20/6/09

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΙΡΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

  
Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009 10:55
Οι εξελίξεις στο Ιράν κατέλαβαν τη διεθνή κοινή γνώμη και πιθανότατα και τις περισσότερες κυβερνήσεις εξαπίνης. Το υποτίθεται ισχυρό και συμπαγές κληρικοκρατικό καθεστώς κλυδωνίζεται. Μια αρχικά εσωτερική αντιπαράθεση στις τάξεις της ισλαμικής νομενκλατούρας – η αναμέτρηση μεταξύ δύο στυλοβατών του ιρανικού ιερατείου στο πλαίσιο μιας παραδοσιακά ελεγχόμενης εκλογικής διαδικασίας,– τείνει να μετεξελιχθεί σε ευθεία αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης από ακαθόριστου, αυτή τη στιγμή, μεγέθους τμήμα του ιρανικού λαού.  
 
Αβέβαιο τυγχάνει επί του παρόντος αν, τελικά, ο σημερινός πρόεδρος θα κατορθώσει να εξασφαλίσει τη δεύτερη τετραετία του. Το πιθανότερο είναι ότι ναι. Οι δυνάμεις συντήρησης, με αιχμή του δόρατος τους «Φρουρούς της Επανάστασης» – τους πραιτωριανούς του καθεστώτος – θα πράξουν το κατά δύναμιν για να τον στηρίξουν. Τυχόν ήττα τους συνεπάγεται για τους κυβερνώντες κόστος απαγορευτικό. Διότι, ναι μεν ο κύριος αντίπαλος του κ. Αχμαντινετζάντ κ. Μουσαβί είναι σαρξ εκ της σαρκός του καθεστώτος – διετέλεσε υπουργός εξωτερικών και πρωθυπουργός κατά την πρώτη φάση της ισλαμικής επανάστασης – πλην όμως, υπό το φως των καταιγιστικών εξελίξεων, δεν μπορεί πλέον να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η εντεινόμενη αντιπολιτευτική δυναμική, τροφοδοτούμενη από συσσωρευμένες δυσαρέσκειες δεκαετιών, να τον υπερκεράσει, και ενδεχομένως και να τον συμπαρασύρει, κατά το προηγούμενο Γκορμπατσόφ στη Σοβιετική Ένωση, προς την κατεύθυνση μιας ριζικότερης ανατροπής. Έστω όμως και αν, όπερ και το κατά πολύ πιθανότερο, το ακραίο αυτό ενδεχόμενο αποτραπεί, η ιρανική κληρικοκρατία θα εξέλθει από την κρίση βαρύτατα τραυματισμένη. Με τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της προβληματικές. Και με τη διεθνή, ειδικότερα,  θέση της εξασθενημένη.
 
Μήπως άραγε ζούμε μια εκ των υστέρων δικαίωση της τόσο λοιδορηθείσης μεσανατολικής πολιτικής Μπους; Μήπως η ανατροπή του Σαντάμ και η οικοδόμηση μιας, ασφαλώς όχι ιδεώδους, αλλά πάντως αρκετά ελεύθερης πολιτικής ζωής στο Ιράκ και η συνακόλουθη έκλειψη της «ιρακινής απειλής», σε συνδυασμό με την εδραίωση της αμερικανικής παρουσίας και επιρροής στον αφγανο-πακιστανικό χώρο, με τη σύσφιξη των δεσμών της Ουάσιγκτον με τις συντηρητικές αραβικές πρωτεύσουσες, και με τις, έστω και περιορισμένης άμεσης αποτελεσματικότητας, διεθνείς πιέσεις επί της Τεχεράνης και γενικότερα με την απαξιωτική διεθνή απομόνωση της «Ισλαμικής Δημοκρατίας» – ιδίως εκ μέρους του δυτικού κόσμου, προς τον οποίο πολλοί Ιρανοί προσβλέπουν – συνέβαλαν καθοριστικά στην εκρηκτική εκδήλωση συσσωρευμένων δυσαρεσκειών δεκαετιών;  Κατ’ ελάχιστον, οφείλει κανείς να μην το αποκλείσει.
 
Το αμεσότερο, ωστόσο, ζητούμενο αναφορικά με την ιρανική κρίση είναι οι επιπτώσεις της στις σχέσεις του Ιράν με τη «διεθνή κοινότητα». Εν πρώτοις, η «τεταμένη χειρ» της Ουάσιγκτον, χωρίς ασφαλώς να αποσυρθεί – ο κ. Ομπάμα την έτεινε, όχι ως επιβράβευση της ιρανικής ηγεσίας, αλλά ως μέσο για την επίτευξη συγκεκριμένων αμερικανικών στοχεύσεων, σχετικών ιδίως με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τις τρομοκρατικές διασυνδέσεις και δραστηριότητες της Τεχεράνης – κατ’ ανάγκην θα προσφέρεται εφεξής με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα και αυστηρότητα. Όχι μόνο λόγω των αντιδράσεων της αμερικανικής κοινής γνώμης στα ιρανικά δρώμενα – ήδη προσάπτεται στον κ. Ομπάμα υπερβολική αποστασιοποίηση από τις «δημοκρατικές δυνάμεις» στο Ιράκ – αλλά και διότι φυσικό είναι η Ουάσιγκτον, χωρίς κατ’ ανάγκην να την υποκινήσει, να μη δυσχεράνει μια «καθεστωτική αλλαγή», η οποία, ενώ μέχρι πρότινος φάνταζε ουτοπική, εμφανίζεται σήμερα τουλάχιστον ως ενδεχόμενη.
 
Τόσω μάλλον που οι μεγάλοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ – οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, ακόμη και οι παγίως υφεσιακοί Γερμανοί – ασκούν ήδη οξεία κριτική στους χειρισμούς της ιρανικής ηγεσίας. Ενώ, από την άλλη, Ρωσία και Κίνα, οι δύο μεγάλες δυνάμεις που, από αντίδραση στην αμερικανική ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή – και στην περίπτωση του Πεκίνου και για ισχυρούς ενεργειακούς λόγους – τείνουν να στηρίξουν τους κρατούντες στην Τεχεράνη, έχουν περιέλθει σε δύσκολη επικοινωνιακά θέση.
 
Κατά τα λοιπά, το κεντρικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί παραμένει προς το παρόν ακέραιο. Και πιο συγκεκριμένα: Στην περίπτωση που η προαγγελθείσα από τον κ. Ομπάμα «σκληρή διπλωματία» έναντι της Τεχεράνης δεν αποδώσει και το Ιράν προχωρήσει στη δημιουργία πυρηνικού οπλοστασίου, πως θα πορευθεί η Ουάσιγκτον; Θα αποδεχθεί τα τετελεσμένα, όπως ορισμένοι – μειοψηφούντες – αναλυτές, που τείνουν να υποβαθμίσουν τους κινδύνους από ενδεχόμενη ιρανική πυρηνικοποίηση, εισηγούνται;[i] Ή, κάνοντας χρήση της «στρατιωτικής επιλογής» – την οποία, όπως ο προκάτοχός του, έτσι και ο σημερινός πρόεδρος, κατά δήλωσή του, διατηρεί ανοικτή [ii] – θα προσφύγει σε «χειρουργικά πλήγματα» κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων; Είτε χρησιμοποιώντας ίδιους στρατιωτικούς πόρους, είτε – ακόμη πιο ριψοκίνδυνο, ίσως – εξουσιοδοτώντας, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, τους Ισραηλινούς να τα καταφέρουν; Ερωτήματα αναπάντητα, όσο η Δύση υπολογίζει σε διπλωματική λύση και αι βουλαί των Αγιατολάδων παραμένουν ανεξιχνίαστοι.


[i] Βλ. επί παραδείγματι το άρθρο του Frank Procida, Overblown, Why an Iranian Nuclear Bomb Is Not the End of the World, αναρτηθέν στον δικτυακό τόπο του έγκριτου περιοδικού “Foreign Affairs” στις 9-6-2009.
[ii] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων: Obama to preserve all options in dealing with Iran, http://china.org.cn/, 30-1-2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου