27/2/10

ΜΗΠΩΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΜΕΣΩΣ ΤΩΡΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

  
Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010 20:36
 
 
Μια ρηξικέλευθη παρέμβαση του πρ. πρέσβη, αποφοίτου της γαλλικής ΕΝΑ και συγγραφέα Δημ. Σ. Αθανασόπουλου
          
Μέσα στον κυκεώνα των μέτρων που προετοιμάζονται και αναγγέλλονται για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς οικονομικής και ηθικής κρίσης που ζει η χώρα, κυκλοφόρησε με διάφορες παραλλαγές και η ιδέα να αρθεί η μονιμότης των υπαλλήλων του δημοσίου, ώστε οι απολύσεις που θα επιβληθούν εκ των πραγμάτων για τη μόνιμη ελάφρυνση των δημοσίων δαπανών να γίνονται χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες και με άμεσα αισθητό αποτέλεσμα. Σε κάποιο δημοσίευμα διάβασα ότι το δρακόντειο αυτό μέτρο το προτείνουν και οι ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
 
Είναι άραγε δυνατόν να γίνει αυτό; Ο Συνήγορος του πολίτη, που ρωτήθηκε σε μια πρωινή εκπομπή, απάντησε αρνητικά. Και έχει δίκιο.
 
Η μονιμότης των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και άρχισε ουσιαστικά να εφαρμόζεται μετά την οριστική συγκρότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 1929. Σκοπός ήταν η καταπολέμηση της πατρωνείας, του πελατειακού συστήματος και του κομματισμού, ώστε η διοίκηση να λειτουργεί απερίσπαστη και με αδιάσπαστη συνέχεια, εξασφαλίζοντας υψηλή ποιότητα υπηρεσιών προς το συμφέρον του πολίτη και του κράτους. Ίδια ήταν η αιτιολόγηση και για την ισοβιότητα των δικαστών.
 
Η διαφορά μονιμότητας και ισοβιότητας ήταν αρχικώς σημαντική και σαφέστατη. Την διαγράφω εδώ σχηματικά, παραλείποντας λόγω συντομίας ειδικότερες ρυθμίσεις: ενω ο δημόσιος υπάλληλος που απολαύει της μονιμότητος είναι δυνατόν να απολυθεί αν καταργηθεί η υπηρεσία (σήμερα: η νομοθετημένη θέση) όπου υπηρετεί, ο δικαστής είναι ισόβιος, δηλ. η σταδιοδρομία του εξελίσσεται μέχρις ολοκληρώσεώς της χωρίς δυνατότητα ενοχλητικής παρεμβάσεως από την εκτελεστική εξουσία.
 
Τα διαδοχικά ελληνικά Συντάγματα από το 1911 και ώς σήμερα διατήρησαν το δίδυμο «μονιμότης – ισοβιότης» - αλλά παρέφθειραν σιγά σιγά την έννοιά του. Με τις διατυπώσεις των σχετικών άρθρων τους και προπάντων με τους όρους εφαρμογής τους μέσω εκτελεστικών νόμων, διαταγμάτων και αποφάσεων διοικητικών ή δικαστικών, θόλωσαν τις έννοιες και μπέρδεψαν τα πράγματα. Νά γιατί σήμερα η μονιμότητα των υπαλλήλων, των όποιων υπαλλήλων, νοείται και λειτουργεί ως ισοβιότης – και η δικαστική ισοβιότης έχει υπονομευθεί μέχρις εξαφανίσεως με διάφορες μεθοδεύσεις, και μάλιστα συνταγματικές, που αποβλέπουν στον εκμαυλισμό των δικαστών ή την εμφανή πολιτική εξάρτηση των ανωτάτων δικαστικών κλιμακίων. Το πνεύμα της αρχικής ρυθμίσεως καταρρακώθηκε πλήρως: μονιμότης και ισοβιότης λειτουργούν όχι προς το συμφέρον του κράτους και των πολιτών, όπως ήθελε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά μόνο προς το συμφέρον των κομματαρχών και των υπαλλήλων/δικαστών, με λεηλάτηση του προϋπολογισμού.
                                                                                                                      
Τί σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι το Σύνταγμα, όπως ισχύει και λειτουργεί σήμερα,  δυσκολεύει πολύ ή και απαγορεύει ρητά τις ριζικές καινοτομίες στη Διοίκηση και στη Δικαιοσύνη όχι μόνο για να περικοπούν περιττές δαπάνες, αλλά προπάντων για να αναζωογονηθούν θεσμικά αυτοί οι δυό νευραλγικοί κρατικοί τομείς δραστηριότητας.
 
Μόνον αυτοί; Δυστυχώς, όχι! Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλούς, πάρα πολλούς άλλους τομείς. Απαριθμώ πρόχειρα και ενδεικτικά μερικούς μόνο, πλήρης καταγραφή δεν έχει νόημα εδώ:
 
- Νέα ρύθμιση των σχέσεων του Κράτους με την Εκκλησία, άρθρο 3 και άλλα.
- Ποιοτική αναβάθμιση των τηλεοπτικών εκπομπών, άρθρο 15.
- Κατάργηση των κομματικών νεολαιών, άρθρο 9.
- Αποφασισική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και απάλυνση του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως που επεβλήθη από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1985.
- Κατάργηση του Ζ΄ Ψηφίσματος για τις αποδοχές των βουλευτών.
- Μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 150.
- Μείωση των υπαλλήλων της Βουλής στο εξαπλάσιο του αριθμού των βουλευτών, δηλ. σε 900.
- Δραστική μείωση των συνολικών αποδοχών του προσωπικού της Βουλής.
- Απαγόρευση οποιασδήποτε εξωδικαστικής θέσης ή απασχόλησης των δικαστών, άρθρο 89.
- Ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης χωρίς κυβερνητική ανάμιξη, άρθρο 90.
- Ρύθμιση που θα καθιστά αδύνατο αυτό που γίνεται σήμερα: να αυξάνουν οι ίδιοι οι δικαστές τους μισθούς τους με δικές τους αποκλειστικά αποφάσεις που επιβάλλονται στην κυβέρνηση. Για την υπόθεση αυτή πολέμησε με σειρά άρθρων και νομολογιακών σχολίων, ιδίως στο περιοδικό «Το Σύνταγμα», ο καθηγητής Φαίδων Βεγλερής, προσωπικότητα άσπιλη, γενικής επιβολής, αξιοσέβαστη – και, γι’ αυτό, παραμερισμένη...
- Περιορισμός στο ελάχιστο και υπό αυστηρές προϋποθέσεις της βουλευτικής ασυλίας.
-         Κατάργηση της ειδικής δοσιδικίας των υπουργών.
 
***
 
            Για να γίνουν όλα αυτά και πάμπολλα άλλα αναγκαία, δεν χρειάζεται ανατροπή του πολιτεύματος, χρειάζεται μόνο γενναία συνταγματική αναθεώρηση. Με τις διαδικασίες που προβλέπει το Σύνταγμα στο άρθρο 110 είναι απολύτως αδύνατη σε χρόνο που θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αντιμετωπίσει εγκαίρως τη σημερινή θύελλα και να δρομολογήσει , όπως οφείλει, θεσμικές πρωτοβουλίες οι οποίες θα μεταστοιχειώσουν μεσοπρόθεσμα την ελληνική κοινωνία κατά τις απαιτήσεις των καιρών.. Είναι, λοιπόν, επιβεβλημένο να ενεργήσουμε διαφορετικά.
 
            Δύο τρόπους μπορώ να φανταστώ. Ο πρώτος είναι η αιφνίδια εμφάνιση ενός αυτάρχη, Έλληνα ή ξένου, ο οποίος θα επιβάλει επαναστατικώ τρόπον τινά δικαίω τις ρυθμίσεις που θα κρίνει μόνος του αναγκαίες. Δεν είναι καλός τρόπος και εύχομαι να μη μας βρει τέτοια συμφορά. Ο δεύτερος τρόπος είναι να αναλάβει πρωτοβουλία η ίδια η κυβέρνηση -με την συμπαράσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής- και να απευθυνθεί στο λαό.
           
            Ποιές ανανεωτικές συνταγματικές πρωτοβουλίες χρειάζεται ο τόπος είναι γνωστό από τον δημόσιο διάλογο που έχει γίνει επί του θέματος από πολλών ετών. Μια ολιγομελής και φωτισμένη επιτροπή επιστημόνων και πολιτικών χωρίς βεβαρυμένο ή θολό παρελθόν, μπορεί να καταρτίσει τον σχετικό κατάλογο με λακωνικό τρόπο (αναλυτικότερα από όσο το έκανα παραπάνω) και να ολοκληρώσει το έργο της μέσα σε δυό εβδομάδες. Η συνολική πρόταση των νέων συνταγμαικών ρυθμίσεων πρέπει να σχολιασθεί ευρύτατα και να συζητηθεί με όλους τους δυνατούς τρόπους, και τελικώς στη Βουλή, επί δύο ή τρεις μήνες το πολύ, ώστε όλος ο πολιτικός κόσμος, ο λαός και καθένας μας χωριστά να ενημερωθούμε πλήρως και να καταλάβουμε την έννοια και τη σημασία των νέων ρυθμίσεων που η Βουλή θα αποφασίσει, με απόλυτη πλειοψηφία, να προωθηθούν για λαϊκή έγκριση.
 
             Από το σημείο αυτό, πρέπει να κινητοποιηθεί το άρθρο 44 του Συντάγματος και, μετά από επίσημο διάγγελμα του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά τον πανηγυρικό τρόπο που ορίζεται στην παραγρ. 3, να προκληθεί δημοψήφισμα για το κρίσιμο αυτό εθνικό θέμα. Παρέλκει να εξηγήσω εδώ πώς ακριβώς είναι δυνατόν να οργανωθεί το δημοψήφισμα αυτό ώστε το ή τα ερωτήματα που θα τεθούν στο λαό να είναι διατυπωμένα με τρόπο που θα επιδέχεται μονολεκτική απάντηση ΝΑΙ ή ΟΧΙ, όπως αρμόζει. Παρέλκει, διότι χρειάζεται πρωτίστως απόφαση επί της ουσίας.
 
Ποιος αμφιβάλλει, λοιπόν, ότι αυτή τη συνταγματική αναθεώρηση θα την εγκρίνει ο ελληνικός λαός πανηγυρικά; Ποιος αμφιβάλλει ότι μια τέτοια πανηγυρική έγκριση θα διαμορφώσει συνθήκες σαρωτικής εθνικής ανάτασης που θα εγκαθιδρύσει εντελώς άλλο, θετικό κλίμα για την ανάπτυξη των νέων πρωτοβουλιών; Ποιος αμφιβάλλει ότι η λυσσαλέα αντίδραση και τελικώς το  πεισματικό «Όχι» των αρτηριοσκληρωτικών της μουσειακής αριστεράς και των αμετανόητων του διεφθαρμένου παλαιοκομματισμού όλων των αποχρώσεων, ποιος αμφιβάλλει ότι η αντίδραση αυτή δεν θα συγκεντρώσει πάνω από 20% όσων ψηφίσουν;      
 
Το ξέρω, ως εθνικό θέμα ο συνταγματικός νομοθέτης εννοεί άλλου είδους ζητήματα, όχι τα δραματικής οξύτητας οικονομικά και ηθικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα. Οι έκτακτες περιστάσεις όμως επιτρέπουν και άλλη, όχι μόνο την παραδεδεγμένη, την τυπική ερμηνεία του άρθρου 44.
 
Πώς είναι δυνατόν να υποβάλει κανείς ένσταση θεωρώντας ότι μια συνταγματική αναθεώρηση δεν συνιστά (μέσα στις δραματικές συνθήκες που ζουν και θα ζήσουν  ακόμη εντονότερα η χώρα και ιδίως οι αδύναμες λαϊκές τάξεις)  κρίσιμο εθνικό θέμα το οποίο δικαιολογεί παρέμβαση του ίδιου του λαού, ευθέως και χωρίς την διαμεσολάβηση κανενός, για την υιοθέτηση των νέων και ανανεωτικών συνταγματικών ρυθμίσεων;
 
Και πώς είναι δυνατόν να αρνηθεί κανείς μια πρωτόφαντη, ασφαλώς, αλλά νόμιμη διαδικασία, όταν επικρέμαται ο κίνδυνος επελάσεως του όποιου, Έλληνα ή ξένου, δυνάστη, ο οποίος θα «αλωνίσει» κατά το κέφι του;
 
Πρέπει να το καταλάβουμε: τα οποιαδήποτε κείμενα, και κυρίως το Σύνταγμα, δεν αξίζουν σπουδαία πράγματα αν δεν υπηρετούν το συμφέρον του λαού και της χώρας. Ο Κικέρων το ήξερε και μας έμαθε, διασώζοντας νομικό κανόνα της «Δωδεκαδέλτου», πως ο υπέρτατος νόμος της πολιτείας είναι η σωτηρία του λαού, δηλ. της πατρίδας («salus populi suprema lex esto»).
 
Σε αυτό το πνεύμα και με τέτοια διάθεση ενεργήσαμε πάντα οι Έλληνες στις στεφανωμένες ώρες της ιστορίας μας, από τους Περσικούς πολέμους και ώς τη δεκαετία του 40...
 
Πώς είναι νοητό να συμπεριφερθούμε σήμερα διαφορετικά;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου