11/11/09

ΕΥΡΤΕΡΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΙ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

  
Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009 12:01
Ιρακινό, Αφγανικό, Ιρανικό, Παλαιστινιακό: ένα σύνολο διακριτών, αλλά και αλληλένδετων, σε ποικίλλοντα βαθμό, πολιτικοστρατιωτικών μετώπων, η αντιμετώπιση των οποίων βαρύνει, ως συνήθως, κατά πρώτιστο λόγο την Ουάσιγκτον. Με τον πρόεδρο Ομπάμα να έχει, αμέσως μετά την εγκατάστασή του στον Λευκό Οίκο, εξαγγείλει τους στόχους της σχετικής πολιτικής του – διακηρύσσοντας, ειδικότερα, ότι θα επιδιώξει: Να τερματίσει τον «πόλεμο επιλογής» στο Ιράκ. Να διεξαγάγει αποτελεσματικότερα τον «αναγκαίο πόλεμο» στο Αφγανιστάν. Να πειθαναγκάσει το Ιράν να εγκαταλείψει την προσπάθεια κατασκευής πυρηνικού οπλοστασίου, «τείνοντας το χέρι», αλλά και διατηρώντας όλα τα μέσα πίεσης «στο τραπέζι». Και να προωθήσει τη λύση των «δύο κρατών» για το Παλαιστινιακό.

Και αν μεν οι λέξεις αρκούσαν για να ευοδωθούν οι επιδιώξεις του αυτές, η ρητορική μαεστρία του Αμερικανού προέδρου θα είχε ήδη κάνει το θαύμα της. Όμως οι πραγματικότητες αποδεικνύονται ατίθασες. Όχι βέβαια ότι η επικοινωνιακή πτυχή του αμερικανικού μεσανατολικού εγχειρήματος στερείται σημασίας. Αντιθέτως, με δεδομένες την παραδοσιακή αντίθεση της κοινής γνώμης των ΗΠΑ σε «διεθνείς εμπλοκές» και την αύξουσα ευαισθησία της στις συνεχιζόμενες απώλειες των αμερικανικών δυνάμεων, η δύναμη της πειθούς προσλαμβάνει κρίσιμη βαρύτητα. Πλην όμως δεν αρκεί. Το κυρίως ζητούμενο είναι η μετουσίωση των αρχικών γενικόλογων προεδρικών στοχεύσεων σε μια εμπεριστατωμένη, ρεαλιστική στρατηγική.

Την οποία, όπως όλα δείχνουν, ο πρόεδρος Ομπάμα, υπό το φως και της εννεάμηνης εμπειρίας του στο πηδάλιο του κράτους, επιχειρεί τώρα να χαράξει. Ανθιστάμενος, τόσο στους θιασώτες της εσπευσμένης απόσυρσης από τον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο – οι οποίοι συμβαίνει να αποτέλεσαν και τον κορμό των οπαδών του κατά την προεκλογική εκστρατεία – όσο και σε όσους – ευρισκόμενους κυρίως στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, αλλά ασφαλώς όχι μόνο – απαιτούν την άνευ ετέρου κλιμάκωση του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», περιλαμβανομένης και της δυναμικής αντιμετώπισης της Τεχεράνης, καθώς και την ανεπιφύλακτη στήριξη του συνόλου των επιλογών του Ισραήλ.

***

Η εισβολή στο Ιράκ, ανεξαρτήτως της επιχειρηματολογίας που η τότε αμερικανική ηγεσία χρησιμοποίησε για να τη δικαιώσει, έχει διαμορφώσει νέους μεσανατολικούς συσχετισμούς. Δεκτικούς διπλής, τουλάχιστον, ανάγνωσης. Κατά μία άποψη – ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ των Ευρωπαίων, ιδίως, παρατηρητών – το ιρακινό εγχείρημα εξασθένισε τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή, διότι ενίσχυσε εκείνη του Ιράν, συνεπέφερε παραμέληση της σταθεροποίησης του Αφγανιστάν, και επί πλέον δυσχέρανε την προώθηση του εκδημοκρατισμού της ευρύτερης περιοχής.

Στις εκτιμήσεις αυτές αντιτάσσεται, ωστόσο, και όχι αβάσιμα, ότι μπορεί μεν οι Αμερικανοί να απέτυχαν στην προσπάθεια – ούτως ή άλλως εκ των προτέρων καταδικασμένη και κατά βάση επικοινωνιακής υφής – να μεταλλάξουν τα τοπικά καθεστώτα σε γνήσιες δυτικού τύπου δημοκρατίες, πλην όμως κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα δυτικόστροφο Ιράκ. Και συγχρόνως να θέσουν υπό άμεση χερσαία στρατιωτική πίεση το Ιράν, αλλά και να συσπειρώσουν υπό την προστατευτική τους ομπρέλα το μείζον μέρος ενός αραβικού κόσμου ανήσυχου για τις ηγεμονικές βλέψεις της Τεχεράνης. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι μεταξύ των ανησυχούντων αυτών Αράβων συγκαταλέγονται όλο και περισσότεροι ιρακινοί Σιίτες – το εθνικό αίσθημα των οποίων τείνει να υπερισχύσει της θρησκευτικής τους αλληλεγγύης με τους ομόδοξους Ιρανούς γείτονες. (Σημειωτέον ότι η επικράτησης των εθνικών σκοπιμοτήτων επί της θρησκευτικής ομοδοξίας παρατηρείται συχνά και στον ευρύτερο διεθνή χώρο – μεταξύ άλλων και στον βαλκανικό.)

Πρόκειται για γεωπολιτικές πραγματικότητες και εν πολλοίς για στρατηγικά πλεονεκτήματα, που ο πρόεδρος Ομπάμα δεν έχει την ευχέρεια να αγνοήσει ή, αντιστοίχως, να απεμπολήσει – ασχέτως των προεκλογικών του θέσεων, ή και των απόψεων σημαντικής μερίδας των ψηφοφόρων του και των σημερινών οπαδών του.

***

Εν πρώτοις, η εμπέδωση της σταθερότητας και συνακόλουθα της αμερικανικής επιρροής στο στρατηγικά κρίσιμου Ιράκ αποτελεί για τον Αμερικανό πρόεδρο μονόδρομο, έστω και αν για την επίτευξη του στόχου αυτού καταστεί αναγκαία η επιβράδυνση του ρυθμού απόσυρσης των εκεί αμερικανικών δυνάμεων – αυτή τη στιγμή κάπου 100,000 ανδρών – ο κύριος όγκος των οποίων, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα προ έτους με την ιρακινή κυβέρνηση, θα πρέπει να έχει εγκαταλείψει τη χώρα έως το τέλος του 2011. Φυσικό βέβαια είναι η Ουάσιγκτον να επείγεται να αποσύρει δυνάμεις προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει αλλαχού και πρωτίστως στο μέτωπο του Αφγανιστάν. Την τήρηση ωστόσο του αρχικού χρονοδιαγράμματος αναπόφευκτα θα επηρεάσουν οι γενικές συνθήκες ασφαλείας στο Ιράκ, μεταξύ άλλων δε και η επενέργεια των προγραμματισμένων για τον προσεχή Ιανουάριο εθνικών εκλογών στη σταθερότητα της χώρας.

Πολύ δυσκολότερη, από την άλλη, εμφανίζεται η χάραξη πορείας αναφορικά με το Αφγανιστάν – μια χώρα που, σε σύγκριση με το Ιράκ, παρουσιάζει περιορισμένο στρατηγικό και οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά και στερείται γνήσιας κρατικής παράδοσης και ακόμη και σαφούς εθνικής συνείδησης. Και της οποίας καθοριστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι ο φυλετικός κατακερματισμός και οι συνακόλουθες συγκρούσεις. Όπερ εξηγεί και το ότι ουκ ολίγοι αναλυτές – απηχώντας σε ικανό βαθμό και το δημόσιο αμερικανικό αίσθημα – εισηγούνται την εσπευσμένη αποδέσμευση των ΗΠΑ από το, σύμφωνα με την άποψη αυτή, επαπειλούμενο «νέο Βιετνάμ». Και την αντιμετώπιση ενδεχόμενων τρομοκρατικών πυρήνων επί αφγανικοόυ εδάφους έξωθεν, με πλήγματα εξ αέρος και επιδρομές ειδικών δυνάμεων.

Ωστόσο, οι απόψεις αυτές προσκρούουν σε ισχυρό αντίλογο. Όπως έχουν πλέον διαμορφωθεί τα πράγματα, πρόωρη απόσυρση των δυτικών δυνάμεων θα επέτρεπε, στους μεν Ταλιμπάν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους σε μεγάλο μέρος της χώρας, στη δε Αλ Κάιντα, πιθανότατα, να ανακτήσει την αφγανική της βάση. Με αναπόφευκτη συνέπεια, όχι μόνο να τρωθούν το γόητρο και η αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών εντός και εκτός περιοχής, αλλά και να πληγούν το ηθικό και η συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας – οι ηγέτες της οποίας, καλώς ή κακώς, έχουν αναδείξει την αντιμετώπιση του Αφγανικού σε λυδία λίθο της αποτελεσματικότητάς της. Ενώ ένα χαώδες Αφγανιστάν θα είχε αρνητικές επιπτώσεις και στην ευστάθεια του γειτονικού Πακιστάν – ενός ιδιαίτερα προβληματικού δυτικού στρατηγικού εταίρου, τη σημασία του οποίου επαυξάνει και το πυρηνικό του οπλοστάσιο.

Υπό το φως και την πίεση των αντιφατικών αυτών εκτιμήσεων, ο πρόεδρος Ομπάμα πρέπει τώρα να αποφασίσει, εάν και σε ποιο βαθμό θα ανταποκριθεί στις εισηγήσεις του διοικητή της Διεθνούς Δύναμης Βοήθειας για την Ασφάλεια (ISAF) στρατηγού Μακ Κρίσταλ. Ο οποίος, σύμφωνα με έγκυρες δημοσιογραφικές πληροφορίες και μη διαψευσθείσες διαρροές προς τον τύπο, ζητεί να αυξηθεί η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Αφγανιστάν και συγχρόνως να τροποποιηθεί η εκεί ακολουθούμενη στρατηγική – μεταξύ άλλων με το να δοθεί αυξημένη έμφαση στην πολιτικο-οικονομική πτυχή της ειρηνευτικής προσπάθειας και στη δημιουργία ποιοτικά και ποσοτικά επαρκών αφγανικών ενόπλων δυνάμεων.[i] Με αρκετούς αναλυτές να προβλέπουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιλέξει λύση σολομώντεια, εγκρίνοντας την αποστολή μέρους μόνο των αιτούμενων ενισχύσεων, αλλά υιοθετώντας την προτεινόμενη στρατηγική αναπροσαρμογή. Σημειωτέον δε, ότι, στο μη στενά στρατιωτικό σκέλος του αφγανικού εγχειρήματος είναι πρόθυμοι να συνεισφέρουν ουσιαστικά και οι, κατά τα λοιπά αρνούμενοι να αυξήσουν την αυστηρώς στρατιωτική συμβολή τους, σύμμαχοι.[ii] Ας προστεθεί, πάντως, ότι η περιπέτεια της πρόσφατης αφγανικής προεδρικής εκλογής και η συνακόλουθη αμφισβήτηση του κύρους και της αποτελεσματικότητας του τελικά παραμένοντος στην προεδρία κ. Καζάι ασφαλώς δεν διευκολύνουν τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.

***

Τουλάχιστον εξ ίσου σημαντικές, όμως, είναι και οι αποφάσεις που ο Αμερικανός πρόεδρος θα κληθεί να λάβει σε σχέση με τις πυρηνικές φιλοδοξίες της ιρανικής ηγεσίας – οι πραγματικές προθέσεις της οποίας εξακολουθούν να καλύπτονται από πέπλο μυστηρίου. Και ορισμένοι μεν δυτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη χρησιμοποιεί το πυρηνικό της πρόγραμμα απλώς ως μέσο πίεσης, προκειμένου να εξαναγκάσει τις ΗΠΑ να διαπραγματευθούν ένα συνολικό διακανονισμό, εξασφαλίζοντα την επιβίωση του καθεστώτος και προσφέροντα στο Ιράν έναν περιφερειακό ρόλο ανάλογο προς τη σημασία του. Και ότι συνεπώς η πυρηνικοποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας μπορεί να αποτραπεί με την άσκηση υπομονετικής διπλωματίας. Σύμφωνα, όμως, με την επικρατέστερη, όχι μόνο στην Ουάσιγκτον, αλλά και στη Δύση γενικότερα, ανάγνωση των ιρανικών στοχεύσεων, οι Ιρανοί ιθύνοντες επιδιώκουν αταλάντευτα την απόκτηση πυρηνικών όπλων και απλώς χρησιμοποιούν τον διπλωματικό δίαυλο για να κερδίζουν χρόνο, αμβλύνοντας τις δυτικές αντιδράσεις.

Προς το παρόν, ο κ. Ομπάμα φαίνεται διατεθειμένος να θέσει τις απόψεις της αισιόδοξης σχολής σκέψης υπό έμπρακτη δοκιμασία. Άγνωστο ωστόσο – αμφίβολο, άλλωστε, αν και ο ίδιος γνωρίζει – το τι θα πράξει, σε περίπτωση που οι εξελίξεις επαληθεύσουν τις απαισιόδοξες προβλέψεις. Θα αποδεχθεί, άραγε, τον εξοπλισμό του Ιράν με πυρηνικά ως το «μικρότερο κακό», αρκούμενος, κατά το πακιστανικό προηγούμενο, σε συμβολικές διαμαρτυρίες και κυρώσεις; Ή θα προσφύγει σε στρατιωτικά μέσα για να τον εμποδίσει; Και αν επιλέξει την πρώτη λύση, θα μπορέσει να ελέγξει τις ενέργειες του Ισραήλ – το οποίο έχει χαρακτηρίσει την πυρηνικοποίηση των Αγιατολάδων υπαρξιακό κίνδυνο;

***

Δεν χωρεί, τέλος, αμφιβολία ότι, η αντιμετώπιση των πολλών και δυσεπίλυτων αυτών μεσανατολικών ζητημάτων θα διευκολυνόταν μεγάλως από τη ρύθμιση του διαχρονικού Παλαιστινιακού – σημαίας αρχήθεν του ακραίου Ισλάμ, αλλά και αιτίου μιας ευεξήγητης δυσαρέσκειας και συχνά αγανάκτησης πολλών, μετριοπαθών κατά τα λοιπά, μουσουλμάνων. Όπως όμως συνέβη και με τους προκατόχους του, ο κ. Ομπάμα αδυνατεί να μεταφράσει την έκδηλη καλή του θέληση σε αποτελεσματική πράξη. Επί του παρόντος, τουλάχιστον, το πρόβλημα εμφανίζεται άλυτο. Και τούτο για δύο, κυρίως, λόγους. Το μεν, διότι οι Παλαιστίνιοι τυγχάνουν απελπιστικά διαιρεμένοι, με την ακραία τους πτέρυγα να μπλοκάρει παγίως τις αναπόδραστες για την επίτευξη συμφωνίας παραχωρήσεις προς το εβραϊκό κράτος. Το δε, λόγω της μεγάλης επιρροής που το εβραϊκό λόμπυ ασκεί στους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.

Δεν εκπλήσσει, συνεπώς, το ότι ο ισραηλινός πρωθυπουργός κ. Νετανιάχου απέρριψε την υπόδειξη του Αμερικανού προέδρου να παγώσει η οικοδομική επέκταση των ισραηλινών οικισμών στα κατεχόμενα, προκειμένου να διευκολυνθεί η επανάληψη των ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινιακής Αρχής. Αλλά ούτε και το ότι ο πρόεδρος της τελευταίας αυτής κ. Αμπάς, σε αντίθεση με την παρελθούσα πρακτική του, αναδεικνύει το πάγωμα αυτό σε προϋπόθεση για να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όλα δυστυχώς δείχνουν, ότι το Παλαιστινιακό θα παραμείνει επί μακρόν ακόμη παράγων υπονόμευσης της δυτικής παρουσίας και πολιτικής στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο.

***

Φυσικό είναι, εκτός των ίδιων των Αμερικανών, και τα λοιπά μέλη της «διεθνούς κοινότητας» – και πρωτίστως οι νατοϊκοί σύμμαχοι – να αναμένουν ανυπομόνως τις απαντήσεις του προέδρου Ομπάμα στο σύνολο των κρίσιμων αυτών μεσανατολικών διλημμάτων.




[i] Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, ο στρατηγός Μακ Κρίσταλ έχει ζητήσει, στους 68,000 περίπου Αμερικανούς της ISAF, να προστεθούν οκτώ ταξιαρχίες – ήτοι περί τους 40,000 άνδρες.
[ii] Η μη αμερικανική συνιστώσα της ISAF συμποσούται σε 40,000 περίπου άνδρες – οι περισσότεροι, όμως, από τους οποίους υπόκεινται σε άκρως περιοριστικούς κανόνες εμπλοκής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου