17/8/09

ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ: ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ

  
Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009 16:56
karzai.png
Απάντηση στην τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν είχε αρχικώς ως αντικειμενικό σκοπό την εξουδετέρωση των εκεί τρομοκρατών της Αλ Κάιντα. Υπό το κράτος, ωστόσο, της ευφορίας από την κεραυνοβόλο επικράτηση των αμερικανικών όπλων και του κινδύνου η κεντροασιατική χώρα να κατρακυλήσει σε επικίνδυνη αναρχία, ο πρόεδρος Μπους προέβη σε μια δεύτερη, κρίσιμη απόφαση: Εγκαταλείποντας την προεκλογική του αντίθεση αρχής στις «καθεστωτικές οικοδομήσεις» του προκατόχου  του,  έθεσε ως στόχο την αντικατάσταση της εξουσίας των Ταλιμπάν από μια νέα τάξη πραγμάτων, η οποία, εδραζόμενη στη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα εμπόδιζε την εκ νέου μετατροπή του Αφγανιστάν σε τρομοκρατικό ορμητήριο.
 Αυτά όμως ενώ, λαμβάνοντας την τρίτη κατά σειράν κρίσιμη απόφασή του, δρομολογούσε την καθεστωτική αλλαγή στο Ιράκ – με επακόλουθο την επί μια επταετία υποβάθμιση του Αφγανικού στην κλίμακα των αμερικανικών στρατιωτικών προτεραιοτήτων.   
(Εναπόκειται βέβαια στον ιστορικό του μέλλοντος να αποφανθεί για τη σκοπιμότητα της κατάληψης τού, ασφαλώς πολύ σημαντικότερου από το Αφγανιστάν και στρατηγικά και οικονομικά, Ιράκ και να αξιολογήσει τη μεθόδευση της πρώτης, ιδίως, φάσης της εκεί αμερικανικής κατοχής.) Ωστόσο, η σταθεροποίηση του ιρακινού μετώπου, χάρις ιδίως στην αριθμητική ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε συνδυασμό με την υιοθέτηση νέου στρατηγικού δόγματος από νέα στρατιωτική ηγεσία, και η εν συνεχεία συμφωνία με την ιρακινή κυβέρνηση για τη σταδιακή απόσυρση του μεγαλύτερου μέρους των αμερικανικών στρατευμάτων,[i] επιτρέπουν τώρα στην Ουάσιγκτον να επικεντρώσει και πάλι την προσοχή της στο Αφγανιστάν. Όπου όμως η στρατιωτική κατάσταση έχει εν τω μεταξύ επιδεινωθεί.
 
Προεκλογικά ήδη, ο σημερινός Αμερικανός πρόεδρος είχε εξαγγείλει ότι το Αφγανιστάν θα αποτελέσει κορυφαία εξωτερική προτεραιότητά του. Μετά δε την εγκατάστασή του στον Λευκό Οίκο διέταξε την αριθμητική ενίσχυση της εκεί αμερικανικής δύναμης, αντικαθιστώντας και τη διοίκησή της με ηγήτορες κατά τεκμήριο δυναμικότερους και προθυμότερους να αξιοποιήσουν τα μαθήματα από το Ιρακινό.[ii] Και συγχρόνως κατέστησε σαφή τη βούλησή του να φέρει το Αφγανικό εις αίσιο πέρας. [iii]
 
Εν τούτοις, παρά την επίδειξη αυτή προεδρικής αποφασιστικότητας, η αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν δίνει λαβή σε προβληματισμούς, τόσο ως προς τους στόχους της, όσο και ως προς τα μέσα της.
 
***
 
Εν πρώτοις, ερωτήματα προκύπτουν σε σχέση με τον αντικειμενικό σκοπό του αφγανικού εγχειρήματος. Αποφεύγοντας να επαναλάβει τις επαγγελίες του προκατόχου του για οικοδόμηση «ανθούσης δημοκρατίας» στο Αφγανιστάν και θέτοντας ως κύριο στόχο «την εξάρθρωση, διαμελισμό και κατανίκηση της Αλ Κάιντα» και την «παρεμπόδιση της επιστροφής της», ο πρόεδρος Ομπάμα έχει πείσει ορισμένους παρατηρητές ότι επιδιώκει να σταθεροποιήσει μάλλον, παρά να εκδημοκρατίσει τη δοκιμαζόμενη χώρα [iv] Τονίζοντας, όμως, από την άλλη την ανάγκη «εμείς και οι φίλοι και σύμμαχοί μας....να προαγάγομε μια ικανότερη και πλέον υπεύθυνη αφγανική κυβέρνηση» και στηλιτεύοντας τη «διαφθορά» και τη δυσλειτουργία της παρούσης, αφήνει να πλανάται μια ορισμένη ασάφεια ως προς τη σχέση μεταξύ σταθεροποίησης και εκδημοκρατισμού στους αφγανικούς – και όχι μόνο – στρατηγικούς σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.
 
Κατά δεύτερο λόγο, μια κρίσιμη αβεβαιότητα που περιβάλλει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν είναι ο ρόλος των λοιπών κρατών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ως γνωστόν, κατά την πρώτη φάση της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης, ο τότε υπουργός άμυνας Ράμσφελντ είχε αποποιηθεί την επίσημη εμπλοκή του ΝΑΤΟ, προτιμώντας την υπό εθνική αμερικανική αιγίδα «σύμπραξη των προθύμων». Αντιμέτωπη όμως με διογκούμενα προβλήματα, τόσο επιτοπίως, όσο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η Ουάσιγκτον ανέκρουσε πρύμναν – και, συνακόλουθα, τον Αύγουστο 2003 η Συμμαχία ανέλαβε τη διοίκηση της, γνωστής υπό το αγγλικό αρκτικόλεξο ISAF, Διεθνούς Δύναμης Αρωγής για την Ασφάλεια.[v] Με τους περισσότερους, ωστόσο, νατοϊκούς συμμάχους να αποφεύγουν τη γραμμή του πυρός – και με όλους σχεδόν να αρνούνται από τινος να αυξήσουν τη στρατιωτική συμμετοχή τους. (Ακόμη και το Λονδίνο, μέχρι τώρα σταθερά παρά το πλευρό της Ουάσιγκτον, φαίνεται να προβληματίζεται με τις αντιδράσεις της βρετανικής κοινής γνώμης στις αύξουσες απώλειες.) Παρά δε τις εκκλήσεις της κυβέρνησης Ομπάμα – και του πρώην και του νυν Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ – οι προοπτικές ενεργότερης συμμετοχής των συμμάχων αυτών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, σε αντιδιαστολή με την εκ μέρους των προσφερομένη οικονομική και τεχνική βοήθεια, είναι σκοτεινές. Με πιθανότερο τα κύρια στρατιωτικά βάρη του πολέμου στο Αφγανιστάν να συνεχίσουν να επωμίζονται οι ίδιοι οι Αμερικανοί.  
 
Ενώ μια τρίτη καίρια – και εν μέρει αστάθμητη – παράμετρος του Αφγανικού είναι η στάση ορισμένων προβληματικών, από δυτικής σκοπιάς, χωρών-κλειδί. Και όλως ιδιαίτερα του Πακιστάν, της Ρωσίας και του Ιράν.
 
Και ως προς μεν το πρώτο, ο πρόεδρος Ομπάμα έχει καταστήσει πλέον ή σαφές ότι το θεωρεί αναπόσπαστο μέρος ενός ενιαίου αφγανο-πακιστανικού αντι-τρομοκρατικού μετώπου.[vi] Εξ ου και η στενή συνεργασία των Αμερικανών με το Καράτσι για την εξουδετέρωση των ορμητηρίων των Ταλιμπάν-Αλ Κάιντα στην πακιστανική πλευρά των συνόρων. Παρά όμως τις επιτυχίες που σημειώνουν τις τελευταίες εβδομάδες οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των πακιστανικών δυνάμεων, η τελική έκβαση της όλης προσπάθειας, και άρα και οι επιπτώσεις της, τόσο στην αφγανική σκηνή, όσο και στο ίδιο  το Πακιστάν, παραμένουν ακόμη αβέβαιες.
 
Το Αφγανιστάν, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο και των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων. Καθώς, εκ των πραγμάτων, η Μόσχα έχει τη δυνατότητα, είτε να διευκολύνει, είτε να δυσχεράνει, την εκεί αμερικανική παρουσία. Με τη στάση της, πάντως, μέχρι στιγμής να υποδηλώνει μάλλον την πρώτη επιλογή. Πιθανώς διότι η ρωσική ηγεσία απεύχεται τυχόν γενικευμένη αποσταθεροποίηση της περιοχής ως επικίνδυνη για την ασφάλεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αλλά και ενδεχομένως διότι επιδιώκει να αξιοποιήσει διαπραγματευτικά το Αφγανικό στο ευρύτερο πλαίσιο των – δύσκολων – σχέσεών της με την Ουάσιγκτον. Τις εκτιμήσεις δε αυτές για τις ρωσικές προθέσεις τείνει να επιβεβαιώσει και η ικανοποίηση, κατά τις πρόσφατες συνομιλίες Ομπάμα-Μεντβέντεβ, του αμερικανικού αιτήματος να ανεφοδιάζονται τα δυτικά στρατεύματα στο Αφγανιστάν μέσω της ρωσικής επικράτειας.  
 
Σε σημαντικό, τέλος, βαθμό, το Αφγανικό συναρτάται και με τον ιρανικό παράγοντα. Όπως και η Ρωσία, το Ιράν είναι σε θέση να επηρεάσει τα αφγανικά πράγματα, τόσο προς θετική, όσο και προς αρνητική κατεύθυνση. Και, όπως και η Ρωσία – και πιθανότατα για παρεμφερείς λόγους – τείνει έως τώρα να διευκολύνει μάλλον, και πάντως να μην αντιστρατευθεί, τουλάχιστον εμφανώς, τις αμερικανικές σταθεροποιητικές προσπάθειες. Ωστόσο, σε περίπτωση εκτράχυνσης των ιρανο-αμερικανικών σχέσεων συνεπεία της διένεξης περί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το πιθανότερο είναι η αφγανική πολιτική της Τεχεράνης να υποστεί τον αντίκτυπο.
 
Σε τελευταία όμως ανάλυση, οι τύχες του Αφγανιστάν είναι στα χέρια των ίδιων των Αφγανών. Ειδικότερα δε εξαρτώνται από την ικανότητα της αφγανικής ηγεσίας να αξιοποιήσει τη δυτική βοήθεια για να συγκροτήσει μια στοιχειωδώς αποτελεσματική πολιτικο-διοικητική και, κυρίως, στρατιωτική υποδομή.[vii] Ενώ ορόσημο στην πορεία αυτή θα αποτελέσει η επί θύραις προεδρική εκλογή. Τη σημασία της οποίας υπογραμμίζει, άλλωστε, και η λυσσώδης απόπειρα των τρομοκρατών να την υπονομεύσουν.
 
***
 
Παρά τα δυσυπέρβλητα τοπικά και περιφερειακά εμπόδια και τις διογκούμενες ανθρώπινες απώλειες και οικονομικές δαπάνες, η αμερικανική κυβέρνηση δείχνει αποφασισμένη να εμμείνει στον δρόμο που χάραξε. Συνδυάζοντας «ήπια» και «σκληρή» ισχύ. Και, στο μέτρο του εφικτού – οι απόψεις των αρμοδίων για τις εν προκειμένω δυνατότητες διίστανται – εξασφαλίζοντας τη συνεργασία ή έστω την ουδετερότητα των διαλλακτικότερων στις τάξεις των Ταλιμπάν στοιχείων. Σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Αλ Κάιντα, η άνευ όρων εξόντωση της οποίας παραμένει κορυφαία αμερικανική προτεραιότητα.
 
Κατά τα λοιπά, ο πρόεδρος Ομπάμα φαίνεται να υιοθετεί τον πόλεμο του Αφγανιστάν ως τον δικό του πόλεμο – κατά το προηγούμενο του προέδρου Μπους και του πολέμου του Ιράκ. Και, ως εκ τούτου, η πορεία του Αφγανικού πιθανότατα θα αποδειχθεί καθοριστική, όχι μόνο για την επανεκλογή του το 2012, αλλά και για την πολιτική του παρακαταθήκη.
 
 


[i] Αυτή τη στιγμή ανέρχεται σε περίπου 132,000 άνδρες.
[ii] Ο πρόεδρος Ομπάμα έχει διατάξει την αποστολή 21,000 επί πλέον ανδρών. Υπολογίζεται ότι η συνολική αμερικανική δύναμη στο τέλος του έτους θα ανέρχεται σε 68,000 άνδρες – ήτοι στο υπερδιπλάσιο των 30,000 περίπου ανδρών που  έχουν συνολικά διαθέσει οι λοιπές συμμετέχουσες στο αφγανικό εγχείρημα χώρες.
[iii] Βλ. κείμενο σχετικών προεδρικών δηλώσεων υπό τον τίτλο Obama Announces New Strategy for Afghanistan and Pakistan, στην “Wall Street Journal” της 27ης Μαρτίου, 2009. Οι επί μέρους τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου που παρατίθενται εν συνεχεία στο παρόν άρθρο αντλούνται από το κείμενο αυτό.
[iv] Βλ. Karen De Young, Obama Outlines Afghan Strategy, He Pushes Stability and Regional Partnerships, “Washington Post”, 28-3-2009.
[v] Οι 60,000 περίπου άνδρες της ISAF προέρχονται από 41 χώρες. Ωστόσο, τον κύριο όγκο της δύναμης αυτής τον συνεισφέρουν τα 28 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Σημειωτέον ότι οι ΗΠΑ έχουν θέσει υπό τη νατοϊκή αυτή διοίκηση 26,000 από τους Αμερικανούς στρατιώτες που υπηρετούν αυτή τη στιγμή στο Αφγανιστάν, διατηρώντας τους υπολοίπους υπό εθνική διοίκηση.
[vi] Βλ. ως άνω υποσημείωση iii. Μάλιστα, για να περιγράψουν τη στρατηγική αυτή σύζευξη, ορισμένοι σχολιαστές χρησιμοποιούν τον όρο «Af-Pak strategy».
[vii] Στις προαναφερθείσες δηλώσεις του, ο Αμερικανός πρόεδρος θέτει ως στόχο τη συγκρότηση μέχρι το 2011 τοπικού στρατού εξ 134,000 και αστυνομίας εξ 82,000 ανδρών. Σχετικώς βλ. και A perilous mission. Barack Obamas new strategy for Afghanistan,Economist.com.”, 27-3-2009, όπου γίνεται αναφορά σε εισηγήσεις ο εξ 80,000 ανδρών αυτή τη στιγμή αφγανικός στρατός να φθάσει έως και τους 250,000 άνδρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου