23/7/09

ΟΙ "ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ" ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ

  
Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009 09:06
erdogan_army.png
Με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις να διέρχονται εκ νέου φάση αυξημένης έντασης, δεν είναι ίσως άσκοπο να επιχειρηθεί η καταγραφή των θέσεων και προθέσεων της Άγκυρας έναντι της χώρας μας, όπως προκύπτουν από την πρακτική και τις δημόσιες δηλώσεις της τουρκικής πολιτικο-στρατιωτικής ηγεσίας κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Αττίλα. Στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Τουρκία αποτελεί τη μόνη στρατιωτική απειλή κατά της Ελλάδας – μια απειλή ιδιαίτερα οξεία, δοθέντων, τόσο του όγκου, όσο και του αξιομάχου, των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Η δε κατά το δυνατόν ακριβέστερη διάγνωση των στρατηγικών της στοχεύσεων αποτελεί ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για τη χάραξη μιας ρεαλιστικής έναντί της πολιτικής, αποσκοπούσης στην ειρηνική επίλυση των επίμαχων προβλημάτων χωρίς φαλκίδευση ζωτικών μας συμφερόντων.
 ***

Τα δύο βασικά αντικείμενα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης είναι το Κυπριακό και τα Αιγαιακά. Η Θράκη θα αναδεικνυόταν σε καίριας σημασίας ζήτημα μόνο σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης – οπότε είναι βέβαιο ότι οι Τούρκοι θα επεδίωκαν να δημιουργήσουν εδαφικά τετελεσμένα με στρατιωτικά μέσα. Υπό ομαλές όμως συνθήκες, οι τουρκικές παρεμβάσεις σε σχέση με τη μουσουλμανική μειονότητα, όσο ύποπτες και ενοχλητικές και αν είναι, μπορούν κάλλιστα να ελεγχθούν με ένα συνδυασμό εσωτερικών μέτρων και διπλωματικών χειρισμών.
 Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από την πλευρά του, εκφεύγει εν πολλοίς του στενού ελληνοτουρκικού πλαισίου. Για γενικότερους γεωπολιτικούς, ιδεολογικούς και, στην περίπτωση των ΗΠΑ, και εσωτερικούς κομματικούς λόγους, στηρίζεται διαχρονικά από την Ουάσιγκτον και – σε μικρότερο έστω βαθμό – από την κοινοτική Ευρώπη. Και ως εκ τούτου, παρά τη φαινομενική αδυναμία του και τα βασανιστικά προβλήματα που εκ των πραγμάτων – ιδίως λόγω ανυπαρξίας, πλέον, αριθμητικά σημαντικού επιτόπιου ποιμνίου – αντιμετωπίζει, η θέση του έναντι των τουρκικών αρχών είναι αρκετά ισχυρή.
 ***
 Σε ό,τι αφορά τώρα στο μείζον επίμαχο ελληνοτουρκικό ζήτημα που είναι το Κυπριακό. Από την πρώτη στιγμή που ετέθη θέμα κατάλυσης της βρετανικής κυριαρχίας, η Άγκυρα κατέστησε σαφές ότι επ’ ουδενί λόγω θα αποδεχθεί την ένωση του συνόλου της Κύπρου με την Ελλάδα – πρωτίστως για στρατηγικούς λόγους, με την «προστασία», όμως, της τουρκικής μειονότητας να αποκτά συν τω χρόνω αυξημένη βαρύτητα στους σχεδιασμούς της.
 Καταλαμβάνοντας το θέρος του 1974 κυπριακό έδαφος και συγκεντρώνοντας εκεί τους Τουρκοκυπρίους, η Τουρκία ενίσχυσε τη θέση της στη Μεγαλόνησο καθοριστικά. Οι λύσεις του Κυπριακού στις οποίες έχει έκτοτε συναινέσει – είτε ευθέως, είτε μέσω δυτικών και ιδίως αμερικανικών διαύλων – έχουν ως κοινά γνωρίσματα, αφ’ενός, τη διχοτόμηση, ευθεία ή, όπως στην περίπτωση του σχεδίου Ανάν, συγκεκαλυμμένη, και, αφ’ετέρου, την αναγνώριση του δικαιώματός της να «εγγυάται» στρατιωτικώς την «ασφάλεια» της τουρκοκρατούμενης περιοχής. Πρόκειται για θέσεις που διακηρύχθηκαν άπαξ έτι από την τουρκική ηγεσία επ’ευκαιρία του εορτασμού στο ψευδοκράτος της επετείου της εισβολής και στις οποίες και ο Τουρκοκύπριος συνομιλητής του κ. Χριστόφια στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών εμμένει ανυποχώρητα. Και όλα δείχνουν ότι οι κόκκινες αυτές γραμμές θα παραμείνουν εν ισχύει και στο αόριστο μέλλον, καθώς, ούτε οι – πάντοτε δεσπόζοντες στον χειρισμό των Ελληνοτουρκικών – Τούρκοι στρατιωτικοί, αλλά ούτε και οι κυβερνώντες ισλαμιστές, φαίνονται διατεθειμένοι να τις εγκαταλείψουν.
 Στη ίδια δε αυτή λογική εντάσσονται και οι τουρκικές αντιδράσεις στην διαφαινόμενη πρόθεση της Λευκωσίας να εκμεταλλευθεί την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της. Η τοποθέτηση της Άγκυρας εν προκειμένω είναι σαφής: Ενόσω εκκρεμεί η συμπεφωνημένη ρύθμιση του Κυπριακού, η Λευκωσία δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο του πληθυσμού της νήσου – και συνεπώς η πρόθεσή της να προχωρήσει σε έρευνες για υδρογονάνθρακες θα συναντήσει την ενεργό τουρκική αντίθεση. Η οποία, επί του παρόντος, περιορίζεται σε προειδοποιητικά διαβήματα και στην εκχώρηση σε τουρκική κρατική εταιρεία άδειας διεξαγωγής ανάλογων ερευνών  σε τμήμα της ίδιας αυτής κυπριακής ΑΟΖ. Χωρίς ποσώς να αποκλείεται, ωστόσο, να προσλάβει, συν τω χρόνω και ανάλογα με τις εξελίξεις, και δυναμικότερη μορφή.
 ***
 Στο Αιγαίο, από την άλλη, αρχής γενομένης το 1974, η Τουρκία έχει ως κεντρικό στόχο την παρεμπόδιση της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, θεωρώντας τη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας, αεροπορικής και θαλάσσιας, κατά μήκος των αιγαιακών ακτών της, ως και μεταξύ Δυτικής Θράκης/Κωνσταντινούπολης και Μεσογείου, ζωτικό της συμφέρον. Και συνακόλουθα, όχι μόνο αρνείται κατηγορηματικά να συνυπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, που επιτρέπει την επέκταση αυτή, αλλά και, για να αποτρέψει σχετική ενέργειά μας, δύο φορές μας απείλησε με πόλεμο. Την πρώτη, τον Ιούνιο 1974, επί καθεστώτος Ιωαννίδη, με δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών.· Και τη δεύτερη, είκοσι ένα χρόνια αργότερα, με την υιοθέτηση από την τουρκική Εθνοσυνέλευση του διαβόητου «casus beli».
 Με τις τουρκικές δε απόψεις για το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης μας συναρτάται και η αμφισβήτηση από την Άγκυρα του εύρους του ελληνικού εναέριου χώρου. Καθώς οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι τελευταίος αυτός, καθορισθείς το 1931 στα 10 ν.μ., αυθαιρέτως εκτείνεται πέραν των 6 ν.μ των ελληνικών χωρικών υδάτων. Εκ πρώτης δε όψεως, τα πρόσθετα τέσσερα ναυτικά μίλια που εξασφαλίζουμε στον αέρα χάρις στην εν λόγω μάλλον πρωτότυπη ρύθμιση μας είναι αμφίβολης χρησιμότητας. Υπό το φως, όμως, της ευρύτερης ελληνοτουρκικής διαμάχης περί την εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας, προσλαμβάνουν σημαντική συμβολική και, ενδεχομένως, και διαπραγματευτική αξία.
 Ενώ, ένα δεύτερο, μείζον αιγαιακό ζήτημα είναι η κατανομή της υφαλοκρηπίδας. Τον Νοέμβριο 1973 η Άγκυρα επιχείρησε να επιβάλει μονομερώς μια λύση κατάφωρα αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο και την κοινή λογική. Έκτοτε αναδιπλώθηκε, αποδεχόμενη κατ’ αρχήν την ελληνική πρόταση να παραπεμφθεί η διαφορά στη Χάγη με κοινή πρωτοβουλία των δύο χωρών. Ωστόσο, η παραπομπή αυτή συνεπάγεται τη σύνταξη «συνυποσχετικού» καθορίζοντος το πλαίσιο εντός του οποίου θα κληθεί να αποφανθεί ο διεθνής δικαστής. Και ως εκ τούτου προϋποθέτει συμφωνία των δύο μερών και ως προς το καθοριστικής εν προκειμένω σημασίας εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης.
 Τέλος, στις πάγιες εδώ και δεκαετίες αμφισβητήσεις της στη θάλασσα και στον αέρα, η Άγκυρα, με την πάροδο του χρόνου και επ’ ευκαιρία των εκάστοτε ελληνοτουρκικών κρίσεων, τείνει να προσθέσει και εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος του ελληνικού νησιωτικού χώρου. Πρόκειται φυσικά για την πλέον εκρηκτική πτυχή της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Διότι αφορά σε ζωτικά συμφέροντα της χώρας μας, ως προς τα οποία τα περιθώρια συμβιβασμού είναι ασφυκτικώς στενά. Και ουσιαστικά έχουν ήδη εξαντληθεί με την εκ μέρους μας αποδοχή της αμερικανικής πρότασης να τεθούν υπό την κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης οι – καταφανώς αίωλοι – τουρκικοί ισχυρισμοί για το καθεστώς των Ιμίων. Το κρίσιμο, επομένως, ερώτημα είναι, κατά πόσον η προβολή τών, ως επί το πολύ αόριστων, τουρκικών αυτών διεκδικήσεων αποτελεί απλώς μια πρόσθετη πίεση για τη δρομολόγηση μιας διαπραγμάτευσης για το θαλάσσιο και εναέριο καθεστώς στο Αιγαίο, ή πράγματι χαράσσει μια ακόμη κόκκινη γραμμή. Εάν συμβαίνει το δεύτερο, είναι προφανές ότι το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων προμηνύεται σκοτεινό.


· Βλ. Χρήστο Ροζάκη, Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου, στο συλλογικό έργο «Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923-1987», Εκδόσεις Γνώση-ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα, 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου