8/6/09

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΓΟΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΜΕΣΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

  
Δευτέρα, 08 Ιουνίου 2009 11:16
obama.png
Απευθυνόμενος την 5η Ιουνίου 2009, από το Κάιρο, προς τους «ανά τον κόσμο Μουσουλμάνους», ο πρόεδρος Ομπάμα είχε καταφανώς ως κύριο στόχο τη βελτίωση της πάσχουσας εικόνας των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, και, συγχρόνως, τη σκιαγράφηση ενός περιγράμματος της εκεί αμερικανικής πολιτικής.  ·
 

Το κεντρικό μήνυμα, που, μετά εντατική μιντιακή προεργασία και με τη συνήθη του ρητορική μαεστρία, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέπεμψε από την αιγυπτιακή πρωτεύουσα, είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν διεξάγουν και ουδέποτε θα διεξαγάγουν πόλεμο κατά του Ισλάμ», αλλά ότι απλώς καταπολεμούν τον «βίαιο εξτρεμισμό» – που στη γλώσσα του αμερικανικού πολιτικού συμβολισμού φαίνεται να αντικαθιστά τον  επικοινωνιακά εφθαρμένο πλέον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» – και ειδικότερα την αλ Κάιντα.[i] Παραμένοντας δε πάντα στον τομέα των γενικοτήτων, ο κ. Ομπάμα επανέλαβε – με ιδιαίτερα ελκυστική, είναι αλήθεια, ρητορική επένδυση – τόσο τον σεβασμό που και ο προκάτοχός του στην προεδρία επανειλημμένως είχε εκφράσει για τη μουσουλμανική θρησκεία, [ii] όσο και το πάγιο ευχολόγιο της Ουάσιγκτον υπέρ της δημοκρατίας και των θρησκευτικών ελευθεριών.[iii] Με το μουσουλμανικό του  ακροατήριο, τόσο το τοπικό, όσο και το ευρύτερο, να αντιδρά θετικά, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις, σε αυτή του την «επιχείρηση γοητείας».
 
Το γεγονός, ωστόσο, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, ούτε κατά την ομιλία του στην Αίγυπτο, χώρα με βεβαρημένο, εν τούτοις, μητρώο ως προς τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά ούτε κατά την αμέσως προηγηθείσα επίσκεψή του στην κάθε άλλο παρά φιλελεύθερη και θρησκευτικά ανεκτική Σαουδική Αραβία, προέβη σε έστω και έμμεση κριτική του τοπικού καθεστώτος, είναι αρκετά αποκαλυπτικό του διεθνοπολιτικού ρεαλισμού που διέπει τον σημερινό ένοικο του Λευκού Οίκου. Ο οποίος, όπως όλα δείχνουν, θέλει να αποφύγει την παγίδα στην οποία ενεπλάκη ο κ. Μπους, ασκώντας καλοπροαίρετη, πλην όμως τελικά αντιπαραγωγική, εν πολλοίς, για τα συμφέροντα της χώρας του και το προσωπικό του κύρος, πίεση επί στρατηγικών εταίρων των ΗΠΑ στον μεσανατολικό χώρο, χάριν της «δημοκρατικής ατζέντας» του.[iv]
 
***
 
Το κύριο όμως ζητούμενο, από το οποίο θα εξαρτηθεί τελικά και η φορά των αμερικανο-μουσουλμανικών σχέσεων, είναι ο τρόπος αντιμετώπισης από την Ουάσιγκτον των μειζόνων συγκεκριμένων προβλημάτων στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Εν προκειμένω δε, οι διευκρινίσεις που παρέσχε ο κ. Ομπάμα δεν προσέθεσαν πολλά στα όσα ήδη γνωρίζαμε.[v]
 
Ως προς το Παλαιστινικακό, εν πρώτοις, διαψεύδοντας τις προσδοκίες αρκετών παρατηρητών, ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε να παρουσιάσει σχέδιο επίλυσης, περιορισθείς στην επανάληψη των πάγιων αμερικανικών θέσεων υπέρ της αναζωογόνησης της ειρηνευτικής διαδικασίας, του στόχου των δύο κρατών, και της εκατέρωθεν τήρησης του «Οδικού Χάρτη» του 2002. Ειδικότερα δε κάλεσε: Την Παλαιστινιακή Αρχή «να αναπτύξει την ικανότητα διακυβέρνησης». Τη Χαμάς – σύμφωνα άλλωστε και με τις απόψεις του «Κουαρτέτου»[vi] – να «θέσει τέρμα στη βία, να αναγνωρίσει τις συμφωνίες του παρελθόντος και το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ». Και το τελευταίο αυτό – αφού πάντως χαρακτήρισε εμφατικά τους ισραελο-αμερικανικούς δεσμούς «ακατάλυτους» – να διακόψει τους εποικισμούς, «των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναγνωρίζουν τη νομιμότητα» και οι οποίοι «υποσκάπτουν τις προσπάθειες για την επίτευξη ειρήνης».
 
Τις θέσεις αυτές, βέβαια, ο κ. Ομπάμα τις είχε ήδη διατυπώσει δημοσία λίγες ημέρες πριν, επ’ ευκαιρία της συνάντησής του με τον ισραηλινό πρωθυπουργό στην Ουάσιγκτον.[vii] Η πανηγυρική, ωστόσο, επανάληψή τους θέτει αναμφίβολα τον κ. Νετανιάχου και την πολυσυλλεκτική του κυβέρνηση προ οδυνηρών διλημμάτων. Καθώς, η μεν αποδοχή των αμερικανικών υποδείξεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση στους κόλπους της ισραηλινής κυβερνητικής ηγεσίας, η δε ανοικτή απόρριψή τους σε κρίση στις σχέσεις του εβραϊκού κράτους με την προστάτιδα δύναμη.[viii]
 
Άλλωστε, η αποφυγή των δύο αυτών σκοπέλων αποτέλεσε την κύρια επιδίωξη της ομιλίας του Ισραηλινού πρωθυπουργού της 14ης Ιουνίου. Για πρώτη φορά, ο κ. Νετανιάχου, πλησιάζοντας ως προς τούτο την πάγια αμερικανική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών   και το μετριοπαθές τμήμα του ισραηλινού πολιτικού φάσματος[ix] – και καταλαμβάνοντας εξαπίνης τους περισσότερους παρατηρητές – αναγνώρισε ρητώς το δικαίωμα των Παλαιστινίων να αποκτήσουν δικό τους κράτος. Θέτοντας, ωστόσο, όρους ιδιαίτερα δυσεπίτευκτους υπό τις παρούσες τουλάχιστον συνθήκες. Ενώ, ως προς το επίσης μείζον θέμα των οικισμών, η επαμφοτερίζουσα τοποθέτηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού – άφησε ανοικτή την πόρτα στη λεγόμενη «φυσική ανάπτυξή» τους – απέχει σημαντικά από την πολύ περιοριστικότερη του Αμερικανού προέδρου.[x]  Μένει δε τώρα να φανεί κατά πόσον Αμερικανοί και Ισραηλινοί θα κατορθώσουν να εξεύρουν και πάλι, ως προς το διαχρονικά επίμαχο αυτό θέμα, ένα συμβιβαστικό modus vivendi – ιδιαίτερα σκόπιμο σήμερα, δοθείσης της οιονεί βεβαιότητας ότι, παρά τις αγαθές προθέσεις και της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, η «ειρηνευτική διαδικασία» θα τραβήξει σε μάκρος. Καθώς οι σχετικές διαπραγματεύσεις δυσχεραίνονται, όχι μόνο από τη φύση των προς επίλυση προβλημάτων, αλλά και από την αδυναμία της παλαιστινιακής πλευράς να λειτουργήσει ως αποτελεσματικός συνομιλητής. Με έναν ακήρυκτο πόλεμο να μαίνεται μεταξύ της Παλαιστινιακής Αρχής και της Χαμάς. Και με την τελευταία αυτή να αρνείται να αναγνωρίσει το Ισραήλ και να θέσει οριστικό τέρμα στις εναντίον του πράξεις βίας.
 
***
Ακόμη λακωνικότερος απ’ ό,τι σε σχέση με το Παλαιστινιακό υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος μιλώντας για το Ιρανικό – ενδεχομένως και για να μην ενισχύσει προπαγανδιστικά τον πρόεδρο Αχμαντινετζάντ έναντι των διαλλακτικότερων αντιπάλων του κατά τις επικείμενες τότε ιρανικές προεδρικές εκλογές.[xi] Ο κ. Ομπάμα αρκέσθηκε, κατ’ ουσίαν: Αφ’ ενός, να επαναλάβει το γνωστό άνοιγμά του προς την Τεχεράνη – «είμαστε διατεθειμένοι να προχωρήσουμε χωρίς προαπαιτούμενα επί τη βάσει αμοιβαίου σεβασμού» – αναγνωρίζοντας και το δικαίωμά της να χρησιμοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς στο πλαίσιο της Συνθήκης Μη Διασποράς των Πυρηνικών Όπλων. Και, αφ’ ετέρου, να τονίσει την αντίθεσή του σε «μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή» – χωρίς, ωστόσο, να κρίνει αναγκαίο, προφανώς λόγω των ειδικών στοχεύσεων της συγκεκριμένης ομιλίας του, να αναφερθεί και στις σχετικές ιρανικές φιλοδοξίες. Τις οποίες, πάντως, λίγες ώρες αργότερα, κατά τη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε από κοινού με τον Γάλλο πρόεδρο Σαρκοζί επ’ ευκαιρία των εορτασμών για την 65η επέτειο της απόβασης στη Νορμανδία, δεν παρέλειψε να επικρίνει ως παράγοντα πυρηνικής διασποράς, προαναγγέλλοντας και «σκληρή διπλωματία» για τη ματαίωσή τους.[xii] Ο άγνωστος Χ στην πολύπλοκη και εκρηκτική ιρανική εξίσωση παραμένει, φυσικά, η αντίδραση της Ουάσιγκτον σε περίπτωση που η «σκληρή» αυτή διπλωματία δεν αποδώσει καρπούς και, κατά το βορειοκορεατικό προηγούμενο, το Ιράν προχωρήσει κάποια στιγμή στην κατασκευή πυρηνικών όπλων.
 
***
Με δεδομένες τις δονήσεις που οι δοκιμασίες των Παλαιστινίων προκαλούν στον αραβομουσουλμανικό κόσμο σε επίπεδο συμβολισμού και συναισθήματος, αναμενόμενο ήταν το Παλαιστινιακό να καταλάβει την κεντρική θέση στην ομιλία του Καΐρου. Αναμφίβολα, όμως, η προσοχή του Αμερικανού προέδρου και των συνεργατών του είναι πρωτίστως επικεντρωμένη τη στιγμή αυτή στα δύο θερμά πολεμικά μέτωπα της υπερδύναμης που είναι το ιρακινό και το αφγανικό. Είναι βέβαια αληθές ότι, για ευεξήγητους πάντοτε επικοινωνιακούς λόγους, στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα ο κ. Ομπάμα επέλεξε να φανεί ιδιαίτερα φειδωλός σε διευκρινίσεις για την ουσία της εν προκειμένω στρατηγικής του, αφιερώνοντας το μείζον μέρος των όσων σχετικών είπε στη δικαιολόγηση, υπό το πρίσμα των μουσουλμανικών ευαισθησιών, της μεσανατολικής αμερικανικής παρουσίας και στις μη στρατιωτικές πτυχές της. Όμως, οι κεντρικοί  άξονες της στρατηγικής αυτής προκύπτουν σαφώς από προγενέστερες αποφάσεις και εξαγγελίες του ίδιου του Αμερικανού προέδρου,[xiii] συνίστανται δε συνοπτικώς: Στην ολοκλήρωση και παγίωση της σταθεροποίησης του Ιράκ. Και στην εξουδετέρωση της Αλ Κάιντα και την επικράτηση επί των Ταλιμπάν στο θερμό μέτωπο Αφγανιστάν-Πακιστάν.
 
Πρόκειται ομολογουμένως για μια ιδιαίτερα δύσκολη ατζέντα. Η μέχρι τούδε προσπάθεια σταθεροποίησης του Ιράκ, μολονότι πολύ επιτυχέστερη απ’ ό,τι πολλοί διεθνείς, αλλά και Αμερικανοί παρατηρητές προέβλεπαν έως πρόσφατα ακόμη, δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί. Υφίσταται δε πάντοτε κίνδυνος υποτροπής των συγκρούσεων συνεπεία των εσωτερικών εθνο-θρησκευτικών αντιθέσεων. Τόσω μάλλον που οι προθέσεις της ιρακινής πλευράς ως προς την τήρηση του συμπεφωνημένου σε επίπεδο κυβερνήσεων χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων εμφανίζονται επί του παρόντος ασαφείς. Με επακόλουθο να μην μπορεί να αποκλεισθεί το – απίθανο ωστόσο – ενδεχόμενο μιας δυνάμει αποσταθεροποιητικής επίσπευσης της απόσυρσης αυτής. [xiv]
 
Ενώ πολύ δυσχερέστερο εμφανίζεται το αφγανικό εγχείρημα. Το οποίο πάντως η κυβέρνηση Ομπάμα προωθεί με αποφασιστικότητα μέσω ενός συνδυασμού στρατιωτικών και πολιτικο-οικονομικών μέσων.[xv] Έχοντας, ειδικότερα, δρομολογήσει την ενίσχυση των επιτόπιων στρατιωτικών της δυνάμεων κα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην ηγεσία τους – με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας σε έναν από τους σκληρότερους και δυναμικότερους στρατηγούς της.[xvi]  Σύμφωνα δε με όλες τις ενδείξεις, η Ουάσιγκτον έχει πλέον συμβιβασθεί με την ιδέα ότι οι νατοϊκοί της σύμμαχοι δεν πρόκειται να αυξήσουν ουσιαστικά τη στρατιωτική τους συμβολή – και συνακόλουθα ότι η έκβαση του Αφγανικού εξαρτάται ουσιαστικά από τις δικές της προσπάθειες. [xvii]
 
Στις οποίες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και η πρόσφατη εντατικοποίηση της πακιστανικής εξόρμησης κατά των Ταλιμπάν και των συμμάχων-προστατευομένων τους της Αλ Κάιντα.[xviii] Καθώς, συνυπολογίζοντας την οξεία κριτική της Ουάσιγκτον και ειδικότερα της Αμερικανίδας υπουργού εξωτερικών,[xix] η πακιστανική κυβέρνηση εγκατέλειψε την παλαιότερη αντιπαραγωγική πολιτική συμβιβασμού με την ταλιμπανική ηγεσία – το Πακιστάν διέτρεξε προς στιγμήν κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης με ενδεχομένως τραγικές επιπτώσεις και στον γεωπολιτικό του χώρο – και εξαπέλυσε μεγάλη στρατιωτική επίθεση για να επιβάλει τον έλεγχό της στις ευρείες εδαφικές περιοχές, όπου Ταλιμπάν και Αλ Κάιντα, μέχρι πρόσφατα, κυριαρχούσαν.[xx] Δοθέντος δε ότι οι εν λόγω περιοχές χρησιμοποιούνται και ως ορμητήρια-καταφύγια των Ταλιμπάν-Αλ Κάιντα για τρομοκρατικές ενέργειες στο αφγανικό έδαφος, η επιτυχία των επιχειρήσεων αυτών του πακιστανικού στρατού είναι προφανούς σημασίας και για την ειρήνευση και σταθεροποίηση του Αφγανιστάν.
 
Η ικανότητα της κυβέρνησης Ομπάμα να επιτύχει τους πολλαπλούς και ασφαλώς όχι εύκολους στόχους της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή θα επηρεάσει καθοριστικά και το μελλοντικό κλίμα των σχέσεων των ΗΠΑ με τον μουσουλμανικό κόσμο.
 
 
 
 


· Το άρθρο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος Ιουνίου-Ιουλίου των «Εθνικών Επάλξεων», διμηνιαίας ενημερωτικής έκδοσης τους Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ).


[i] Βλ. κείμενο της ομιλίας του κ. Ομπάμα, μεταξύ άλλων στην “Wall Street Journal” της 4ης Ιουνίου 2009, υπό τον τίτλο Obamas Speech in Cairo. 
[ii] Όπως μας υπενθυμίζει η Helene Cooper σε άρθρο της υπό τον τίτλο Muslims Will Judge Obama by Actions More Than Words στο φύλλο της 4ης Ιουνίου της “New York Times”, « Μιλώντας ενώπιον κοινής συνεδρίασης του Κογκρέσου την 20η Σεπτεμβρίου 2001, ο κ. Μπους ηχούσε κατά παραδόξως παρόμοιο τρόπο με τον κ. Ομπάμα σήμερα: “Θα ήθελα επίσης να μιλήσω απόψε απ’ ευθείας στους Μουσουλμάνους ανά τον κόσμο” είπε. “Σεβόμαστε την πίστη σας. Ασκείται ελεύθερα από εκατομμύρια Αμερικανών και από άλλα εκατομμύρια σε χώρες τις οποίες η Αμερική κατατάσσειι στους φίλους της. Η διδασκαλία της είναι καλή και ειρηνική. Και αυτοί που διαπράττουν το κακό εν ονόματι του Αλλάχ βλασφημούν το όνομα του Αλλάχ. Οι τρομοκράτες προδίδουν την ίδια την πίστη τους, προσπαθώντας ουσιαστικά να απαγάγουν το ίδιο το Ισλάμ.” “Εχθρός της Αμερικής δεν είναι οι πολλοί Μουσουλμάνοι φίλοι μας...Δεν είναι οι πολλοί Άραβες φίλοι μας. Εχθρός μας είναι το ακραίο [radical] δίκτυο τρομοκρατών και κάθε κυβέρνηση που τους υποστηρίζει.” Κατά την επταετία που εν συνεχεία κυβέρνησε τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κ. Μπους επανέλαβε συχνά τις λέξεις αυτές ή άλλες παρεμφερείς. Το ίδιο και οι σύμβουλοί του   .
[iii] Σε κύριο άρθρο της υπό τον εύγλωττο τίτλο Barack Hussein Bush, η “Wall Street Journal” της 5ης Ιουνίου επισημαίνει τα ακόλουθα: «Ένα κέρδος από την προεδρία Ομπάμα είναι ότι επιβεβαιώνει μέγα μέρος της ατζέντας του George W. Bush στον τομέα της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής...Τούτο κατέστη πλέον ή σαφές χθες στο Κάιρο, όπου ο πρόεδρος Ομπάμα διαφήμισε “ένα νέο ξεκίνημα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των Μουσουλμάνων ανά την υφήλιο.” Αυτό όμως που ως επί το πολύ προσέφερε ήταν μια επιδεξίως  ξανα-συσκευασμένη εκδοχή θεμάτων που ο πρόεδρος Μπους είχε προβάλει στην ατζέντα του για την ελευθερία.» Το κύριο δε άρθρο της 6ης Ιουνίου της ίδιας αυτής εφημερίδας διαπιστώνει ότι  «[η] χαμηλή προτεραιότητα για την προαγωγή της δημοκρατίας είναι εμφανής στο σύνολο της κυβέρνησης» και ότι οι επιλογές της τελευταίας αυτής σε σχέση με την Κίνα και τη Ρωσία «αντανακλούν» εκτός από «αλλεργία για την κυβέρνηση Μπους», «την άνοδο μιας ομάδας νεο-ρεαλιστών εξωτερικής πολιτικής». (Βλ. Obama and Democracy.)
[iv] Ο έγκριτος καθηγητής του Πανεπιστημίου John Hopkins Michael Mandelbaum παρατηρεί συναφώς: «Ποιες είναι οι προοπτικές της δημοκρατίας στον αραβικό κόσμο και των αμερικανικών πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή της; Η κυβέρνηση Μπους, η οποία ήταν ένθερμος θιασώτης και των δύο, απήλθε της  αρχής με απογοητευτικό εν προκειμένω απολογισμό. ..Η κυβέρνηση Ομπάμα φαίνεται να μη συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της προκατόχου της για την προαγωγή της δημοκρατίας – τουλάχιστον όχι στην αραβική Μέση Ανατολή(Βλ. Arab Democracy and American Policy, http://www.meforum.org/2070/arab-democracy-and-american-policy, 25-2-2009. Σημειωτέον ότι ανάλογη ρεαλιστική στάση η κυβέρνηση Ομπάμα τηρεί, μεταξύ άλλων, και έναντι της Κίνας. (Βλ. Pelosi Mum On Rights Before Trip To China. Speaker, as Clinton Has, Plays Down Topic, “Washington Post”, 24-5-2009.)
 
[v] Στο εβδομαδιαίο αμερικανικό περιοδικό “The New Republic” της 5ης Ιουνίου 2009, υπό το τίτλο An Uncertain Future, ο Robert Satloff παρατηρεί σχετικώς: «Παρά τη συχνά υψηπέτιδα ρητορική του, στην πραγματικότητα ο πρόεδρος διέγραψε μια στρατηγική ατζέντα για τα αμερικανικά συμφέροντα, η οποία είναι στενά προσδιορισμένη και περιορισμένης εμβέλειας...Για κανένα θέμα, εκτός όταν ενδιέτριψε σε σχέδια για έργα οικονομικής ανάπτυξης, δεν υπερέβη τις γενικότητες...»
[vi] Συστήθηκε το 1992 για την προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας στη Μέση Ανατολή. Συγκροτείται από εκπροσώπους του ΟΗΕ, των ΗΠΑ, της ΕΕ και της Ρωσίας.
[vii] Βλ. μεταξύ άλλων, Γ. Ε. Σέκερης, Οι μεσανατολικές προοπτικές μετά τις συνομιλίες Ομπάμα-Νετανιάχου, δικτυακός τόπος «Διπλωματικό Περισκόπιο», 21-5-2009.
[viii] Σε άρθρο του υπό τον τίτλο Obama Pins Mideast Hope on Limiting Settlements στην “New York Times” της 6ης Ιουνίου 2009, ο Ethan Bronner εκτιμά – με κάποια ίσως δόση υπερβολής – ότι η έμφαση που ο πρόεδρος Ομπάμα δίνει στο πρόβλημα των εποικισμών αποτελεί «μια από τις μεγαλύτερες στροφές της αμερικανικής πολιτικής έναντι της ισραελο-παλαιστινιακής διαμάχης κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες». Μεταφέρει δε την άποψη Ισραηλινού πολιτικού αναλυτή ότι ο κ. Νετανιάχου «θα πρέπει να αποφασίσει τις επόμενες εβδομάδες με ποιόν προτιμά να συγκρουσθεί: με την πανίσχυρη αμερικανική κυβέρνηση, της οποίας ο πρόεδρος βλέπει τον εαυτό του σε σχεδόν μεσσιανικό ρόλο, ή με τον δικό του συνασπισμό και μέλη του κόμματός του».
[ix] Σχετικά με τη στάση του κύριου αντιπολιτευόμενου κόμματος Καντίμα υπό την κυρία Λίβνι, βλ. A test of friendship, “The Economist”, 11-6-2009.
[x] Τα κύρια χωρία της ομιλίας του κ. Νετανιάχου αναφορικά με τις δύο αυτές μείζονες δαιφωνίες του με την Ουάσιγκτον έχουν ως ακολούθως. Για τη λύση των δύο κρατών: «Εάν λάβουμε [διεθνή] εγγύηση σε σχέση με την αποστρατιωτικοποίηση και με τις ανάγκες ασφάλειας του Ισραήλ, και εάν οι Παλαιστίνιοι αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως το κράτος του εβραϊκού λαού, τότε θα είμαστε έτοιμοι για την επίτευξη, στο πλαίσιο μιας μελλοντικής συμφωνίας ειρήνης, μιας λύσης δυνάμει της οποίας ένα αποστρατιωτικοποιημένο παλαιστινιακό κράτος θα υπάρξει παραπλεύρως προς το εβραϊκό κράτος.» Για τους οικισμούς: «Το εδαφικό θα συζητηθεί ως μέρος της τελικής συμφωνίας ειρήνης. Εν τω μεταξύ, δεν προτιθέμεθα να οικοδομήσουμε νέους οικισμούς ή να απαλλοτριώσουμε πρόσθετη γη χάριν των υφισταμένων οικισμών. Υπάρχει ωστόσο πραγματική ανάγκη να μπορούν οι κάτοικοι να ζουν ομαλή ζωή, και να επιτραπεί στις μητέρες και τους πατέρες να αναθρέψουν τις οικογένειές τους όπως παντού αλλού.» Βλ. κείμενο ομιλίας στην “Jerusalem Post” της 14ης Ιουνίου 2009 υπό τον τίτλο Full text of Binyamin Netanyahus Bar Ilan speech.

[xi] Αν πράγματι αυτή ήταν η πρόθεση του κ. Ομπάμα, οι προσδοκίες του μάλλον διαψεύσθηκαν. Ως γνωστόν, ο σημερινός σκληροπυρηνικός Ιρανός πρόεδρος επεκράτησε ανέτως, αν και όχι χωρίς η νίκη του να τεθεί υπό έντονη αμφισβήτηση – συνεχιζόμενη κατά τη σύνταξη του παρόντος άρθρου – από τον κύριο αντίπαλό του. Και όπως είναι φυσικό, οι Δυτικοί προσπαθούν τώρα να αποκρυπτογραφήσουν τις επιπτώσεις μιας νέας προεδρίας Αχμαντινετζάντ στις διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά και γενικότερα στην εξωτερική πολιτική του Ιράν. Για μερικές εντελώς πρώτες σχετικές εκτιμήσεις βλ. Ahmadinejad wins Iran election, Mousavi cries foul, Reuters, 13-6-2009 και Reynolds, Tension ahead after Ahmadinejad re-elected, BBC, 13-6-2009.

 
[xii] Βλ. David Alexander, Obama says must be “tough” with Iran, N. Korea, Reuters, 6-6-2009.
[xiii] Βλ. μεταξύ άλλων: Για την ιρακινή πολιτική του προέδρου Ομπάμα: Peter Baker, On Foreign Policy, Obama Shifts, but Only a Bit, “New York Times”, 17-4-2009 και Tim Reid, Democrats dismayed by Barack Obama’s decision to leave 50,000 US troops in Iraq, “The Times”, 28-2-2009. Για την αφγανική του πολιτική, το κείμενο σχετικής ανακοίνωσής του στον Λευκό Οίκο, δημοσιευθείσης στην “Wall Street Journal” της 27ης Μαρτίου 2009 υπό τον τίτλο Obama Announces New Strategy for Afghanistan and Pakistan.
[xiv] Βλ. Alissa J. Rubin, Iraq Moves Ahead With Vote on U.S. Security Pact, “New York Times”, 10-6-2009.
[xv] Βλ. Γ. Ε. Σέκερης, Το ΝΑΤΟ εξήντα χρόνια μετά, “Εθνικές Επάλξεις”, τεύχος Μαρτίου-Απριλίου 2009.
[xvi] Πρόκειται για τον Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ, ειδικό του ανορθόδοξου πολέμου, ο οποίος αναμένεται να προσαρμόσει στο μέτωπο Αφγανιστάν-Πακιστάν το πολιτικο-στρατιωτικό δόγμα που εφήρμοσε επιτυχώς στο Ιράκ ο στρατηγός Πετρέους – με τον τελευταίο αυτόν να εποπτεύει την όλη προσπάθεια ως διοικητής, σήμερα, της αρμόδιας για τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία «Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ».
[xvii] Σε άρθρο της στο φύλλο 25ης Μαΐου 2009 του περιοδικού “National Examiner”, υπό τον τίτλο In Afghanistan, new team faces daunting challenges, η Kimberly Kagan γράφει για το Αφγανικό μεταξύ άλλων τα εξής:: «Η πραγματικότητα αυτή δεν θα ικανοποιήσει όσους αναζητούν ταχείες ενδείξεις επιτυχίας ή μετρητή για τον υπολογισμό της προόδου. Και θα προσφέρει επιχειρήματα σε όσους είναι αποφασισμένοι να παρουσιάσουν το αφγανικό εγχείρημα ως αποτυχημένο και να επιμείνουν να εγκαταλειφθεί μια προσπάθεια, την οποία ο Ομπάμα περιέγραψε ως κρίσιμης σημασίας για την αμερικανική ασφάλεια. Έχει δε δίκιο [ο πρόεδρος Ομπάμα] κάνοντας αυτή την εκτίμηση, ενώ έχει τοποθετήσει στο Αφγανιστάν και την κατάλληλη ομάδα. Στην οποία πρέπει να δοθεί ο χρόνος για να επιτύχει.»
[xviii] Βλ. US intel chief cites Pakistan army gains in Swat, Reuters, 9-6-2009.
[xix] Βλ. David Stout, Clinton Delivers Rebuke to Pakistan, “New York Times”, 9-6-2009.
[xx] Για μια παλαιότερη περιγραφή της κατάστασης πραγμάτων στις εν λόγω περιοχές και του αδιεξόδου που αντιμετώπιζε η πακιστανική κυβέρνηση, βλ. Griff Witte, Pakistan Seen Losing Fight Against Taliban And A-Qaeda,Washington Post”, 3-10-2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου