26/9/09

ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΟΜΠΑΜΑ

  
Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009 19:38
obama_nst.jpg
Ενώ η οξυνόμενη αμφισβήτηση της πολιτικής του στον τομέα της υγείας θέτει  υπό δοκιμασία τη δημοτικότητά του – και οι  ενδιάμεσες εκλογές του 2010 προβάλλουν ήδη στον πολιτικό ορίζοντα – ο πρόεδρος Ομπάμα  καλείται να λάβει καθοριστικής σημασίας  αποφάσεις για μια σειρά από μείζονες εξωτερικές εκκρεμότητες.  Αντιμετωπίζοντας τα ίδια διλήμματα που ταλάνισαν και τον πρόεδρο Μπους – και, παρά τις επικοινωνιακές ως επί το πολύ διαφοροποιήσεις του, σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις  έχοντας, έως τώρα, μετακινηθεί  από τις βασικές θέσεις του προκατόχου του.
 
Με τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις επιχειρούσες και υφιστάμενες απώλειες στην  ευρύτερη Μέση Ανατολή, κορυφαία εξωτερική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον αυτή τη στιγμή είναι αναμφίβολα ο χειρισμός του γεωπολιτικού πλέγματος Ιράκ-Αφγανιστάν-Πακιστάν.  Η στρατηγική που ο κ. Ομπάμα εξήγγειλε στις 27 Μαρτίου –  και η οποία αποτελούσε κατ’ ουσίαν ποέκταση της γραμμής Μπους – απέβλεπε στη βαθμιαία απόσυρση από ένα σταθεροποιούμενο Ιράκ και στην εντατικοποίηση του πολέμου του Αφγανιστάν. Τον οποίο ο νέος πρόεδρος επανειλημμένως χαρακτήρισε «αναγκαίο» – αντιδιαστέλλοντάς τον με τον, κατά την έκφρασή του, «πόλεμο επιλογής» του Ιράκ. 
 
Οι ιρακινές, ωστόσο,  εξελίξεις, μολονότι συνολικά ικανοποιητικές υπό γεωπολιτικό πρίσμα – οι ΗΠΑ επέτυχαν τη διατήρηση της ενότητας της χώρας υπό φιλικό προς αυτές, παρά τις αναπόφευκτα αναφυόμενες διαφωνίες, καθεστώς – δεν αποκλείεται να επιβάλουν τη μερική επανεξέταση του αρχικού χρονοδιαγράμματος αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων.  Κυρίως  όμως, πηγή μείζονος προβληματισμού αποτελεί η δυσοίωνη κατάσταση πραγμάτων στο  αφγαν0-πακιστανικό μέτωπο. Ιδίως μετά την περιπετειώδη προεδρική εκλογή της 22ας  Αυγούστου και υπό το φως των αυξανόμενων απωλειών, ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει το δίλημμα:  Είτε να εμμείνει στην αρχική του στόχευση του πλήρους ελέγχου της περιοχής από φιλοδυτικές κυβερνητικές κυβερνήσεις,  εγκρίνοντας και τις σημαντικές ενισχύσεις που ο νέος  επιτόπιος Αμερικανός στρατιωτικός διοικητής κρίνει απαραίτητες για να  φέρει εις πέρας μια τέτοια αποστολή. Είτε, ενδίδοντας και στην αύξουσα πολεμική κόπωση της αμερικανικής κοινής γνώμης και συνυπολογίζοντας και την απροθυμία ενεργού σύμπραξης των Ευρωπαίων συμμάχων, να επιλέξει την αποκλιμάκωση της στρατιωτικής προσπάθειας – περιορίζοντάς την σε επιχειρήσεις εξ αέρος ή ειδικών δυνάμεων για την έγκαιρη εξουδετέρωση ενεργών τρομοκρατικών πυρήνων. Και αποδεχόμενος, κατά τα λοιπά, τη σχεδόν αναπόφευκτη, σε μια τέτοια περίπτωση, μερική τουλάχιστον  αποκατάστασης της εξουσίας των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, ως και τις πιθανές αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τροπής των πραγμάτων στο όμορο Πακιστάν. Αλλά και το συνακόλουθο στραπατσάρισμα του αμερικανικού γοήτρου.
 
Στον ευρύτερο, όμως, μεσανατολικό χώρο, ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει  και ένα δεύτερο, εν δυνάμει ακόμη οδυνηρότερο, δίλημμα. Η συνεχιζόμενη, επίμονη επιδίωξη από το Ιράν πυρηνικής ικανότητας, παρά τις έως τώρα αποτρεπτικές ενέργειες της Ουάσιγκτον – συμπεριλαμβανομένου και του πολυδιαφημισμένου προεδρικού ανοίγματος προς την Τεχεράνη – φυσικό είναι να προβληματίζει τον κ. Ομπάμα  ως προς το πρακτέο, σε περίπτωση που οι υπό μεθόδευση πρόσθετες διπλωματικές και οικονομικές πιέσεις αποτύχουν του σκοπού τους. Οπότε ο Αμερικανός πρόεδρος θα αναγκασθεί εκ των πραγμάτων να αποφασίσει, αν θα δώσει το πράσινο φως για στρατιωτικό πλήγμα, αψηφώντας τις οικονομικές και γεωπολιτικές παρενέργειες μιας τέτοιας επιλογής. Ή αν θα ανεχθεί την πυρηνικοποίηση του ιρανικού ιερατείου, με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις της στις μεσανατολικές ισορροπίες, αλλά και στην υπόθεση του ελέγχου της διασποράς των πυρηνικών ανά την υφήλιο. Όλα δε δείχνουν ότι, παρά τα περί «διατήρησης στο τραπέζι όλων των επιλογών», η τελική, κρίσιμη αυτή απόφαση παραμένει άδηλη.
 
Διλημματικό, τέλος, χαρακτήρα έχουν προσλάβει και οι ρωσο-αμερικανικές σχέσεις. Με την Ουάσιγκτον να επιζητεί μεν τη ρωσική συνεργασία για την αντιμετώπιση σημαντικών προβλημάτων, όπως το Ιρανικό και το Αφγανικό, ή και το Κορεατικό και το Παλαιστινιακό, και να υπολογίζει στον ρωσικό παράγοντα για την εξισορρόπηση της ανερχόμενης Κίνας, συγχρόνως όμως να αρνείται κατηγορηματικά να ανταποκριθεί στην κεντρική ρωσική επιδίωξη που είναι η αναγνώριση από τη Δύση «ζώνης επιρροής» της Μόσχας στο «εγγύς εξωτερικό» της.
 
Η ματαίωση από τον πρόεδρο Ομπάμα της εγκατάστασης στοιχείων της «αντιπυραυλικής ασπίδας» στις Τσεχία και Πολωνία – στην πραγματικότητα η μόνη μέχρι στιγμής  ουσιαστική αποστασιοποίηση του νέου προέδρου από την εξωτερική πολιτική του προκατόχου του – μολονότι δεν συνεπάγεται ιδιαίτερο στρατιωτικό κόστος για την αμερικανική πλευρά, ενέχει εν τούτοις αναμφισβήτητη συμβολική αξία και ως εκ τούτου αποτελεί σημαντική συμβολή στη χαλάρωση των  ρωσο-νατοϊκών εντάσεων.  Στην οποία  είχε ήδη συμβάλει η, από την εποχή της συνόδου του Βουκουρεστίου, παραπομπή από το ΝΑΤΟ στο αόριστο μέλλον της προς Ουκρανία και Γεωργία διεύρυνσής του. Αλλά και η απόφαση των Ρώσων να επιτρέψουν τον μέσω της επικράτειάς τους ανεφοδιασμό των νατοϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν – όπου η δυτική εκστρατεία κατά των Ταλιμπάν εξυπηρετεί, σημειωτέον, και τα δικά τους συμφέροντα ασφαλείας. Ενώ ελπιδοφόρες εμφανίζονται και οι ρωσο-αμερικανικές διαπραγματεύσεις για την αμοιβαία μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων. Καθώς οι μεν Αμερικανοί διαθέτουν πυρηνική επάρκεια έναντι παντός ενδεχόμενου αντιπάλου και δίδουν προτεραιότητα στην ενίσχυση των συμβατικών τους δυνάμεων, η δε Μόσχα προσβλέπει στον περιορισμό των οικονομικών βαρών από τους πυρηνικούς της εξοπλισμούς.
 
Ωστόσο, η έκταση και ο βαθμός της ρωσο-αμερικανικής συνεργασίας παραμένουν ζητούμενο. Χαρακτηριστικά, η μεγαλεπήβολη πρόταση του προέδρου Μεντβέντεβ για τη δημιουργία ενιαίου «χώρου από το Βανκούβερ έως το Βλαδιβοστόκ» έχει πλήρως αγνοηθεί μέχρι στιγμής από  τους Αμερικανούς – οι οποίοι πιθανότατα εκτιμούν ότι στοχεύει στην εξασθένιση της δυτικής συνοχής και του ΝΑΤΟ ειδικότερα. Με την επιφυλακτικότητα αυτή να αντανακλά μια γενικότερη αρνητική στάση των Αμερικανών ιθυνόντων έναντι ριζοσπαστικών σχημάτων αναδιάταξης του ευρω-ατλαντικού γεωπολιτικού χάρτη. Την οποία στάση κατά πάσαν πιθανότητα  θα υιοθετήσει και ο πρόεδρος Ομπάμα, επιζητώντας τη σύμπραξη της Ρωσίας σε επιλεκτική βάση – κατά περίπτωση.  Υπό το πρίσμα δε αυτό, η ρωσική πολιτική έναντι του Ιρανικού ενδέχεται να αποδειχθεί η λυδία λίθος των εκτιμήσεων για τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις.
 
 
Εν κατακλείδι: Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου κληρονόμησε από τον προηγηθέντα πλήθος προβλημάτων και διλημμάτων – μερικά μόνο από τα οποία προαναφέρθηκαν    αλλά και ένα κράτος που, αν δεν ήταν πάντοτε και παντού αγαπητό, παρέμενε ωστόσο η μόνη και αναμφισβήτητη υπερδύναμη. Υπερέχον θεαματικά των λοιπών ως προς όλους τους συντελεστές ισχύος. Και διαδραματίζον καθοριστικό ρόλο  στη διατήρηση των παγκόσμιων ισορροπιών και στην αντιμετώπιση των ανά την υφήλιο κρίσεων.
 
Το στοίχημα που δείχνει να προσπαθεί να κερδίσει ο πρόεδρος Ομπάμα συνίσταται στη βελτίωση της επικοινωνιακής εικόνας της χώρας του, χωρίς να θιγεί η ηγετική της θέση – η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί εγγύηση και για την ασφάλεια του δυτικού κόσμου  στο σύνολό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου