5/10/09

Η ΕΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΝΑΙ

  
Δευτέρα, 05 Οκτωβρίου 2009 10:34

irish_referendum.jpg
Η έγκριση από το ιρλανδικό εκλογικό σώμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, γνωστής και ως Μεταρρυθμιστικής – εφόσον βέβαια, όπως όμως είναι πολύ πιθανό, ακολουθήσει η κύρωσή της από τους Τσέχους, τους Πολωνούς και, ιδίως, τους Βρετανούς – θα συμβάλει αποφασιστικά στον τερματισμό μιας εκκρεμότητας, η οποία, εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, έχει απορροφήσει την προσοχή των Κοινοτικών Ευρωπαίων σε βαθμό δυσανάλογο προς την πραγματική σημασία της και εις βάρος ουσιαστικότερων προβλημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθώς το επίμαχο κείμενο, μολονότι εισάγει χρήσιμα λειτουργικά στοιχεία, ουδόλως αλλοιώνει τη φύση της Ένωσης και ειδικότερα τον διακρατικό χαρακτήρα της. Άλλωστε, η συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού από τους πολεμίους της ομοσπονδιακής Ευρώπης εξηγεί εν πολλοίς και τη συντελούμενη μεταστροφή έναντι της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης.
 
Η οποία, κατά τα λοιπά, αφ’ενός, διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, χάρις στην ευρύτερη εφαρμογή της ενισχυμένης πλειοψηφίας, και, αφ’ετέρου και κυρίως, συμβάλλει κατ’ αρχήν στην αναβάθμιση της εξωτερικής εικόνας της ΕΕ, με τη θεσμοθέτηση προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εκλεγμένου για θητεία διόμισυ ετών άπαξ ανανεώσιμη και «Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας».[i] Ωστόσο, το κατά πόσον οι προσδοκίες, τις οποίες γεννούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, θα επαληθευθούν θα εξαρτηθεί κατά μέγα μέρος από το ανάστημα των προσώπων, που θα κληθούν να επανδρώσουν τους νέους θεσμούς και ιδίως την προεδρία.
 
Με τον πρώην Βρετανό πρωθυπουργό Μπλερ να φέρεται αυτή τη στιγμή ως ο ισχυρότερος μεταξύ των υποψηφίων για τη θέση του προέδρου – [ii] παρά τις ζωηρές αντιρρήσεις για το πρόσωπό του μέρους της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, λόγω της σύμπλευσής του με την ιρακινή πολιτική της Ουάσιγκτον και, κυρίως, του παραδοσιακού ευρωσκεπτικισμού της χώρας του. Μολονότι δε ο κ. Μπλερ συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευνοϊκά διατεθειμένων έναντι της ευρωπαϊκής συνεργασίας Βρετανών πολιτικών, τυχόν εκλογή του στην κοινοτική προεδρία φυσικό είναι να επιβεβαιώσει τον διακρατικό χαρακτήρα της ΕΕ – δυσχεραίνοντας και την αναβίωση της ιδέας της Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων, την οποία τελευταία ορισμένοι ευρωπαϊστές προβάλλουν εκ νέου ως αντίδοτο στη, συνεπεία και των αλλεπάλληλων διευρύνσεων, αποτελμάτωση της Ένωσης.
 
***
 
Ούτως ή άλλως, όμως, η ευρωπαϊκή ομοσπονδιοποίηση φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν. Έδρα της πραγματικής δύναμης παραμένουν, και υπό τη νέα συνθήκη, τα εθνικά κράτη. Ενώ οι ενδοκοινοτικές διαφωνίες για τα μεγάλα θέματα της οικονομίας, της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και της κοινοτικής διεύρυνσης συνεχίζονται. Και τα κράτη-μέλη – ιδίως τα μεγάλα, που σε τελευταία ανάλυση καθορίζουν τις τύχες της Ένωσης – επιδίδονται, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα και θέσεις τους, στη διαμόρφωση μεταβλητών συμμαχιών και αντιπαραθέσεων. Ειδικότερα:
 
Στον οικονομικό τομέα, ο γαλλικός κρατικισμός αντιπαρατίθεται στον γερμανικό φιλελευθερισμό – ενισχυμένο, κατά τεκμήριον, από τα αποτελέσματα των πρόσφατων γερμανικών εκλογών. Η αντίθεση δε μεταξύ των δύο αυτών σχολών οικονομικής πολιτικής, η οποία σημειώνεται και σε ευρύτερη κοινοτική κλίμακα, ενδέχεται να οξουνθεί, αν οι προσδοκίες για ανάκαμψη των κοινοτικών οικονομιών διαψευσθούν, είτε ως προς το σύνολο, είτε, όπερ πιθανότερο, ως προς μέρος των τελευταίων αυτών.
 
Σε ό,τι, εξ άλλου, αφορά στην εξωτερική και αμυντική της πολιτική, η ΕΕ, με τις πληγές από το Ιρακινό ουσιαστικά επουλωμένες, επιχειρεί πράγματι να προβάλει έναντι των μεγάλων θεμάτων της στιγμής την εικόνα ενιαίας στάσης. Κυρίως όμως σε θεωρητικό επίπεδο, με την υιοθέτηση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή. Διότι ουδείς αγνοεί, ότι, ως προς τις σχέσεις με τη Ρωσία, επί παραδείγματι, οι κοινοτικές πρωτεύουσες ήσαν και παραμένουν βαθύτατα διαιρεμένες. Ή ότι η ενεργός – σε αντιδιαστολή με τη φραστική – στήριξή τους προς το αμερικανο-νατοϊκό εγχείρημα στο Αφγανιστάν διαφέρει ριζικά από εταίρο σε εταίρο.
 
Η διαφοροποίηση δε αυτή – και ιδιαίτερα η σχετική με το Αφγανικό – αντανακλά και τις καίριες αδυναμίες της Κοινοτικής Ευρώπης ως ενιαίου φορέα ασφάλειας και στρατιωτικής ισχύος. Καθώς, η Βρετανία και η Γαλλία – ήτοι τα μόνα κοινοτικά κράτη των οποίων οι ένοπλες δυνάμεις είναι σε θέση να διεξαγάγουν αποτελεσματικά επιχειρήσεις σημαντικής κλίμακας εκτός συνόρων τους – λαμβάνουν κατά κανόνα τις σχετικές αποφάσεις τους, ιδίως για την ανάληψη εγχειρημάτων εκτός Ευρώπης, με στενά εθνικά κριτήρια. Και από την άλλη, η μεγαλύτερη υπό δημογραφικό και οικονομικό πρίσμα κοινοτική χώρα – η Γερμανία – εξακολουθεί να υποχρηματοδοτεί την άμυνα και, κυρίως, να κυριαρχείται από το ειρηνιστικό σύνδρομο.[iii] Και αντί να αυξάνει τις ανεπαρκείς στρατιωτικές της δυνατότητες, τείνει να τις περιορίσει περαιτέρω. Επιδεικνύοντας συγχρόνως αύξουσα απροθυμία εμπλοκής σε διεθνείς στρατιωτικές επιχειρήσεις – με χαρακτηριστική την περίπτωση του Αφγανιστάν. Ενώ αξιοσημείωτη συναφώς είναι και η διαπίστωση του βρετανικού Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, ότι η ΕΕ αποφεύγει συστηματικά να χρησιμοποιήσει ακόμη και τις στοιχειώδεις δυνάμεις ταχείας επέμβασης – συγκροτήματα μάχης [battle-groups] δύναμης 1,500 ανδρών [iv] – που αντικατέστησαν τους πολύ πιο φιλόδοξους στόχους του Ελσίνκι. Υπό τις συνθήκες δε αυτές, δεν εκπλήσσει ότι η Κοινοτική Ευρώπη εμφανίζεται ως ουραγός μάλλον, παρά ως μπροστάρης, στα παγκόσμια γεωπολιτικά δρώμενα.
 
Μείζονες τέλος διαφωνίες υφέρπουν – και συχνά εκδηλώνονται και δημοσία – στους κοινοτικούς κόλπους ως προς τη σκοπιμότητα και την έκταση της περαιτέρω διεύρυνσης της Ένωσης. Με την ένταξη ορισμένων τουλάχιστον χωρών των Δυτικών Βαλκανίων να προσκρούει σε μια διάχυτη διευρυντική κόπωση, απότοκο εν μέρει και της οικονομικής κρίσης. Και με τις μεγάλες κοινοτικές πρωτεύουσες να διαφωνούν πλήρως ως προς τη σκοπιμότητα ικανοποίησης της τουρκικής υποψηφιότητας – η οποία διατηρείται μεν τεχνητώς εν ζωή, πλην όμως χωρίς ουσιαστικές προοπτικές.
 
***
 
Συμπερασματικώς: Η φάση των υψηλών στόχων και προσδοκιών σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παρέλθει. Ζητούμενο πλέον είναι ο στοιχειώδης συντονισμός των πολιτικών του διακρατικού αυτού εικοσιεπταμελούς οργανισμού και η σοβαρή εκπροσώπησή του στον διεθνή χώρο. Υπό το πρίσμα δε αυτό, η υιοθέτηση και κατάλληλη αξιοποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό βήμα προς τα πρόσω.


[i] Κατ’ουσίαν αναπαράγει το καταψηφισθέν το 2005 σχέδιο συνθήκης, μείον ορισμένα ομοσπονδιάζοντα ψιμύθιά του, όπως ο καθ’ όλα παραπλανητικός χαρακτηρισμός της συνθήκης ως συνταγματικής, τα περί κοινής ευρωπαϊκής σημαίας και ύμνου, καθώς και ο βαρύγδουπος τίτλος του «Υπουργού Εξωτερικών», που το απορριφθέν εκείνο κείμενο απένεμε καταχρηστικώς στον αρμόδιο για την ΚΕΠΠΑ αξιωματούχο της Ένωσης.
[ii] Βλ. Philip Stephens, Europe loses its Lisbon hiding place, “Financial Times”, 2-10-2009.
[iii] Σύμφωνα με την έγκυρη έκδοση του  βρετανικού Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών The Military Balance 2009, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες υπολείπονται των γαλλικών και βρετανικών κατά το ένα τρίτο περίπου. Την κατάσταση πνευμάτων στη Γερμανία περιγράφει παραστατικά, αν και ίσως με κάποια δόση υπερβολής, ο γνωστός αρθογράφος Roger Cohen ως ακολούθως: «Αυτή η Γερμανία [δηλαδή η επανενοποιηθείσα μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού] είναι περισσότερο εθνικιστική, πιο ισορροπημένη μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, ψυχρή σε σημείο αδιαφορίας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορροφημένη και ικανοποιημένη από τον εαυτό της, συνεπής αλλά χωρίς ενθουσιασμό έναντι της Νατοϊκής Συμμαχίας.» Βλ. άρθρο του υπό τον τίτλο Germany Unbound, στο φύλλο της 1ης Οκτωβρίου 2009 της “International Herald Tribune”.
 
[iv] Βλ. Europe’s rapid-response forces. Use them or lose them?  “Strategic Comments”, Volume 15, Issue 7, Σεπτέμβριος 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου