30/11/09

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΣ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

  
Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009 22:44
Υπό το κράτος της αποπροσανατολιστικής συνθηματολογίας των αντικρουόμενων πολιτικών κομμάτων και ενδοκομματικών συγκροτημάτων, η κοινή γνώμη βυθίζεται σε αύξουσα σύγχυση αναφορικά με κρίσιμες πτυχές της εξωτερικής μας πολιτικής. Εξ ου και η ανάγκη να επαναλαμβάνονται ορισμένες αλήθειες.
 
Εκλήθημεν, εν πρώτοις τις τελευταίες ημέρες να επιλέξουμε μεταξύ της Ευρώπης των «εθνών» και εκείνης των «λαών». Πρόκειται για κατάφορο ψευδοδίλημμα. Αν με τη σκοπίμως ασαφή αυτή ορολογία υπονοείται η διάκριση μεταξύ ομοσπονδιακής και διακρατικής συγκρότησης της Κοινοτικής Ευρώπης, η απάντηση είναι απλή και σχεδόν αυτονόητη: Ειδικώς η χώρα μας, ως γεωπολιτικά και στρατηγικά εκτεθειμένη και οικονομικά δοκιμαζόμενη συνιστώσα του κοινοτικού χώρου, έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μια κατά το δυνατόν συνεκτικότερη Ευρωπαϊκή Ένωση – ιδεωδώς, την ανάδυση μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πατρίδας, προασπιστή και συμπαραστάτη της διαχρονικής ελληνικής.
 
Γνωρίζουμε, ωστόσο, σήμερα, ότι ο στόχος αυτός δεν είναι εφικτός. Οι μεγαλύτεροι, ιδίως, εταίροι μας, οι οποίοι και κατ’ εξοχήν καθορίζουν τη φυσιογνωμία της Κοινοτικής Ευρώπης, άλλα αποφάσισαν. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας να αποτελεί το δεδομένο θεσμικό πλαίσιο της κοινοτικής ζωής τουλάχιστον για τις προσεχείς δεκαετίες – ήτοι για διάστημα υπερεβαίνον κατά πολύ το προσδόκιμο του ενεργού πολιτικού βίου των πολιτικο-κομματικών ηγεσιών μας της στιγμής. Ανεξάρτητα, συνεπώς, από τις όποιες επιθυμίες μας, η ΕΕ θα συνεχίσει να συνίσταται σε ένα συνδυασμό ουσιαστικής, αν και αποσπασματικής, οικονομικής συσσωμάτωσης, για τα κράτη-μέλη τα συμμετέχοντα στην ΟΝΕ τουλάχιστον, και διακρατικής συνεργασίας – ειδικότερα στους κρίσιμους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας και άμυνας.  Και άρα, όπως και οι λοιποί εταίροι, έτσι και εμείς καλούμεθα να διαχειρισθούμε και αξιοποιήσουμε την κοινοτική αυτή πραγματικότητα, στοχεύοντας στη μεγιστοποίηση των εθνικών μας οφελών, αλλά και συνεισφέροντας στην κοινή υπόθεση κατ’αναλογίαν προς το μέγεθος και τις δυνατότητές μας. Διότι δεν νοείται – είναι εθνικώς απαξιωτικό – να επωφελούμεθα του κοινοτικού εγχειρήματος, δυστροπώντας συγχρόνως να συμμετάσχομε στα βάρη και να αποδεχθούμε τις δουλείες που αυτό συνεπάγεται.
 
Ένα δεύτερο ζήτημα που τις τελευταίες εβδομάδες συστηματικά συσκοτίζεται από την κομματική συνθηματολογία είναι το Σκοπιανό. Οι πάντες φαίνεται να συμφωνούν ότι τον Απρίλιο 2008, στη νατοϊκή σύνοδο τους Βουκουρεστίου, κατηγάγαμε μείζονα επιτυχία – και να διαφωνούν μόνο ως προς την πατρότητά της. Αλλά τι πράγματι συνέβη στη ρουμανική πρωτεύουσα; Απλούστατα, η Ελλάδα – όπως θεσμικώς και πολιτικώς αδιαμφισβήτητα δικαιούται – έθεσε ως προϋπόθεση για τη νατοϊκή ένταξη της ΠΓΔΜ την εκ μέρους της τελευταίας αυτής αποδοχή μιας, γενικής χρήσης, σύνθετης ονομασίας, συνδιάζουσας τον όρο Μακεδονία με ένα γεωγραφικό προσδιορισμό. Επέμεινε, δηλαδή, στην υιοθέτηση λύσης περίπου ταυτόσημης, αν και όχι κατ’ανάγκην εξ ίσου ικανοποιητικής, με την προταθείσα από την  ΕΕ πριν από δέκα οκτώ χρόνια – και πανηγυρικώς τότε απορριφθείσα από την Αθήνα.  Προς τι συνεπώς η θριαμβολογία; Δεν θα ήταν προτιμότερο – και εντιμότερο – να αναλογισθούν όλοι τις ευθύνες τους για τη διπλωματικώς επώδυνη και γεωπολιτικώς βλαπτική σκοπιανή μας περιπέτεια και να συμβάλουν στην επιτυχή ολοκλήρωση της εν  εξελίξει υπό την αιγίδα του ΟΗΕ διαπραγμάτευσης;
 
Αντικείμενο, τέλος, επικοινωνιακής καπηλείας και αποπροσανατολισμού αποτελεί και το Κυπριακό. Η φενάκη της  επανένωσης της Κύπρου – εκ των πραγμάτων ανέφικτης υπό όρους αποδεκτούς από την πλευρά μας – χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα, είτε για τη διαιώνιση τής χωρίς ανταλλάγματα και υπό συνθήκες επικίνδυνης ελληνοτουρκικής έντασης ντε φάκτο διχοτόμησης, είτε για την αναβίωση υπό ψιμυθιωμένη μορφή του κρυπτο-διχοτομικού Σχεδίου Ανάν. Με τις ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις να κατατείνουν προς τη δεύτερη αυτή επιλογή. Η οποία, ευνοούμενη κατά κύριο λόγο από το Λονδίνο με βασική επιδίωξη τη νομική και πολιτική κατοχύρωση των βρετανικών βάσεων, θα σημάνει τη βαθμιαία αποξένωση του Κυπριακού Ελληνισμού από την μητέρα πατρίδα. Αλλά και η οποία, χάρις στη διατήρηση από την Άγκυρα του δικαιώματος επέμβασης – πρόκειται για «κόκκινη γραμμή» της τουρκικής πλευράς – θα καταστήσει το τουρκοκυπριακό «συστατικό κράτος» – όπως κατά τα λοιπά και αν μετονομασθεί για τις επικοινωνιακές ανάγκες αυτής της νέας, ανανικού τύπου, συμφωνίας – τουρκικό γεωστρατηγικό προγεφύρωμα.
 
Είναι βέβαια θλιβερό, αλλά η μόνη πλέον εθνικώς συμφέρουσα λύση του Κυπριακού είναι μια συμπεφωνημένη, έναντι εδαφικών και άλλων ανταλλαγμάτων, διχοτόμηση. Ένα «βελούδινο διαζύγιο» των συγκατοικούντων τη Μεγαλόνησο δύο εθνών, διασφαλίζον τη θέση του Κυπριακού Ελληνισμού, προλειαίνον το έδαφος για την προοδευτική σύσφιγξη των οργανικών δεσμών μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, και συνακόλουθα αναδεικνύον την Ελλάδα σε σημαντικό παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου