7/9/09

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

  
Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009 08:33
Υπογράφοντας τον Σεπτέμβριο 1963 τη Συμφωνία Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η Άγκυρα κινήθηκε στη λογική του εξευρωπαϊσμού της Τουρκικής Δημοκρατίας που αποτελούσε έναν από τους κεντρικούς πυλώνες της πολιτικής του Κεμάλ Ατατούρκ. Και συγχρόνως, για λόγους τόσο οικονομικούς, όσο και γεωπολιτικούς, απέβλεψε στην πληρέστερη ενσωμάτωση της Τουρκίας στο ευρωατλαντικό μεταπολεμικό σύστημα – στο νατοϊκό σκέλος του οποίου η χώρα ανήκε ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Ενώ οι κοινοτικές κυβερνήσεις, από την πλευρά τους, συνάπτοντας μια συμφωνία κατατείνουσα στην πλήρη τουρκική ένταξη  στην ΕΟΚ, ενήργησαν υπό την ώθηση στρατηγικών κυρίως κινήτρων – μολονότι και τα οικονομικά έπαιξαν τον ρόλο τους – σε μια εποχή κατά την οποία το φάσμα της σοβιετικής απειλής επηρέαζε καθοριστικά τις επιλογές τους. Με αποκαλυπτική των κοινοτικών αυτών διαθέσεων την ακόλουθη δήλωση του Γερμανού προέδρου της Επιτροπής της ΕΟΚ Βάλτερ Χάλσταϊν κατά την τελετή υπογραφής της Συμφωνίας Σύνδεσης: «Η Τουρκία είναι μέρος της Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η πρώτιστη σημασία αυτού που επιτυγχάνομε σήμερα.»
 
***
 
Παρά ταύτα, οι προσπάθειες της Τουρκίας να ενταχθεί, αρχικά, στην ΕΟΚ και, εν συνεχεία, στην EE ταχέως προσέκρουσαν, αφ’ ενός, στην υπέρογκη, υπό κοινοτικό πρίσμα, επιρροή των στρατιωτικών στην τουρκική πολιτική ζωή, και, αφ’ ετέρου, στις τεταμένες σχέσεις της χώρας με την Ελλάδα και στο Κυπριακό.[i] Δύο μείζονα εμπόδια, τα οποία, το 1987 ήδη, η Επιτροπή προέβαλε ως αιτιολογική βάση για την αρνητική γνωμοδότησή της επί του αιτήματος πλήρους ένταξης που είχε υποβάλει η κυβέρνηση Οζάλ. Ενώ, έκτοτε προέκυψε και ένα τρίτο, σαφώς πιο δυσυπέρβλητο: η κατ’ αρχήν αντίθεση στην ένταξη της Τουρκίας μιας αυξανόμενης και πιθανότατα καθοριστικής σημασίας μερίδας των κοινοτικών Ευρωπαίων.[ii]
 
Τις εν λόγω αντιρρήσεις αρχής εξέφρασε μεταξύ των πρώτων ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας και ένθερμος θιασώτης της ευρωπαϊκής ενοποίησης Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίνγκ, προειδοποιώντας ότι η πλήρης τουρκική ένταξη θα σήμαινε «το τέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».[iii] Συν τω χρόνω δε, την απορριπτική αυτή θέση, αν και ευεξήγητα με διπλωματικότερη φρασεολογία, υιοθέτησαν δημοσία, υπείκοντες και στις έκδηλες επιθυμίες των ψηφοφόρων τους, οι κυβερνώντες πλειόνων κοινοτικών χωρών – με προεξάρχοντες τον Γάλλο πρόεδρο και τη Γερμανίδα καγκελάριο.
 
Η μεταστροφή αυτή κυβερνήσεων παλαιότερα υπερμάχων της τουρκικής ένταξης δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Εν πρώτοις, μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και τη συνακόλουθη έκλειψη της εξ Ανατολών απειλής, αρκετοί Κοινοτικοί αποδίδουν μειωμένη βαρύτητα στη στρατηγική διάσταση της ευρωτουρκικής σχέσης. Ελάχιστοι, βέβαια, εξ αυτών αμφισβητούν ότι, και στο μεταψυχροπολεμικό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Τουρκία παραμένει χρήσιμος στρατηγικός εταίρος – ιδιαίτατα αναφορικά με τις εξελίξεις στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Από την άλλη, όμως, είναι προφανές ότι, σε περίπτωση πλήρους κοινοτικής της ένταξης, ο δημογραφικός της όγκος, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική της ταυτότητα και τη σχετική οικονομική της υπανάπτυξη, θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην κοινοτική λειτουργικότητα και συνοχή.
 
Κάτι που προβληματίζει όλως ιδιαίτερα τους κοινοτικούς εκείνους εταίρους – κατά κύριο λόγο, τα μέλη του αρχικού κοινοτικού πυρήνα  και ειδικότερα το Παρίσι και το Βερολίνο – οι οποίοι, μολονότι στην πράξη έχουν πλέον εγκαταλείψει το ομοσπονδιακό όραμα, εξακολουθούν παρά ταύτα να προσβλέπουν σε μια συνεκτικότερη Ένωση. Με επακόλουθο, στους κόλπους των να κερδίζει έδαφος, όλο και περισσότερο,  η ιδέα της σύναψης με την Άγκυρα μιας «ειδικής σχέσης». Αδιευκρίνιστου ακόμη περιεχομένου ως προς τα καθέκαστα, αλλά η οποία, κατά την αντίληψη των θιασωτών της, θα διασφαλίζει τα ουσιώδη εκατέρωθεν συμφέροντα, χωρίς να καθιστά την Άγκυρα ρυθμιστή των κοινοτικών πραγμάτων.[iv] Την επιλογή δε αυτή ευνοεί και η διάχυτη στην ΕΕ «διευρυντική κόπωση». (Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εκτός του ότι δυσχεραίνει περαιτέρω την υποψηφιότητα της Τουρκίας, επηρεάζει δυσμενώς και εκείνη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. )
 
Στους αντι-ενταξιακούς «ευρωπαϊστές» αυτούς αντιπαρατίθενται σταθερά οι «ατλαντιστές». Με τους Βρετανούς επικεφαλής, οι τελευταίοι θεωρούν το ΝΑΤΟ και την αμερικανική συμμαχία κορυφαία γεωπολιτική τους προτεραιότητα. Και, υπό το συγκεκριμένο πρίσμα βλέπουν την τουρκική κοινοτική ένταξη ως χρήσιμο συμπλήρωμα της ευρω-ατλαντικής διάταξης. Ενώ, με δεδομένη την αποστροφή των περισσοτέρων μεταξύ τους για μια γνήσια κοινοτική συσσωμάτωση, φυσικό είναι οι δυσμενείς επιπτώσεις της  εισδοχής της Τουρκίας στη συνοχή της ΕΕ, όχι μόνο να μην τους ανησυχούν, αλλά αντιθέτως μάλλον να τους καθησυχάζουν. Με παρεμφερές δε σκεπτικό, τη θέση τους στηρίζει διαχρονικά και η Ουάσιγκτον. [v]
 
 
***
 
Συνεπεία της διελκυνστίδας αυτής μεταξύ θιασωτών και αντιπάλων της τουρκικής ένταξης, οι ευρωτουρκικές διαπραγματεύσεις καρκινοβατούν. Συνεχίζονται μεν – αφού κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της διακοπής τους – αλλά χωρίς χρονικό ορίζοντα ή ουσιαστική προοπτική ευόδωσής τους. Αναπόφευκτα δε, η καρκινοβασία αυτή, και ιδίως η φύση της επιχειρηματολογίας που προβάλλεται κατά της τουρκικής ένταξης – η οποία εισπράττεται από τους Τούρκους ως μειωτική του γοήτρου τους – επηρεάζουν αρνητικά έναντι της Κοινοτικής Ευρώπης την αρχικά ενθουσιωδώς φιλοευρωπαϊκή τουρκική κοινή γνώμη.[vi] Παρά ταύτα, όμως, οι υπό ευρεία έννοια τουρκικές πολιτικές δυνάμεις, μολονότι ασφαλώς αντιλαμβάνονται το οιονεί ανέφικτο της πλήρους ένταξης της χώρας, εξακολουθούν να προβάλλουν τον ενταξιακό στόχο. Με εν μέρει αντιφατικά κίνητρα. 
 
Για τον πρωθυπουργό Ερντογάν και το κυβερνών κόμμα, η ενταξιακή διαδικασία, άσχετα με την τελική της έκβαση, αποτελεί πρωτίστως μέσο ενίσχυσης της θέσης τους έναντι του στρατο-γραφειοκρατικού κατεστημένου – του «συστήματος στρατιωτικής επιτροπείας» κατά την έκφραση Τούρκου αναλυτή.[vii] Και πράγματι, με την επίκληση του ενταξιακού οράματος και της ανάγκης προσαρμογής στις ευρωκοινοτικές προδιαγραφές – τα γνωστά «κριτήρια της Κοπεγχάγης» – η ισλαμογενής κυβέρνηση έχει πραγματοποιήσει μερικά σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή.[viii] Χάριν δε του μείζονος αυτού στόχου της, αντιδρά συγκρατημένα στις επικρίσεις των Ευρωκοινοτικών για ορισμένα ισλαμικής έμπνευσης μέτρα της ασύμβατα με την κοινοτική νομική τάξη. [ix] Κατά τα λοιπά, το μέλλον – ενδεχομένως – θα δείξει, αν τα μέτρα αυτά απορρέουν από μια κρυφή ισλαμική ατζέντα του ίδιου του κ. Ερντογάν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι επικριτές του,[x] ή, όπως γενικότερα πιστεύεται στη Δύση, οφείλονται σε προσπάθεια του Τούρκου πρωθυπουργού να μετριάσει τις αντιδράσεις της σκληροπυρηνικής πτέρυγας των οπαδών του στην πολιτική του εξευρωπαϊσμού της χώρας.
 
Το κεμαλικό κατεστημένο, από την πλευρά του, στο πνεύμα της πολιτικής Ατατούρκ,  έχει γενικώς στηρίξει τον ευρωκοινοτικό προσανατολισμό της χώρας, αποβλέποντας, πέραν των γεωπολιτικών και στρατηγικών σκοπιμοτήτων, και στην εμπέδωση του κοσμικού καθεστώτος.[xi]  Συγχρόνως, όμως, ανησυχεί για τις επιπτώσεις της ενταξιακής διαδικασίας, αφ’ενός, στην εσωτερική ασφάλεια της Τουρκίας, με όλως ειδικότερη αναφορά στο Κουρδικό, και, αφ’ ετέρου, στα τουρκικά στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Ενώ δεν είναι διατεθειμένο να θυσιάσει – τουλάχιστον εξ ολοκλήρου – στον ευρωκοινοτικό βωμό την προνομιούχο θέση, της οποίας παραδοσιακά και συνταγματικά απολαύει στην τουρκική πολιτική σκηνή. Πεπεισμένο, άλλωστε, ότι αποτελεί τη μόνη ασφαλή εγγύηση του κοσμικού χαρακτήρα του καθεστώτος. 
 
***
 
Οι εν πολλοίς αντιφατικές αυτές επιδιώξεις αναπτύσσονται σε ένα ασταθές πολιτικό περιβάλλον, κύριο επί του παρόντος χαρακτηριστικό του οποίου είναι οι λεπτές ισορροπίες. Και στο μεν εσωτερικό πεδίο, η στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύει επί του παρόντος πολύ μεγαλύτερη ελαστικότητα, απ’ ό,τι, υπό παρεμφερείς συνθήκες, στο παρελθόν. Καθώς, μολονότι έχει απευθύνει προς το κυβερνών κόμμα επανειλημμένες προειδοποιήσεις – ενισχυόμενες και από συγκλίνουσες ενέργειες άλλων φορέων του κεμαλικού κατεστημένου και κυρίως του Συνταγματικού Δικαστηρίου – [xii] μέχρι στιγμής απέσχε επιμελώς από ευθεία επέμβαση, ακόμη και του σχετικά ήπιου τύπου του «μεταμοντέρνου πραξικοπήματος», που τον Φεβρουάριο 1997 ανέτρεψε τον ισλαμιστή πρωθυπουργό Ερμπακάν. Και, από την άλλη, ιδίως μετά τις προαναφερθείσες προειδοποιήσεις των κεμαλικών, και ο κ. Ερντογάν πολιτεύεται με ιδιαίτερη προσοχή. Μεταξύ άλλων, αμβλύνοντας ή και αναβάλλοντας επ’ αόριστον μεταρρυθμίσεις ικανές να προκαλέσουν τη μήνιν των στρατιωτικών και των συμμάχων τους.
 
Με χαρακτηριστική την περίπτωση του Κουρδικού. Τα σχετικά με το οποίο φιλελεύθερα ανοίγματά του Τούρκου πρωθυπουργού το 2005 ακολουθήθηκαν από μια σαφή σκλήρυνση της πρωθυπουργικής στάσης τρία χρόνια αργότερα [xiii] – εν μέρει, πρέπει να σημειωθεί, υπό το κράτος των εντεινόμενων τρομοκρατικών επιχειρήσεων του ΡΚΚ.[xiv] Μένει δε τώρα να φανεί κατά πόσον η προσφάτως προαναγγελθείσα κυβερνητική πρωτοβουλία για επίλυση του μείζονος, επίμαχου αυτού ζητήματος θα είναι πράγματι ουσιαστική και αποτελεσματική ή – το και πιθανότερο, υπό το φως ιδίως της διαγραφόμενης μαξιμαλιστικής αδιαλλαξίας του ΡΚΚ – κυρίως προς το θεαθήναι, με κεντρικό στόχο τον επηρεασμό των εργασιών της ευρωκοινοτικής συνόδου κορυφής της 10ης-11ης Δεκεμβρίου στις Βρυξέλλες, κατά την οποία θα αξιολογηθεί η πορεία των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων και προβλέπεται να ληφθούν κρίσιμες για το μέλλον τους αποφάσεις. [xv]
 
Ευρεία αντιθέτως συναίνεση μεταξύ των κύριων πολιτικών δυνάμεων σημειώνεται ως προς την εξωτερική πολιτική. Καθώς, όπως όλα δείχνουν, ο ισλαμο-εθνικισμός που εγκαινίασε ο Οζάλ υιοθετείται, τόσο από την κυβερνητική, όσο και από τη στρατιωτική ηγεσία.. Και συνακόλουθα, ενώ, από τη μια, ο ευρω-ατλαντικός προσανατολισμός της Τουρκίας διατηρείται, από την άλλη, εντείνονται οι προσπάθειες για να εδραιωθεί η χώρα ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη, με την  αξιοποίηση του συνόλου των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της και κατά κύριο λόγο του γεωγραφικού, του δημογραφικού, του γλωσσικού και του θρησκευτικού. Στο πλαίσιο δε της εθνικής αυτής στρατηγικής, τα Ελληνοτουρκικά – Αιγαιακά και Κυπριακό – ως εκ της φύσεώς τους αντιμετωπίζονται υπό πρίσμα προπαντός στρατηγικό. Και ως εκ τούτου ο χειρισμός τους επηρεάζεται καθοριστικά από τον στρατιωτικό παράγοντα – και ουσιαστικά έχει αποσυνδεθεί από τις ευρω-ενταξιακές σκοπιμότητες.
 
***
 
Λίγες λέξεις τώρα για τον γενικότερα ρόλο του ελληνικού παράγοντα στις ευρω-τουρκικές ενταξιακές διαδικασίες: Για αρκετό διάστημα, η αντίθεση της Ελλάδας στην αναβάθμιση της Τουρκίας σε «υποψήφια προς ένταξη χώρα» χρησίμευσε στους απευχόμενους την τουρκική ένταξη ως βολικό πρόσχημα για την απόκρουση των σχετικών τουρκικών φιλοδοξιών. Όμως, η άρση των ελληνικών αντιρρήσεων κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι του Δεκεμβρίου 1999 – με κύριο αντάλλαγμα την παράλληλη αναβάθμιση της κυπριακής υποψηφιότητας – και η συνακόλουθη έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων τον Οκτώβριο 2005 αναγκάζουν τους εταίρους  αυτούς να αποκαλύπτουν όλο και περισσότερο τα πραγματικά τους κίνητρα.
 
Ωστόσο, το Κυπριακό και, σε μικρότερο βαθμό, τα Αιγαιακά – ως προς την ελληνοτουρκική διαμάχη περί το Αιγαίο οι τοποθετήσεις πολλών κοινοτικών πρωτευουσών είναι μάλλον ασαφείς και κυρίως διαδικαστικής φύσης – εξακολουθούν να παρεμβάλλουν προσκόμματα στην τουρκική ενταξιακή πορεία. Προς ικανοποίηση των αντιτιθεμένων στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, οι οποίοι και τα προβάλλουν ως άλλοθι για την αρνητική στάση τους, αλλά και προς δυσαρέσκεια των υποστηρικτών της. Με τους τελευταίους να καταβάλλουν σύντονες προσπάθειες για να αρθούν τα εμπόδια αυτά, με την εξεύρεση συναινετικών ρυθμίσεων. Ιδίως για το Κυπριακό. Εν απουσία λύσης του οποίου, η Άγκυρα αρνείται κατηγορηματικά να αναγνωρίσει επισήμως την Κυπριακή Δημοκρατία.[xvi] Μάλιστα δε, υπαναχωρώντας από τη δέσμευσή της να εφαρμόσει το πρωτόκολλο επέκτασης της Τελωνειακής Ένωσης, θέτει ως όρο για το άνοιγμα των λιμένων και αεροδρομίων της σε πλοία και αεροπλάνα από την Κυπριακή Δημοκρατία τον τερματισμό της «απομόνωσης της Τουρκικής Κύπρου».[xvii] Οπότε, εάν η τουρκική στάση παραμείνει αμετάβλητη – όπερ και το πιθανότερο – [xviii] πρέπει να αναμένεται ότι η αξιολόγηση των τουρκικών πεπραγμένων κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου θα δώσει λαβή σε μείζονα αντιπαράθεση μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων πρωτευουσών. Ακόμη όμως και αν η συμμόρφωση της Άγκυρας με τις κοινοτικές απαιτήσεις κριθεί ανεπαρκής, είναι μάλλον απίθανο οι κοινοτικοί μας εταίροι – για λόγους γεωπολιτικής σκοπιμότητας που και οι περισσότεροι μεταξύ τους πολέμιοι της τουρκικής ένταξης εν πολλοίς συμμερίζονται – [xix] να ταχθούν υπέρ της διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Και πολύ πιθανό, όπως επανειλημμένως συνέβη και στο παρελθόν, να αναζητήσουν εύσχημη φόρμουλα, ώστε η διαπραγμάτευση να συνεχισθεί, έστω και καρκινοβατούσα.
 
Ειδικού, τέλος, ελληνικού ενδιαφέροντος θέμα συναρτώμενο με τις ευρωτουρκικές διαπραγματεύσεις είναι και η στάση των τουρκικών αρχών έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ειδικότερα της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Συμβαίνει, όμως, το ενδιαφέρον μας αυτό να συμμερίζονται, για δικούς των λόγους – γεωπολιτικούς, ιδεολογικούς, θρησκευτικούς ή εσωτερικής πολιτικής –  τόσο οι μεγάλοι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι, όσο και η Ουάσιγκτον. Διό και η τουρκική κυβέρνηση αισθάνεται την ανάγκη να κάνει, εν προκειμένω, επίδειξη – φαινομενικής τουλάχιστον – καλής θέλησης. Αφήνοντας να εννοηθεί ότι προτίθεται να δώσει λύσεις στο πλαίσιο των υπό μελέτη ευρύτερων εσωτερικών μεταρρυθμίσεών της. Ενώ χαρακτηριστική αυτής της προσπάθειας εξωραϊσμού της πολιτείας της είναι και η πρόσφατη συνάντηση του κ. Ερντογάν με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Πρίγκιπο.
 
***
 
Υπό τις συνθήκες αυτές, η πλήρης τουρκική ένταξη στην ΕΕ εμφανίζεται άκρως απίθανη, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα – η μακρά διάρκεια των διαπραγματεύσεων προεξοφλείται πλέον από τους πάντες, των ίδιων των Τούρκων συπμπεριλαμβανομένων – αλλά και μεσοπρόθεσμα, ή ακριβέστερα, για το ορατό μέλλον. Και τούτο διότι δεν προσκρούει μόνο στις τοποθετήσεις συγκεκριμένων Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών. Όπως ήδη επισημάνθηκε, αποκρούεται και από την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών.
 
Μολονότι δε, οι Τούρκοι ιθύνοντες, για τους λόγους που επίσης αναφέρθηκαν ανωτέρω, εμμένουν στον στόχο της πλήρους ένταξης,[xx] το πιθανότερο είναι ότι, συν τω χρόνω, η κοινοτική παρελκυστικότητα και η συνακόλουθη απογοήτευση της τουρκικής κοινής γνώμης θα ωθήσουν την Άγκυρα σε αλλαγή πορείας. Και ειδικότερα στην υιοθέτηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής συνδυάζουσας τη συνέχιση της προσπάθειάς της να αναδειχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη και «απαραίτητο σύμμαχο» των ΗΠΑ, με την καλλιέργεια προνομιακών δεσμών με την Κοινοτική Ευρώπη. Ως προμήνυμα δε μιας τέτοιας στροφής θα μπορούσε να εκληφθεί και η δήλωση του κ. Ερντογάν ότι τυχόν απόρριψη του τουρκικού ενταξιακού αιτήματος «δεν θα είναι η συντέλεια του κόσμου για την Τουρκία».[xxi]
 
Σημειωτέον ότι μια τέτοια τροπή των ευρωτουρκικών πραγμάτων θα εξυπηρετούσε και τα ελληνικά συμφέροντα, στο μέτρο που, αφ’ενός, η ΕΕ θα διατηρούσε και ενδεχομένως θα ηύξανε την επιρροή της επί της Άγκυρας και, αφ’ ετέρου, η τελευταία αυτή θα έμενε εκτός ορισμένων κοινοτικών θεσμικών χώρων-κλειδί, με επακόλουθο,  μεταξύ άλλων, τη δυσχέρανση και ενδεχόμενης τουρκικής δημογραφικής διείσδυσης στη χώρα μας. Δοθέντος, ωστόσο, ότι η ικανότητα της Αθήνας, πόσω μάλλον της Λευκωσίας, να επηρεάσει το ναι ή το όχι των Βρυξελλών στην πλήρη τουρκική ένταξη είναι περιορισμένη – γεγονός που εξηγεί, άλλωστε, και την ουσιαστική αδιαφορία των Τούρκων για τη στάση μας – επιβάλλεται οι χειρισμοί μας να είναι ιδιαίτερα επιδέξιοι. Διότι, αντιτάσσοντας μεν αντιρρήσεις αρχής στην τουρκική υποψηφιότητα, θα επιτρέπαμε, χωρίς ουσιαστικό εθνικό όφελος, την προσχηματική χρησιμοποίησή μας από ορισμένες κοινοτικές πρωτεύουσες, και κυρίως θα διευκολύναμε τη δαιμονοποίησή μας στην ίδια την Τουρκία. Ενώ, από την άλλη, εμφανιζόμενοι ως αυτόκλητοι συνήγοροι της Άγκυρας – ήτοι βασιλικότεροι του βασιλέως – ουδένα πείθουμε και απλώς κινδυνεύουμε να γελοιοποιηθούμε.
 
 
 


[i] Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από προσεχές τεύχος του περιοδικού “Monthly Review”.
[ii] Κατά το Ευρωβαρόμετρο του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2006, το 59% των Ευρωπαίων πολιτών αντιτίθεται στην τουρκική ένταξη και μόνο το 28% την υποστηρίζει.

[iii] Βλ. Valéry Giscard d'Estaing,, Turquie: surprise et colère après les propos de M. Giscard d'Estaing, “Le Monde”, 10-11-2002.

 
[iv] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ: Για ένα σύντομο ιστορικό και μια κριτική προσέγγιση των γαλλο-γερμανικών θέσεων, Hugh Pope, Turquie: un ‘partenariat privilégié’ sans partenartiat ni privilège, “International Crisis Group”, 24-7-2009. Άλλα πρόσφατα δημοσιεύματα για τις θέσεις αυτές: Ben Hall, Turkey’s EU path adds spark to French vote, “Financial Times”, 22-5-2009. France’s new Europe minister U-turns over Turkey’s EU bid, “Hurriyet Daily News.com”, 25-6-2009. Και German, French leaders emphasize opposition to Turkey joining EU,  “Hurriyet Daily News.com”, 11-5-2009. 
[v] Ο γνωστός Αμερικανός στρατηγικός αναλυτής George Friedman περιγράφει τις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις ως ακολούθως: «Τhe U.S. relationship with Turkey is one of Washington’s most important. Whether the question at hand is Iran, the Caucasus, the Balkans, Central Asia, the Arab-Israeli conflict, Afghanistan, Russia or Iraq, the Turks have a role. Given the status of U.S. power in the region, alienating Turkey is not an optionΒλ. άρθρο του υπό τον τίτλο Irak Endgame, αναρτηθέν στον δικτυακό τόπο του κέντρου στρατηγικών ερευνών “STRATFOR “ στις 18-8-2009.
 
[vi]  Σύμφωνα με τον ανταποκριτή στην Κωνσταντινούπολη της μεγάλης γερμανικής εφημερίδας Die Welt, το ποσοστό των υποστηρικτών της κοινοτικής επιλογής στους κόλπους του τουρκικού πληθυσμού ανερχόταν το 2004 σε 70%. Τον Ιανουάριο 2008 περιορίσθηκε στο 30%, για να αυξηθεί τον Απρίλιο 2008 στο 47% και, σύμφωνα με μια βρετανο-τουρκική σφυγμομέτρηση, να φθάσει σήμερα στο 57%. Από τις έρευνες αυτές της τουρκικής κοινής γνώμης προκύπτει επίσης ότι το 71 των Τούρκων πιστεύει ότι η ΕΕ επιδιώκει την καταστροφή της Τουρκίας – κάτι που ο Γερμανός δημοσιογράφος χαρακτηρίζει «σχιζοφρενικό». Βλ. Boris Kalnoky, Die Türken wollen in die EU und fürchten sie, WELT ONLINE, 1-6-2009.
[vii] Βλ. συνέντευξη του Ali Bayramoglu υπό τον τίτλο Military, government ebroiled in controlled tension στο φύλλο της 13ης Ιουλίου 2009 της αγγλόγλωσσης  τουρκικής εφημερίδας  “Today’s Zaman”.
[viii] Μεταξύ άλλων έχει επιτύχει: Την τοποθέτηση πολίτη ως Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και τη μετατροπή των αποφάσεων του ανώτατου αυτού οργάνου από υποχρεωτικές για την κυβέρνηση σε συμβουλευτικές. Τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων των στρατοδικείων υπέρ εκείνων των πολιτικών δικαστηρίων. Και την παραπομπή στην τακτική δικαιοσύνη για ανατρεπτικές ενέργειες υψηλόβαθμων αξιωματικών εν αποστρατεία στο πλαίσιο της πολύκροτης δίκης Εργκένεκον.
[ix] Επί παραδείγματι, το 2004, μετά την εκδήλωση οξύτατων κοινοτικών αντιδράσεων – και παρά δηλώσεις του «για την τιμή των όπλων» του τύπου «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μας είναι απαραίτητη» και «κανείς να μη δοκιμάσει να πιέσει την Τουρκία χρησιμοποιώντας την ΕΕ», ο κ.Ερντογάν απέσυρε νομοθετική διάταξη ποινικοποιούσα τη συζυγική απιστία. Επίσης, σχολιάζοντας τη στήριξη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της απαγόρευσης της Μαντήλας στα τουρκικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και δημόσιο, τηε οποίας την άρση η κυβέρνηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης επεδίωκε, ο Τούρκος πρωθυπουργός περιορίσθηκε  στη δήλωση:: «Είναι λάθος όσοι  δεν έχουν σχέση με τον χώρο [της θρησκείας] να αποφασίζουν έτσι ...χωρίς να συμβουλεύονται τους γνώστες του Ισλάμ
[x] Βλ. μεταξύ άλλων, David Capezza, Turkey’s Military Is a Catalyst for Reform, “Middle East Quarterly”, Summer 2009, p13-23, και Michael Rubin, Turkey’s Turning Point. Could there be an Islamic Revolution in Turkey, “National Review Online”, 14-4-2008.
[xi] Σύμφωνα με τον David Capezz (ό.π) «Οι Τούρκοι στρατιωτικοί είναι διηρημένοι ως προς το εάν η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκρίνεται στις παραδοσιακές κεμαλικές αντιλήψεις....Ο στρατηγός Χουσεϊν Κιβρίκογλου, επιτελάρχης τότε, είπε ότι «η ένταξη στην ΕΕ αποτελεί γεωπολιτική αναγκαιότητα», ενώ ένας απόστρατος στρατηγός σχολίασε ότι «η συμμετοχή στην ΕΕ είναι αντίθετη με την ιστορία της Τουρκίας και αντιφάσκει στην κεμαλική επανάσταση».
[xii] Σημαντικότερες μεταξύ των προειδοποιήσεων αυτών: Η αποκληθείσα από τα αγγλόφωνα δυτικά ΜΜΕ «ηλεκτρονική» παρέμβαση» (e-mail coup)  της 267ης Ιουλίου 2007, και η απόφαση-προειδοποίηση που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο τον Ιούλιο 2008. Βλ. αντιστοίχως, Carol Migdalovitz, CRS Report to Congress, Turkey’s 2007 Elections: Crisis of Identity and Power (σελ.3, «Military Intervention»), 11-7-2007, και Turkey Averts Crisis as Court Rejects Attack on Ruling Party, “Wall Street Journal”, 31-7-2008. .
[xiii] Βλ. Fin de l’état de grâce pour le premier ministre turc, “Le Monde”, 21-11-2008. Επίσης, The worrying Tayyip Erdogan, “The Economist”, 27-11-20008.
[xiv] Το 2004 το ΡΚΚ έθεσε τέρμα στη μονομερή ανακωχή που είχε κηρύξει μετά τη σύλληψη του Οτσαλάν το 1999.
[xv] Βλ. Ercan Yavuz, Government to finalize Kurdish initiative by year-end, “Today’s Zaman”, 17-8-2009. Nicholas Birch, Turkey Seeks End to Kurdish Conflict, “Wall Street Journal”, 6-8-2009. Και Soner . Çagaptay/Ata Akiner, Will the PKK take Turkey’s olive branch?, “Hurriyet Daily News”, 16-8-2009.  
[xvi] Μια από τις ανησυχητικές συνέπειες της άρνησης αυτής της Άγκυρας είναι η ενεργός αντίθεσή της στην εκμετάλλευση από τη Λευκωσία του συνόλου της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
[xvii] H τουρκική πλευρά ανέλαβε το 2005 τη δέσμευση να εφαρμόσει το πρόσθετο πρωτόκολλο της Άγκυρας για την επέκταση της Τελωνειακής Ένωσης στην Κυπριακή Δημοκρατία έως το τέλος του 2009, ως προϋπόθεση για να συμφωνηθεί η έναρξη των ευρωτουρκικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και για μια εμπεριστατωμένη, φιλική προς την τουρκική υποψηφιότητα, παρουσίαση του ιστορικού και των προοπτικών των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων, βλ. Turkey and Europe: The decisive year ahead, Europe Report No 197, “International Crisis Group”, 15-12-2009. Συναφές ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ακόλουθη δήλωση του κ. Ερντογάν προς αυστριακό περιοδικό: «Όπως έχω ήδη πει, το Κοινοβούλιό μας δεν πρόκειται να εγκρίνει το πρόσθετο πρωτόκολλο που προβλέπει το άνοιγμα των λιμένων και αεροδρομίων μας σε συγκοινωνία από την Ελληνική Κύπρο, εκτός αν λήξει η απομόνωση της Τουρκικής Κύπρου. Επιμένουμε επ’ αυτού. Δεν έχει σημασία το κόστος.» “Turkish Daily News”, 22-3-2006.
[xviii] Οι προοπτικές για την ευόδωση των εν εξελίξει ενδοκοινοτικών διαπραγματεύσεων στην Μεγαλόνησο είναι σκοτεινές. Με τους Βρετανούς, πάντως, υποστηριζόμενους και από την Ουάσιγκτον, να καταβάλλουν προσπάθεια για την υιοθέτηση μιας νέας εκδοχής του Σχεδίου Ανάν, προκειμένου να επιτύχουν τον διττό στόχο της προώθησης της τουρκικής ένταξης και της διασφάλισης των «κυρίαρχων βάσεών» τους στο κυπριακό έδαφος.
[xix] Χαρακτηριστική της φαινομενικής αυτής αμφιγνωμίας ορισμένων, μεγάλων ιδίως, κοινοτικών είναι και η στάση του κ. Σαρκοζί έναντι της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την τουρκική ένταξη. Την ίδια δηλαδή στιγμή που, με τις γαλλοτουρκικές σχέσεις κατά νουν, μεθόδευε την κατάργηση σχετικής πρόβλεψης του γαλλικού συντάγματος – υιοθετηθείσης επί προκατόχου του Σιράκ – διαβεβαίωνε ότι, παρά ταύτα, εμμένει στην προεκλογική του δέσμευση να θέσει την ένταξη αυτή υπό την κρίση των Γάλλων ψηφοφόρων, προσθέτοντας μάλιστα ότι «η Τουρκία δεν είναι Ευρώπη». Βλ. επί παραδείγματι, Sarkozy opposes Turkish entry into EU, vows referendum, “EUbusiness.com”, 24-4-2008.
[xx] Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικώς η Άγκυρα υποδέχθηκε με καχύποπτη επιφυλακτικότητα την πρωτοβουλία Σαρκοζί για τη συγκρότηση μιας «Μεσογειακής Ένωσης», υποπτευόμενη ότι ο Γάλλος πρόεδρος επεδίωκε τη συμμετοχή της στον νέο αυτόν διεθνή οργανισμό ως υποκατάστατο της τουρκικής ένταξής στην ΕΕ.
[xxi] Βλ. Erdogan: EU process failure not a doomsday for Turkey, Today’ Zaman, 20-7-2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου