτικό της ζήλο. Και έπαυσε να ρυμουλκείται από τη Γαλλία – με τον «γαλλογερμανικό άξονα» να αποτελεί απλώς μία από τις συνιστώσες της νέας, «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής της. Και όχι κατ’ ανάγκην την κυριότερη, όπως καταδεικνύει και η ανάλογα με τις περιστάσεις προσέγγιση του Βερολίνου με το Λονδίνο – ή με τη Μόσχα. Ενώ, παράπλευρη απώλεια της τροπής αυτής της γερμανικής πολιτικής είναι και η ιδέα του «σκληρού πυρήνα» – της οποίας επί μακρόν οι Γερμανοί υπήρξαν ο κυριότερος θιασώτης. [vi]
 
***
 
Υπό το φως των διαπιστώσεων αυτών, γίνεται σαφές ότι το ομοσπονδιακό όραμα των πρωτεργατών της ευρωπαϊκής ενοποίησης ανήκει στο παρελθόν. Και ότι το ζητούμενο πλέον είναι η σύνθεση των εθνικών συμφερόντων και προτεραιοτήτων είκοσι επτά σήμερα – και ίσως αύριο τριάντα και πλέον – ετερόκλητων κυρίαρχων εταίρων.
 
Ένα εγχείρημα οπωσδήποτε δύσκολο. Που όμως δείχνει ευκολότερο στον τομέα της οικονομίας, στον οποίον, κατ’ αρχήν, τα κράτη επιδεικνύουν ευχερέστερα ευκαμψία, απ’ ό,τι στον εθνικά περισσότερο φορτισμένο πολιτικο-στρατιωτικό. Και πράγματι, η δημιουργία της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης αποτελούν εντυπωσιακά επιτεύγματα. Των οποίων όμως η χρηματο-οικονομική κρίση έφερε στο φως τις οργανικές αδυναμίες. Καθώς έστρεψε τους προβολείς της δημοσιότητας στις μεγάλες διαφορές, και σε μερικές περιπτώσεις το χάσμα, μεταξύ εταίρων, σε ό,τι αφορά στη νοοτροπία, δημοσιονομική πολιτική και οικονομικές επιδόσεις τους. Και κατέστησε εμφανέστερη τη δυσαρμονία μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού σκέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης – τη δυσκολία συντονισμού των κοινοτικών οικονομιών εν απουσία ενός συνεκτικού πολιτικού κέντρου.[vii]
 
Χαρακτηριστικές οι διαφωνίες που ανεφύησαν, από την πρώτη στιγμή, μεταξύ Γάλλων και Γερμανών ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης – και ειδικότερα οι πιέσεις του κ. Σαρκοζί για τη δημιουργία κοινοτικού ταμείου προς διάσωση του τραπεζικού συστήματος της Ένωσης και η εμμονή της κυρίας Μέρκελ, συνεπικουρούμενης από τον Βρετανό πρωθυπουργό κ. Μπράουν, σε μια στενότερα εθνική προσέγγιση.[viii] Προέκταση δε των αρχικών ενδοκοινοτικών αυτών διαφοροποιήσεων αποτελεί και η παρούσα διάσταση γνωμών στους κοινοτικούς κόλπους περί τον χειρισμό των οξέων δημοσιονομικών προβλημάτων των οικονομικά ασθενέστερων εταίρων – και ειδικότερα των ανηκόντων στην ευρωζώνη μεσογειακών χωρών. Με την «ελληνική περίπτωση» να λειτουργεί ως πρόκριμα για τον τρόπο αντιμετώπισης και των λοιπών μελών του «Club Med». Και με την Ένωση να σχοινοβατεί μεταξύ, αφ’ ενός, της προστασίας του βαλλόμενου ευρωπαϊκού νομίσματος και γενικότερα του διεθνούς κύρους της ΕΕ, και, αφ’ ετέρου, της απροθυμίας των γερμανικών αρχών να ενθαρρύνουν την δημοσιονομική ακηδία των μεσογειακών εταίρων, αλλά και της γερμανικής κοινής γνώμης «να πληρώσει» για τις εικαζόμενες αμαρτίες τους – και δη κατά κυριολεξίαν, καθότι η Γερμανία παραμένει ο κύριος «κοινοτικός χρηματοδότης». Εξ ου και η σολομώντειος απόφαση των Βρυξελλών της 11ης Φεβρουαρίου, η οποία, ενώ παρέχει στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία γενικόλογη πολιτική στήριξη, παραπέμπει τις αποφάσεις για ενδεχόμενα χρηματο-πιστωτικά μέτρα σε περαιτέρω διαβουλεύσεις.[ix]
 
Οι περιπετειώδεις  όμως αυτές ενδοκοινοτικές ζυμώσεις ανέδειξαν και τα καίρια – και, σύμφωνα με τους πιο απαισιόδοξους αναλυτές, ανυπέρβλητα – προβλήματα που συνεπάγεται για τη νομισματική ένωση η ανυπαρξία πολιτικού κέντρου ικανού να καθορίζει κοινούς κανόνες οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. [x] Ενώ η μάλλον νεφελώδης πρόταση του Γάλλου προέδρου για μια «οικονομική διακυβέρνηση» της ΕΕ – τη διατύπωσε το πρώτον το 2008 και την επανέφερε επί τάπητος τις τελευταίες εβδομάδες – έχει προσκρούσει στις αντιρρήσεις του Βερολίνου. Του οποίου η στάση, υπό τις κρατούσες συνθήκες, δεν στερείται ίσως ρεαλισμού. Διότι «κοινή διακυβέρνηση» χωρίς «κοινή κυβέρνηση» είναι μάλλον παιχνίδι με τις λέξεις. Ενώ περί πραγματικής κοινής κυβέρνησης ουδείς πλέον λόγος. Δοθέντος δε ότι οικονομικοί και γεωπολιτικοί λόγοι αποκλείουν – στο εγγύς τουλάχιστον μέλλον – την εγκατάλειψη ή και φαλκίδευση της ΟΝΕ, η εν εξελίξει κοινοτική αναστάτωση ασφαλώς δεν θα είναι η τελευταία. [xi]
 
 


[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος Μαρτίου-Απριλίου 2010 του περιοδικού “Εθνικές Επάλξεις”, διμηνιαίας έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.
 
[ii] Στο φύλλο της 18ης Οκτωβρίου 2009, η έγκυρη γαλλική “Le Figaro” παρατηρούσε ότι τα κράτη-μέλη, «κηδόμενα των προνομίων τους, προτιμούν [για τη θέση του προέδρου] το ισοδύναμο ενός γενικού γραμματέα». Ενδεικτική της τάσης αυτής των εθνικών κυβερνήσεων είναι και η απόπειρα της ισπανικής εκ περιτροπής προεδρίας –  η οποία, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, συνυπάρχει με τον εκλεγμένο πρόεδρο – να «καπελώσει» τρόπον τινά τον κ. Βαν Ρομπάι κατά την κοινοτική Σύνοδο Κορυφής της Μαδρίτης του προσεχούς Μαΐου. Με την επακολουθήσασα διαδικαστική σύγχυση να συνέβαλε, κατά μία άποψη, και στην άρνηση του προέδρου Ομπάμα να συμμετάσχει στην εν λόγω συνάθροιση. Βλ. Jean-Jaques Mével, Obama decline l’invitation à un sommet européen, “Le Figaro », 2-2-2010. Επίσης, Charles Forelle, EU's Top-Down Crisis “Wall Street Journal”, 2-2-10. Αν και το πιθανότερο είναι ο πραγματικός λόγος της απόφασης του Αμερικανού προέδρου να έγκειται, όπως υποστηρίζει η  Financial Times, στο ότι «η Ευρώπη έχει λάβει αποφάσεις [εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής] ήκιστα εξυπηρετικές της Αμερικής». Βλ. Obama and the snub to Europe, στο φύλλο της 3ης Φεβρουαρίου 2010.
[iii] Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η δήλωση του Γάλλου προέδρου κ. Σαρκοζί ότι «η [μεταρρυθμιστική] αυτή συνθήκη καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καλείται να γίνει υπερ-κράτος, ενιαία χώρα, ενιαίο έθνος, ενιαίος λαός». Βλ. “ Le Figaro”, φύλλο της 3ης Ιουλίου 2007. Ενδιαφέρον συναφώς παρουσιάζει και η ακόλουθη διαπίστωση του πρώην Γάλλου πρωθυπουργού και ένθερμου ευρωπαϊστή: «Η ιδέα μιας ισχυρής Ευρώπης, που υποδηλώνεται έμμεσα με τις εκφράσεις ‘Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης’ ή ‘Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία’, απορρίφθηκε από τις κυβερνήσεις μας τρεις φορές: στο Μάαστριχτ, στο Άμστερνταμ και στη Νίκαια. Και το σχέδιο συντάγματος, που επεξεργάστηκε η Συντακτική Συνέλευση την απορρίπτει επίσης.» Βλ. Μια Ευρώπη χωρίς ψυχή, “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία”, 13-6-2004. Σημειωτέον ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι, έστω και οριακά, ακόμη πιο απομακρυσμένη από την «ιδέα μιας ισχυρής Ευρώπης»,  απ’ ό,τι το σχέδιο «συνταγματικής συνθήκης» στο οποίο αναφέρεται ο κ. Ροκάρ.
[iv] Με εξαίρεση την χωρίς επαύριον πρόταση Τσώρτσιλ, κατά μία από τις τραγικότερες φάσεις του Β! Παγκόσμιου Πολέμου, για ένωση Γαλλίας και Βρετανίας, το Λονδίνο αποκρούει διαχρονικά και κατηγορηματικά κάθε σκέψη αλλοίωσης του πολιτειακού και πολιτικού του συστήματος και, όλως ιδιαίτερα, περιορισμού της ελευθερίας κινήσεών του στην εξωτερική πολιτική. Εμμένει δε στην «ειδική σχέση» του με την Ουάσιγκτον. Ενώ και οι Αμερικανοί – οι οποίοι κατά τα λοιπά στρέφουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους προς περιοχές εκτός Ευρώπης – εξακολουθούν να θεωρούν τους Βρετανούς τους στενότερους Ευρωπαίους συμμάχους των.
 
[v] Σχετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ακόλουθες εκτιμήσεις της γαλλικής στάσης από δύο συνεργάτες του γνωστού αμερικανικού κέντρου ανάλυσης STRATFOR: «Η Γαλλία υπό τον Κάρολο ντε Γκολ συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να παίξει στο τραπέζι των Μεγάλων Δυνάμεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση. Ακόμη και χωρίς τις ζημίες από τον πόλεμο και την κατοχή, η Γαλλία απλούστατα εστερείτο του πληθυσμού, της οικονομίας και της γεωγραφικής θέσης για να ανταγωνισθεί. Όμως μια διαιρεμένη Γερμανία προσέφερε στη Γαλλία μια ευκαιρία. Μέγα μέρος από τον οικονομικό δυναμισμό του ανταγωνιστή της Γαλλίας παρέμενε, αλλά οι μεταπολεμικές συμφωνίες είχαν απογυμνώσει τη Γερμανία από το δικαίωμα γνώμης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το σχέδιο του ντε Γκολ ήταν συνεπώς απλό: η χρησιμοποίηση της γερμανικής οικονομίας ως αναβατήρα για την επαύξηση του παγκόσμιου αναστήματος της Γαλλίας.» Βλ.. Marko Papic και Peter Zeihan, Germanys Choice, http://www.stratfor.com, 8-2-2010.
 
[vi] Βλ. Angela Merkel lehnt Kerneuropa als Ausweg ab, “Die Welt Online“, 19-6-2008.
[vii] Αναφερόμενος ειδικότερα στην ζώνη ευρώ, γνωστός Βρετανός σχολιαστής, επικαλούμενος και τη γνώμη εξέχοντος Ιάπωνα ειδικού, επισημαίνει τα ακόλουθα: «[Α]παιτείται ο στενότερος δυνατόν συντονισμός μεταξύ της νομισματικής και της δημοσιονομικής αρχής. Η ευρωζώνη έχει μία νομισματική αρχή [εννοεί την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα], αλλά 16 διαφορετικές δημοσιονομικές αρχές. Οι οποίες, στην πράξη, μόλις συνδέονται χαλαρά από ένα σύμφωνο ανάπτυξης και σταθερότητας, ενώ υπόκεινται σε έντοες εσωτερικές πολιτικές πιέσεις – διότι η δημοκρατική πολιτική ζωή στην Ευρώπη είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εθνική.» Βλ Garton Arsh, Europe is torn between essential solidarity and national egoism, “The Guardian”, 26-2-2009.
[viii] Βλ. No Joint European Strategy On Banks, “Washington Post”, 5-10-2008. Σημειωτέον, ότι, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν εν συνεχεία οι κοινοτικοί ηγέτες για να δώσουν την εικόνα αρμονίας – κατά τη διευρυμένη Σύνοδο των G-20 στην Ουάσιγκτον στις 14-5 Νοεμβρίου 2008 και, κυρίως, κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 11ης – 13ης Δεκεμβρίου 2008 – οι βασικές ενδοκοινοτικές διαφορές απόψεων παρέμειναν αγεφύρωτες.
[ix] Βλ. EU Summit on Greece. A half-hearted effort, “Economist.com”, 11-2-2010. Simon Johnson και Peter Boone, How Much Does a Grecian Urn?, Wall Street Journal, 13-2-2010. Το Βερολίνο είπε όχι στην άμεση βοήθεια, “Η Καθημερινή”, 13-2-2010. Και Martin Walker, A Greek Tragedy Unfolds, UPI.com, 15-2-2010.
[x] Για μια πρόσφατηκαι δυσοίωνησχετική ανάλυση, βλ. άρθρο του νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krugman, υπό τον εύγλωττο τίτλο The Making of a Euromess, στην “New York Times” της 15ης Φεβρουαρίου 2010.
[xi] Βλ. Deutschland erteilt Sarkozys Krisenplan Absage,  Die Welt Online”, 22-10-2008. Και Νικολά Σαρκοζί, Οικονομική διακυβέρνηση, «Η Καθημερινή», 13-2-2010. Eνδιαφέρον παρουσιάζει σχετικώς και άρθρο του Γάλλου δημοσιογράφου κ. Jean-Mari Colombani στο “Βήμα” της 14ης Φεβρουαρίου 2010. Ο αρθρογράφος, που υπεραμύνεται της γαλλικής προσέγγισης, υποστηρίζει ότι τελικά η κυρία Μέρκελ «αποδέχθηκε» «την ιδέα μιας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης». Εις επίρρωσιν δε του ισχυρισμού του επικαλείται την ακόλουθη δήλωση, στην οποία η Καγκελάριος προέβη στις 11 Φεβρουαρίου 2010, μετά το πέρας της άτυπης κοινοτικής Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συντονίσει καλύτερα τις προσπάθειές της, κάτι που σημαίνει ότι εμείς οι ηγέτες των 27 κρατών είμαστε η οικονομική κυβέρνηση της Ένωσης».  Μια προσεκτική όμως ανάγνωση της δήλωσης αυτής οδηγεί σε συμπέρασμα εκ διαμέτρου αντίθετο προς εκείνο του κ. Colombani. Καθώς η κ. Μέρκελ, χρησιμοποιεί μεν τον επίμαχο όρο «οικονομική κυβέρνηση», δίνοντάς του όμως περιεχόμενο σύμφωνο με την πάγια πλέον γερμανική αντίληψη για την κοινοτική οικονομική συνεργασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου