20/11/09

Η ΝΕΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ

  
Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009 09:50




Η σύνθεση της νέας κοινοτικής ηγεσίας και οι επίπονες παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της εκλογής της δίνουν αδιάψευστα το στίγμα της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την αυξημένου συμβολισμού θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ειδικότερα, επελέγη πρόσωπο του οποίου κύρια χαρακτηριστικά είναι η προέλευση από μικρή χώρα με φιλοευρωπαϊκές περγαμηνές, ο ατλαντισμός, ο θρησκευτικός και πολιτικός συντηρητισμός, η μετριοπάθεια και η αναζήτηση πρακτικών συμβιβασμών. Παρέχει δηλαδή ο Βέλγος πρωθυπουργός Χέρμαν Βαν Ρομπάι  εχέγγυα ότι θα πράξει το κατά δύναμιν για να διατηρηθούν οι λεπτές ευρωενωσιακές ισορροπίες. Και τούτο διότι,
από τη μια, εκφράζει το – πάντοτε ενεργό σε επικοινωνιακό επίπεδο – παραδοσιακό ευχολόγιο των ευρωπαϊστών. Ενώ, από την άλλη, τόσο λόγω εθνικότητας, όσο και προσωπικότητας, επενεργεί καθησυχαστικά στο σύνολο των κρατών-μελών – τα οποία, όπως ευστόχως παρατηρεί η έγκυρη γαλλική “Λε Φιγκαρό”, «κηδόμενα των προνομίων τους, προτιμούν [για τη θέση του προέδρου] το ισοδύναμο ενός γενικού γραμματέα». (Βλ. φύλλο της 18ης Οκτωβρίου 2009.) Με το εκλογικό αυτό αποτέλεσμα να επιτρέπει και μερικές γενικότερες σκέψεις για τη μέχρι τώρα πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Βλ. σχετικώς και Γ. Ε. Σέκερη, Η Ευρώπη μετά το Ιρλανδικό Ναι, “Διπλωματικό Περισκόπιο”, 5-10-2009)
 

 
 
***
 
Ίσως να μην έχει ακόμη γίνει ευρύτερα αντιληπτό, αλλά, μετά διεργασίες δεκαετιών, συνοδευθείσες από πείσμονες αντιπαραθέσεις ιδεολογημάτων και συμφερόντων, η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας τείνει τώρα να προσδώσει στην Κοινοτική Ευρώπη την οριστική για απροσδιόριστο – αλλά πάντως πολύ μεγάλο – χρονικό διάστημα μορφή της. Και συνακόλουθα, η ιδέα της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ως γενεσιουργός δύναμη ανήκει πλέον στο παρελθόν. (Αδρομερή περιγραφή της εν λόγω πραγματικότητας παρέχει παλαιότερη δήλωση του Γάλλου προέδρου κ. Σαρκοζί, ότι «[η μεταρρυθμιστική] αυτή συνθήκη καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καλείται να γίνει υπερ-κράτος, ενιαία χώρα, ενιαίο έθνος, ενιαίος λαός.» Βλ. “Λε Φιγκαρό”, φύλλο 3ης Ιουλίου 2007.) Βέβαια, αρκετούς – ιδίως μεταξύ των γεροντοτέρων, που βιώσαμε τις μεγάλες και τελικά ανεδαφικές προσδοκίες του μεταπολέμου – το γεγονός αυτό απογοητεύει και θλίβει. Στοιχειώδης, όμως, ρεαλισμός επιβάλλει σε όλους, ηγέτες και ηγουμένους, να το συνειδητοποιήσουμε, χαράσσοντας αναλόγως και την εθνική μας στρατηγική.
 
Καθοριστική για τη δυναμική της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρξε η αποτυχία, ή ακριβέστερα η απροθυμία, των έξι του αρχικού κοινοτικού πυρήνα – Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας και των τριών της Μπενελούξ – και κυρίως των Γάλλων, υπερβαίνοντας τη διακρατική συνεργασία, να συγκροτήσουν το πρόπλασμα έστω μιας γνήσιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας. Ενώ, εν απουσία επαρκώς ισχυρών κοινών θεσμών, κάθε μία από τις εν συνεχεία αλλεπάλληλες κοινοτικές διευρύνσεις αποτέλεσε ένα επί πλέον βήμα απομάκρυνσης από το ομοσπονδιακό όραμα. Με προβλέψιμη απόληξη τη σημερινή διακρατική σύμπραξη είκοσι επτά ετεροκλήτων εταίρων – ο οικονομικός βραχίονας της οποίας έχει προσλάβει εντυπωσιακές πράγματι διαστάσεις, ο πολιτικοστρατιωτικός όμως ατροφεί. Καθώς, όπως προκύπτει και από τη συνολική ευρωενωσιακή εμπειρία, η συνεργασία είναι πολύ ευχερέστερη στον οικονομικό, παρά στον πολιτικό και, ιδίως, στον αμυντικό τομέα.
 
Διότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν ακυρώνει τις εθνικές φιλοδοξίες – απλώς τις χαλιναγωγεί και κυρίως τους αφαιρεί την ακραία οξύτητα του συγκρουσιακού ευρωπαϊκού παρελθόντος. Οι εθνικές αντιπαραθέσεις περί τις εξωτερικές, ιδίως, σχέσεις της ΕΕ παραμένουν ζωηρότατες και συχνά αγεφύρωτες. Επί παραδείγματι: Τα κεντρο-ανατολικο-ευρωπαϊκά κράτη-μέλη  διακατέχονται από ένα – ευνόητο – αντιρωσικό σύνδρομο που αντιφάσκει ευθέως στις προτεραιότητες των περισσότερων από τους παλαιότερους εταίρους. Οι Βρετανοί, πιστοί στην παραδοσιακή τους προσκόλληση στην «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και ακολουθούμενοι και από μερικούς άλλους, δίνουν συχνά το προβάδισμα στην αμερικανική συμμαχία έναντι της κοινοτικής αλληλεγγύης. Και, σε αντίθεση με τους Βρετανούς, τους Γάλλους και όχι μόνο, οι Γερμανοί, για επίσης ευκόλως κατανοητούς λόγους, είναι απρόθυμοι να συνεισφέρουν στο στρατιωτικό δυναμικό της Ένωσης ανάλογα με τις πραγματικές δυνατότητές τους, ενώ εμφανίζονται ιδιαίτερα συγκρατημένοι και ως προς την χρήση στρατιωτικών μέσων για τη στήριξη της κοινοτικής εξωτερικής πολιτικής.
 
Ίσως όμως η πλέον ενδιαφέρουσα πτυχή των εθνικών διαφοροποιήσεων στους κοινοτικούς κόλπους να είναι ο αγώνας επιρροής, στον οποίο οι εταίροι, ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, αδιακόπως επιδίδονται. Με τις μικρότερες πρωτεύουσες να μάχονται για να αποτρέψουν ενδεχόμενο παραγκωνισμό τους και να επιτύχουν τους περιορισμένους εθνικούς στόχους των. Και με τις μεγάλες – πρωτίστως το Παρίσι, το Βερολίνο και το Λονδίνο, δοθέντος ότι οι Ιταλοί αδυνατούν να διαδραματίσουν ρόλο ανάλογο προς το δημογραφικό, οικονομικό και πολιτιστικό δυναμικό τους – να διαγκωνίζονται για τη διατήρηση ή ενίσχυση της ηγετικής τους θέσης, συνάπτοντας μεταβαλλόμενες συμμαχίες, τόσο με τους «μικρούς», όσο και μεταξύ τους.
 
Χαρακτηριστική σχετικώς είναι ακριβώς η στήριξη που παρέσχε ο – ευκαιριακός, πλέον – γαλλογερμανικός «άξονας» προς την κοινοτική υποψηφιότητα του σχετικά άχρωμου και συμβιβαστικού Βέλγου πρωθυπουργού. Με ηθελημένο επακόλουθο τον αποκλεισμό εκείνης του πρώην πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ – ισχυρής πολιτικής προσωπικότητας με διεθνή προβολή, η οποία, παρά τον αξιοσημείωτο για Βρετανό ευρωπαϊσμό της, τελικά αντιμετωπίσθηκε κυρίως ως εκπρόσωπος μιας ανορθόδοξης υπό κοινοτικό πρίσμα μεγάλης δύναμης. Ενώ, στο ίδιο πνεύμα εξισορρόπησης επιρροών εντάσσεται και η ανάδειξη σε Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας του μέλους του βρετανικού Εργατικού Κόμματος και κοινοτικής επιτρόπου Κάθριν Άστον,. Η εκλογή της οποίας δίνει σαφώς την εντύπωση μιας παρηγορητικής χειρονομίας προς τη γηραιά Αλβιώνα – και .συγχρόνως μιας πολιυικο-ιδεολογικής εξισορρόπησης του κεντροδεξιού κ. Βαν Ρομπάι.
 
***
 
Θα ήταν, ωστόσο, μέγα λάθος να υποτιμήσει κανείς τη σημασία των κοινοτικών επιτευγμάτων. Μπορεί η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής υπερδύναμης, κατά το αμερικανικό πρότυπο, να αποδείχθηκε ανέφικτη, πλην όμως η διακρατική Ευρωπαϊκή Ένωση διασφαλίζει την οικονομική ευημερία και συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης και στην ασφάλεια της ηπείρου μας – αν και η εν προκειμένω συμβολή της αμερικανικής ισχύος είναι τουλάχιστον εξ ίσου σημαντική – αλλά και διαθέτει σημαντικές δυνατότητες συλλογικής παρέμβασης στα παγκόσμια δρώμενα. Αρκεί τα κράτη–μέλη και πρωτίστως τα μεγαλύτερα μεταξύ τους να κατορθώσουν, όχι βέβαια να συγχωνεύσουν τις εθνικές τους πολιτικές – αυτό προϋποθέτει ομοσπονδιοποίηση – αλλά να τις εναρμονίσουν σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Εκ πρώτης δε όψεως, η νέα κοινοτική ηγεσία δεν στερείται των  προσόντων που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση του, συχνότατα άχαρου, συντονιστικού αυτού έργου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου