31/8/09

ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΟΙ ΗΠΑ, ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΤΟ

  
Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009 23:18
Η σπερμολογία για δυτικές πιέσεις επί της χώρας μας υπέρ των τουρκικών συμφερόντων εξ αφορμής των πρόσφατων επισκέψεων του  νέου Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ στην Αθήνα και την Άγκυρα και της επικείμενης μετάβασης στις δύο πρωτεύουσες της, επίσης νεοδιορισθείσης, Αναπληρώτριας Βοηθού Υφυπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έφερε άπαξ έτι στην επιφάνεια το φοβικό σύνδρομο που διακατέχει σημαντική δυστυχώς μερίδα της ελληνικής κοινής γνώμης – επί ζημία της άσκησης σοβαρής εξωτερικής πολιτικής 
 
Η ανάμιξη του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά είναι κυρίως απότοκος των δικών μας επιθυμιών και πρωτοβουλιών. Η Τουρκία ουδέποτε την επιδίωξε – αντιθέτως την απεύχεται. Θεωρεί ότι είναι αρκετά ισχυρή, ώστε η παρεμβολή τρίτων στην ελληνοτουρκική διαμάχη απλώς να δυσχεραίνει την υλοποίηση των σχεδιασμών της. Εμείς είμαστε που προσφεύγουμε συστηματικά στους δυτικούς συμμάχους και όλως ειδικότερα στην αμερικανική υπερδύναμη, προκειμένου να εξισορροπήσουμε την – αναπόφευκτη και αύξουσα – ποσοτική υπεροχή των Τούρκων στον στρατιωτικό τομέα με την αξιοποίηση του κυριότερου γεωπολιτικού μας ερείσματος.
 
Στις κρούσεις μας δε αυτές, οι Αμερικανοί και οι λοιποί νατοϊκοί σύμμαχοι έχουν κατά κανόνα ανταποκριθεί – αποσκοπώντας πρωτίστως στην αποτροπή μιας σύρραξης που θα κατέφερε δεινό πλήγμα στην ευρω-ατλαντική τάξη πραγμάτων. Ωστόσο, θα ήταν τουλάχιστον αφελές να πιστέψουμε ότι η όποια παρέμβασή τους σημαίνει ότι ταυτίζονται με τις δικές μας απόψεις ή, ακόμη λιγότερο, ότι είναι διατεθειμένοι να ασκήσουν δυναμικές πιέσεις επί της Τουρκίας. Ούτως ή άλλως, το ΝΑΤΟ διέπεται από την αρχή της ομοφωνίας – και άρα προαπαιτούμενο για την όποια σημαντική πρωτοβουλία του κ. Ράσμουσεν και της υπ’ αυτόν πολιτικο-στρατιωτικής γραφειοκρατίας είναι η συναίνεση και των δύο άμεσα ενδιαφερόμενων χωρών. Ενώ η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, απρόθυμη να τραυματίσει τους δεσμούς της, είτε με τη μία, είτε με την άλλη, από τις ερίζουσες συμμμάχους της, τείνει κατ’ανάγκην να περιορισθεί στην αναζήτηση της «χρυσής τομής» για τη ρύθμιση των επίμαχων θεμάτων και, σε περίπτωση κρίσης, στον ρόλο του «έντιμου διαμεσολαβητή».
 
Ανεδαφική, όμως, είναι και η άποψη ότι έχουμε τη δυνατότητα να αναζητήσουμε αποτελεσματικότερο – ή έστω εξ ίσου αποτελεσματικό – στήριγμα κατά της Τουρκίας στη Μόσχα. Η σχετική φιλολογία στερείται σοβαρότητας. Όπως είχε επανειλημμένως επισημανθεί από τη θέση αυτή πριν ακόμη η ρωσο-τουρκική προσέγγιση προσλάβει την παρούσα, αρκετά θεαματική, μορφή της, η Ρωσία δεν έχει καμία διάθεση να συγκρουσθεί με την Τουρκία για χάρη μας. Ως προς το Αιγαίο, μάλιστα, φυσικό είναι οι απόψεις της να πλησιάζουν τις τουρκικές, στο μέτρο που το συμφέρον της υπαγορεύει τη μεγιστοποίηση του εκεί διεθνούς χώρου. Είναι βέβαια γεγονός ότι, στο παρελθόν, η προσπάθειά της να εκμεταλλευθεί το Κυπριακό κατά του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών μας δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι οι θέσεις της για τη Μεγαλόνησο πρόσκεινται στις δικές μας  – παρόλο που οι συγκεκριμένοι χειρισμοί της, όχι μόνο καμία ουσιαστική υπηρεσία δεν παρέσχον στην εθνική μας υπόθεση, αλλά ενδέχεται και να την έβλαψαν. Εν πάση, όμως περιπτώσει, η πρόσφατη επίσκεψη Πούτιν στην Τουρκία φάνηκε να σηματοδοτεί αξιοσημείωτη διαφοροποίηση της κυπριακής πολιτικής της Μόσχας υπέρ των τουρκικών θέσεων – για λόγους άσχετους εν πολλοίς με την Ελλάδα.  Ενώ, σε ό,τι αφορά στα Ελληνοτουρκικά γενικότερα, οι Ρώσοι ουδόλως προτίθενται να εμπλακούν σε μια διαμάχη που θα τους δημιουργήσει απευκταία προβλήματα με τον δυτικό παράγοντα, όποια από τις δύο πλευρές και αν υποστηρίξουν.
 
Ας σοβαρευθούμε συνεπώς. Ας πάψουμε να καταγγέλλουμε ένα δυτικό ενδιαφέρον που εμείς οι ίδιοι επιμόνως επιζητούμε. Και το οποίο, χωρίς να αποτελεί πανάκεια, είναι πολλαπλώς αξιοποιήσιμο – υπό την προϋπόθεση ότι θα κατορθώσουμε να καλύψουμε το κενό στρατηγικής που από καιρό μας κατατρύχει. Καθώς οι πολιτικοί μας ταγοί, είτε υπό το κράτος του συνδρόμου του «πολιτικού κόστους», είτε λόγω προσωπικής ανεπάρκειας, αδυνατούν να υιοθετήσουν έναντι της Τουρκίας μια ολοκληρωμένη στρατηγική θεώρηση – καταστρώνοντας ένα σχέδιο ενεργείας, που, σε αντίθεση με τα συνήθη μεγαλόστομα ευχολόγια, όχι μόνο θέτει και ιεραρχεί στόχους, αλλά προβλέπει και τα αναγκαία για την επίτευξή τους μέσα. Μεταξύ των οποίων οι δυτικές μας διασυνδέσεις φυσικό είναι να καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου