7/7/09

ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΗΠΑ: ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΔΕΝ ΧΩΡΟΥΝ ΔΥΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

  
Τρίτη, 07 Ιουλίου 2009 11:09
medvedev_obama.png
Οι συνομιλίες του προέδρου Ομπάμα στη Μόσχα εντάσσονται, υπό μία έννοια, στην παράδοση των ρωσο-αμερικανικών συναντήσεων κορυφής, που εγκαινιάσθηκε κατά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίσθηκε αδιάπτωτα, τόσο επί διπολισμού, όσο και μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος. Η πρώτη όμως αυτή επίσημη επίσκεψη του νέου Αμερικανού προέδρου στη ρωσική πρωτεύουσα παρουσιάζει και ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Καθώς θέτει, ειδικότερα, υπό δοκιμασία τη δεδηλωμένη πρόθεση του κ. Ομπάμα να «επανεκκινήσει» τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις.
Οι οποίες, μετά την πρόσκαιρη άνοιξη που ακολούθησε τον ψυχροπολεμικό χειμώνα, δοκιμάζονται. Με τους Ρώσους να προσάπτουν στους Αμερικανούς την εκμετάλλευση της συγκυριακής, όπως το βλέπουν, αδυναμίας τους. Και πιο συγκεκριμένα: Τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, συμπεριλαμβανομένης και της πρόσκλησης προς Ουκρανία και Γεωργία να ενταχθούν στην Ατλαντική Συμμαχία – κατά παράβαση, όπως όχι αβάσιμα ισχυρίζονται, των αρχικών αμερικανικών δεσμεύσεων. Την απόπειρα διάβρωσης του ρωσικού πυρηνικού αποτρεπτικού μέσω της εγκατάστασης στοιχείων του αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος εγγύς των ρωσικών συνόρων. Την  προσπάθεια συρρίκνωσης της θεμιτής, όπως την κρίνουν, επιρροής τους στον γεωπολιτικό τους περίγυρο. Και γενικότερα – και είναι ίσως η κύρια πηγή της ρωσικής δυσαρέσκειας – την τάση υποβάθμισης της διεθνούς σημασίας της Ρωσίας. Την οποία – πάντοτε κατά τη ρωσική ανάγνωση των διαδραματισθέντων – οι ιθύνοντες ατλαντικοί κύκλοι επιδιώκουν να θέσουν στο περιθώριο, αφού απέτυχαν, χάρις στην ανορθωτική προεδρία Πούτιν, να τη θέσουν υπό επιτροπεία.
 
Μολονότι όμως δυσανασχετεί για την εικαζόμενη αυτή πρόθεση περιθωριοποίησης της χώρας της και δείχνει αποφασισμένη να προασπίσει τα ζωτικά ρωσικά συμφέροντα – με προέχοντα την εδραίωση της θέσης της Ρωσίας ως πυρηνικής υπερδύναμης και την επιβεβαίωση της επιρροής της στο «εγγύς εξωτερικό» της – η ρωσική ηγεσία έχει ισχυρούς λόγους να απεύχεται την όξυνση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον και μάλιστα να επιθυμεί και τη βελτίωσή τους στο μέτρο του εφικτού. Μεταξύ των οποίων, οι κυριότεροι ίσως είναι: Η αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας – που απειλεί την ίδια την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η ανάπτυξη της ρωσικής οικονομίας, δέσμιας σήμερα της – κυμαινόμενης επικινδύνως – τιμής των γαιανθράκων. Και η εξισορρόπηση γεωπολιτικών ανταγωνιστών, μεταξύ των οποίων την κορυφαία θέση κατέχει εν δυνάμει η ραγδαίως – και ανησυχητικά από ρωσικής σκοπιάς – ανταπτυσσόμενη, οικονομικώς και στρατιωτικώς, Κίνα.[i].
 
***
 
Αλλά και οι Αμερικανοί από την πλευρά τους, ναι μεν εμφανίζονται ενοχλημένοι από ορισμένες πτυχές της εσωτερικής ρωσικής πραγματικότητας – επί παραδείγματι, επικρίνουν, συχνά μέχρις υπερβολής, τον «αυταρχισμό» του ρωσικού καθεστώτος, καθώς και τις διώξεις κατά «ολιγαρχών», συνήθως εγκληματικής σημειωτέον συμπεριφοράς – και οργισμένοι για τη ρωσική στάση έναντι της Γεωργίας – αποσιωπώντας βέβαια τις κραυγαλέες ευθύνες του προέδρου Σαακασβίλι για τον πόλεμο του Καυκάσου και τα εδαφικά επακόλουθά του – πλην όμως προσβλέπουν στη συνεργασία της Μόσχας σε χώρους όπου τα συμφέροντα των δύο χωρών συγκλίνουν.

Διότι, αν και όχι πλέον η υπερδύναμη της σοβιετικής περιόδου, η σημερινή Ρωσία είναι παρά ταύτα μια μεγάλη ευρω-ασιατική δύναμη, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ενώ, ως κάτοχος του μόνου πυρηνικού οπλοστασίου ποσοτικά συγκρίσιμου με το αμερικανικό, παραμένει κατά κάποιο τρόπο η ετέρα πυρηνική υπερδύναμη. Ως εκ τούτου δε, μπορεί να φανεί χρησιμότατη, ή αντιθέτως, να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, σε σχέση με την αντιμετώπιση ζητημάτων μείζονος σημασίας αυτή τη στιγμή για την Ουάσιγκτον, όπως το Αφγανικό, το Ιρανικό, ή το Βορειοκορεατικό. Ενώ ο περιορισμός των εκατέρωθεν πυρηνικών οπλοστασίων προσφέρεται όλως ιδιαίτερα ως αντικείμενο μιας αμοιβαίως επωφελούς σύμπραξης. Καθώς, η Ρωσία αντιλαμβάνεται ότι δεν αντέχει το κόστος μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών. Με τους σημερινούς Ρώσους ιθύνοντες να μη λησμονούν, ασφαλώς, ότι ο πυρηνικός ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ συνέβαλε ουσιαστικά, αν όχι αποφασιστικά, στην κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος. Ενώ και η Ουάσιγκτον, διαθέτουσα πυρηνικές δυνατότητες ασυναγώνιστες και πάντως πλέον ή επαρκείς για τις ανάγκες της, έχει συμφέρον να περιορίσει τις σχετικές δαπάνες της προς όφελος άλλων, πιεστικότερων συμβατικών προτεραιοτήτων της. Αποκτώντας συνάμα ένα πρόσθετο μέσο πίεσης στην προσπάθειά της να ελέγξει τη διασπορά των πυρηνικών όπλων ανά την υφήλιο.[ii]

Πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με τα ισχύοντα επί διπολισμού, οι σχέσεις με τη Ρωσία έχουν παύσει να αποτελούν την κορυφαία – κατά τινας μάλιστα παρατηρητές ακόμη και απλώς κορυφαία – αμερικανική προτεραιότητα. Και επομένως το πιθανότερο είναι ότι εφεξής η Ουάσιγκτον θα εξαρτά εν πολλοίς τη βαρύτητα που τους προσδίδει από την ανταπόκριση της Μόσχας στην πρόσκλησή της για «επανεκκίνησή» τους. Εν προκειμένω δε, τα όσα εγνώσθησαν μέχρι στιγμής  για τις συνομιλίες του κ. Ομπάμα με τη ρωσική ηγεσία είναι αρκετά ενθαρρυντικά. Η επιτευχθείσα προκαταρκτική συμφωνία για την ανανέωση της START
1 – λήγει στο τέλος του έτους – σε χαμηλότερα επίπεδα αριθμού πυρηνικών κεφαλών και μέσων εκτόξευσής τους και η δέσμευση των Ρώσων να επιτρέψουν τον ανεφοδιασμό μέσω της επικράτειάς τους των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν αποτελούν αναμφίβολα ελπιδοφόρα εξέλιξη. Κατά τις ίδιες, ωστόσο, δημοσιογραφικές πηγές, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε να ενδώσει στις ρωσικές θέσεις για την αντιπυραυλική ασπίδα, τη νατοϊκή διεύρυνση ή το Γεωργιανό – με τις σχετικές διαφωνίες να παραμένουν επί του παρόντος ακέραιες.[iii] Και να επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις ότι οι ρωσο-αμερικανικές σχέσεις θα διατηρήσουν και μελλοντικώς τον αμφίσημο χαρακτήρα τους.[iv]

 
***
 
Όποια όμως τροπή και αν πάρουν οι σχέσεις της Μόσχας με τις ΗΠΑ, ή και με τη Δύση γενικότερα, αυτό που μάλλον πρέπει να αποκλεισθεί είναι η ενσωμάτωση της Ρωσίας στον ευρω-ατλαντικό κόσμο – μια προοπτική που διαφάνηκε μεν προς στιγμήν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, για να αποδυναμωθεί όμως ταχέως, παρά τους, κατά τα λοιπά χρήσιμους, θεσμικούς ρωσο-νατοϊκούς δεσμούς τύπου Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσία, που έκτοτε εξυφάνθηκαν. Προτάσεις για νέο πλαίσιο ασφαλείας, όπως εκείνη στην οποία προέβη προ ημερών ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών κατά την άτυπη σύνοδο του ΟΑΣΕ στην Κέρκυρα – αναπαράγοντας παλαιότερη του Ρώσου προέδρου Μεντβέντεβ για τη δημιουργία ενός «ευρωατλαντικού χώρου από το Βανκούβερ έως το Βλαντιβοστόκ» – είναι στην πραγματικότητα θνησιγενείς. Καθώς, οι μεν Αμερικανοί, στην αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής παρουσίας των οποίων διαφανώς αποσκοπούν, φυσικό είναι να τις απορρίπτουν εκ προοιμίου. [v] Ενώ οι κοινοτικοί Ευρωπαίοι, ανίκανοι να χαράξουν κοινή πολιτική έναντι της Ρωσίας – με άλλους εταίρους να επιδιώκουν μια, ως επί το πολύ ασυντόνιστη, ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα και με άλλους να διακατέχονται από έντονη ανησυχία για τις ρωσικές γεωπολιτικές προθέσεις – εμφανίζονται λιγότερο παρά ποτέ διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν σοβαρά την καθησυχαστική και σταθεροποιητική αμερικανική ηγετική παρουσία. Τόσω μάλλον που, με τον κύβον ερριμμένον ήδη κατά της ομοσπονδοποίησης της ΕΕ, το ΝΑΤΟ, με άξονα την αμερικανική υπερδύναμη, οριστικοποιείται πλέον ως ο κεντρικός φορέας της ευρωπαϊκής ασφάλειας για το ορατό μέλλον. (Όπως, μεταξύ πολλών άλλων, καταδεικνύει και η επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό του σκέλος.) Υπό τις συνθήκες δε αυτές, το μέγεθος και τα ιστορικά γεωπολιτικά ανακλαστικά της Ρωσίας καθιστούν πρακτικά ανέφικτη την ουσιαστική ένταξή της σε ένα ευρω-ατλαντικό σύστημα, στο οποίο δύο «αυτοκρατορίες» δεν χωρούν.
 


[i] Για μια συνοπτική παρουσίαση των σινο-ρωσικών σχέσεων βλ. το εμπεριστατωμένο άρθρο του καθηγητή Rajan Menon The Limits of Chinese-Russian Partnership στο τεύχος  Ιουνίου-Ιουλίου του «Survival», περιοδικής έκδοσης του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου.
[ii] Βλ. ενδιαφέρουσα σχετική ανάλυση του Γ. Καπόπουλου υπό τον τίτλο ΗΠΑ-Ρωσία:Πυρηνικό σταυρόλεξο, στην “Ημερησία” της 6ης Ιουλίου 2009.
[iii] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ. US and Russia agree nuclear disarmament road map, “Guardian”, 6-7-2009, U.S. and Russia to Reduce Arsenals, “Washington Post”, 7-6-2009, και Obama Meets Putin After Signing Weapons Deal, “New York Times”, 8-7-2009.
[iv] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Τα όρια της καλής θέλησης στις διεθνείς σχέσεις, «Διπλωματικό Περισκόπιο», 29-692009.
[v] Σε άρθρο του υπό τον τίτλο From Vancouver to Vladivostok στην “The St. Petesburg Times” της 20ης Ιουνίου 2008 ο Ρώσος αναλυτής Fyodor Lukyanov αναφέρεται στη σχετική πρόταση του Ρώσου προέδρου στο Βερολίνο και παρουσιάζει τη διαχρονική ρωσική προσέγγιση του θέματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου