29/5/09

ΤΑ ΠΕΡΙ ΡΩΣΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ ΦΛΗΝΑΦΗΜΑΤΑ

  
Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009 10:10
Κάθε τόσο, εξ αφορμής κάποιας δυσάρεστης για τη χώρα μας ενέργειας ενός Δυτικού μας συμμάχου ή εταίρου – ιδίως των συνήθων υπόπτων Αμερικανών – βρίσκεται κάποιος που ανακαλύπτει την οδό προς τη Ρωσία. Γιατί, μας λέει, να μη συμμαχήσουμε με τη μεγάλη αυτή δύναμη – εάν είναι θρησκευόμενος, προσθέτει και τον χαρακτηρισμό «ορθόδοξη» – για να απεξαρτηθούμε από τον εναγκαλισμό των άσπονδων φίλων μας και να κατοχυρώσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα. Και μολονότι τα συμφέροντα αυτά σπάνια συγκεκριμενοποιούνται, δικαιούται κανείς να υποθέσει ότι οι υπέρμαχοι της «ρωσικής λύσης» έχουν κατ’ ελάχιστον υπ’ όψιν την προαγωγή των Ελληνοτουρκικών, του Κυπριακού, του Σκοπιανού και της Οικονομίας. Η στρατηγική, ωστόσο, αυτή επιλογή τους δεν αντέχει σε στοιχειώδη λογική βάσανο .
 
Ας αφήσουμε κατά μέρος την ιστορική εμπειρία – πολύτιμο παρά ταύτα οδηγό για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής. Ας λησμονήσουμε, χάριν της απλούστευσης του διαλόγου, τις οδυνηρές απογοητεύσεις που μας επιφύλαξε ο πανσλαβικός ιμπεριαλισμό της Μόσχας επί Τσάρων και τις συμφορές που μας επισώρευσε ο κομμουνιστικός επεκτατισμός της επί Σοβιέτ. Και ας περιορισθούμε στο καθοριστικό ερώτημα: Τι μπορεί αντικειμενικά, αλλά και τι είναι διατεθειμένη, να μας προσφέρει η Ρωσική Ομοσπονδία;
 
Μια πρώτη και καίρια επισήμανση είναι απαραίτητη: Αν εξαιρέσει κανείς το πυρηνικό της οπλοστάσιο – που και αυτό ποιοτικά υπολείπεται πλέον μεγάλως του αμερικανικού – η  Ρωσία της σήμερον δεν ανήκει στην κατηγορία των υπερδυνάμεων. Με το συρρικνωμένο – και συνεχώς συρρικνούμενο – δημογραφικό δυναμικό της, με μια εύθραυστη οικονομία υποχείρια της τιμής των υδρογονανθράκων, με ένα εν πολλοίς προβληματικό πολιτικό και διοικητικό σύστημα, με περιορισμένης εμβέλειας συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις, και ταλανιζόμενη από ενεργούς ή υποβόσκουσες εθνοθρησκευτικές  εσωτερικές αντιπαραθέσεις, είναι κατ’ ουσίαν μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Κυρίαρχο μέλημα της οποίας, επί του παρόντος, είναι η κατοχύρωση της ασφάλειας της εκτεταμένης επικράτειάς της έναντι πραγματικών ή, ενίοτε, και φανταστικών απειλών.
 
Ειδικότερα: Η προσοχή της Μόσχας είναι επικεντρωμένη στο «εγγύς εξωτερικό» της – στις επί των σημερινών συνόρων της πάλαι ποτέ σοβιετικές δημοκρατίες – όπου επιχειρεί να αποκαταστήσει μερικώς τη ρωσική επιρροή. Εξουδετερώνοντας, περιορίζοντας ή αποτρέποντας, κατά περίπτωση, την επιρροή τρίτων. Ως έχουν τα πράγματα, κυρίως της Δύσης. Της οποίας, όμως, από την άλλη επιζητεί την άμεση συνεργασία ή έμμεση στήριξη, τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο και για την αντιμετώπιση εν δυνάμει κινδύνων – κυρίως ίσως, των προερχομένων από μια ανερχόμενη Κίνα και από τον εν αναβρασμώ διατελούντα ισλαμικό κόσμο. Στη λογική δε της σύνθετης και εν μέρει αντιφατικής αυτής πολιτικής, η ρωσική ηγεσία επιδιώκει την καλλιέργεια σχέσεων με τον ευρω-ατλαντικό κόσμο, όχι μόνο για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και να εξασφαλίσει γεωπολιτική στήριξη ή ανοχή, αλλά και για να διαβρώσει, στο μέτρο του δυνατού, τη δυτική συνοχή. Εξ ου, άλλωστε, και η σαφής προτίμησή της για τις επιλεκτικές διμερείς επαφές, σε αντιδιαστολή προς την – αναπόφευκτη πάντως – διαπραγμάτευση με τους δυτικούς συλλογικούς φορείς. Είτε πρόκειται για το ΝΑΤΟ, είτε για την ΕΕ..
 
Με τις πολλαπλές αυτές στοχεύσεις κατά νουν, φυσικό είναι η ρωσική διπλωματία να αποβλέπει και στην προώθηση των ελληνο-ρωσικών σχέσεων. Όχι όμως εις βάρος άλλων, σημαντικότερων συμφερόντων της. Υπ’ όψιν δε ότι ο παράγοντας Ελλάδα κατέχει αρκετά χαμηλή θέση στην κλίμακα των ρωσικών προτεραιοτήτων. Άλλωστε τα γεγονότα μιλούν αφ’ εαυτών:
 
Σε σχέση με τη διένεξη περί το όνομα των Σκοπίων,  η Μόσχα έκρινε σκόπιμο, εν μέρει ίσως από αλληλεγγύη προς ένα σλαβικό πληθυσμό, πιθανόν όμως και για να δυσχεράνει την παγίωση μιας δυτικής τάξης πραγμάτων στα Βαλκάνια, να υιοθετήσει μεταξύ των πρώτων τις θέσεις του γειτονικού μας κράτους. Σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι ευρωκοινοτικοί μας εταίροι κατέβαλλαν σύντονες προσπάθειες για να εξευρεθεί μια αμοιβαίως αποδεκτή, και άρα σταθεροποιητική, συμβιβαστική λύση.
 
Κυρίως όμως, η Ρωσία αρνείται να λάβει θέση έναντι των ελληνοτουρκικών διαφορών και προβλημάτων. Επιδίωξή της είναι η παράλληλη συνεργασία με την Αθήνα και την Άγκυρα. Με τον τουρκικό παράγοντα, ωστόσο, να ζυγίζει πολύ βαρύτερα στην πλάστιγγα των ρωσικών αποφάσεων. Για προφανείς βέβαια λόγους. Καθώς η Τουρκία, όχι μόνο αποτελεί πολύ σημαντικότερο οικονομικό και ενεργειακό εταίρο,· αλλά και διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθ’ όλο το μήκος των ρωσικών συνόρων του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Το γεγονός δε ότι μεταξύ των δύο περιφερειακών δυνάμεων και τέως αυτοκρατοριών υφέρπει διαχρονικός ανταγωνισμός αποτελεί πρόσθετο ισχυρό λόγο για αμφότερες τις πλευρές να αποφεύγουν την επιβάρυνση των σχέσεών τους, όταν δεν διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα.  Τόσω μάλλον που για ευνόητους λόγους οι Ρώσοι απεύχονται την επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης – δηλαδή τη συρρίκνωση των διεθνών υδάτων – στο Αιγαίο.
 
Μένει το Κυπριακό. Ως προς το οποίο πράγματι οι ρωσικές θέσεις φάνηκαν συχνά να ευνοούν τα ελληνικά συμφέροντα. Προσοχή όμως. Τα ρωσικά κίνητρα είναι άσχετα με τα συμφέροντα αυτά. Τασσόμενοι υπέρ μιας «ανεξάρτητης και αδέσμευτης» Κύπρου, οι Ρώσοι στοχεύουν στην απομάκρυνση από τη Μεγαλόνησο των δυτικών επιρροών – της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης. Ευνοούν δηλαδή, όχι μόνο την κατάργηση των βρετανικών βάσεων, την αποτροπή ενδεχόμενης κυπριακής ένταξης στο ΝΑΤΟ, και την απόσυρση των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά και την αποξένωση του Κυπριακού Ελληνισμού από τη μητέρα πατρίδα. Την μετατροπή της Κύπρου σε ένα είδος προσκείμενης στη Μόσχα Μάλτας της Ανατολικής Μεσογείου.
 
Σημαίνουν αυτά ότι η συνεργασία με τη Ρωσία αντενδείκνυται; Ασφαλώς όχι. Είναι αντιθέτως χρησιμότατη. Κατ’ εξοχήν στον ενεργειακό τομέα. Και όπου εφικτό και στον γεωπολιτικό. Ενώ προφανής είναι και η σκοπιμότητα της αξιοποίησης της πολιτιστικής συγγένειας που απορρέει από την κοινή ορθόδοξη παράδοση – παρά την κατά τα λοιπά διαχρονική αντιπαλότητα των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως. Τη συνεργασία όμως αυτή οφείλουμε να προωθήσουμε εντός του πλαισίου των συμμαχικών και εταιρικών μας δεσμών και υποχρεώσεων. Ως αναπόσπαστο μέλος του ευρω-ατλαντικού κόσμου. Με την ιδιότητα αυτή – για την απόκτηση της οποίας αγωνιζόμαστε εδώ και δεκαετίες – να αποτελεί την ασφαλέστερη άγκυρά μας εν μέσω των αλλεπάλληλων παγκόσμιων οικονομικών και γεωπολιτικών τρικυμιών.
 
 
 
 


· Κατά την πρόσφατη συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό κ. Ερντογάν στο Σότσι, ο Ρώσος πρωθυπουργός κ. Πούτιν, αφού διαπίστωσε ότι η ρωσο-τουρκική συνεργασία βρίσκεται σε πλήρη άνθιση, επισήμανε ότι η Ρωσία είναι ο υπ’ αριθμόν ένα εμπορικός εταίρος της Τουρκίας και ότι η Τουρκία είναι σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ρωσίας. Βλ. Putin meets Erdogan at Sochi,Hurriyet”, 26-5-2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου