21/5/09

ΟΙ ΜΕΣΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΟΜΠΑΜΑ-ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ

  
Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009 08:53
Η συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ την περασμένη Δευτέρα, 18 Μαΐου, προσείλκυσε, ευλόγως, το ζωηρό ενδιαφέρον των διεθνών παρατηρητών σε σχέση, όχι μόνο με το Παλαιστινιακό, αλλά και με το Ιρανικό – και συνεπώς και με την ευρύτερη μεσανατολική σκηνή.
Μολονότι αγνοούμε τι ακριβώς διημείφθη κατά τις δίωρες, κεκλεισμένων των θυρών, συνομιλίες στον Λευκό Οίκο, από τη συνέντευξη τύπου που επακολούθησε, καθώς και από τα σχόλια καλώς πληροφορημένων δημοσιογράφων, προέκυψε σαφής διάσταση απόψεων και στοχεύσεων μεταξύ των δύο ηγετών, πλην όμως και η εξ ίσου σαφής πρόθεσή τους να “συμφωνήσουν να διαφωνούν”, προκειμένου να αποφευχθούν εκατέρωθεν ανεπιθύμητες εντάσεις στις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις. Ειδικότερα:
Κινούμενος στη γραμμή των προκατόχων του και ιδίως του χρονολογικά τελευταίου κ. Μπους – του πρώτου Αμερικανού προέδρου να υποστηρίξει δημοσία τη “λύση των δύο κρατών” – ο κ. Ομπάμα  ετάχθη υπέρ της δημιουργίας κράτους των Παλαιστινίων παραπλεύρως του Ισραήλ και, με ρητή αναφορά στη Διάσκεψη της Αννάπολης του 2007 και στον “Οδικό Χάρτη” του 2002, τόνισε ότι «για να προχωρήσουμε οι εποικισμοί πρέπει να σταματήσουν». Ο κ. Νετανιάχου, αντιθέτως, απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί σε παλαιστινιακό κράτος, περιοριζόμενος να δηλώσει: «Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε τους Παλαιστινίους. Θέλουμε να ζήσουμε εν ειρήνη και να κυβερνούν εαυτούς, εξαιρουμένων ελάχιστων εξουσιών.» Ως προς δε το μείζον αγκάθι των εποίκων, κατά τις δημόσιες δηλώσεις του αρκέσθηκε στην τήρηση αιδήμονος σιγής. Ενώ κατέβαλε εμφανή προσπάθεια για να αποστρέψει την προσοχή από το Παλαιστινιακό, αναδεικνύοντας σε κυρίαρχη προτεραιότητα την ιρανική πυρηνική απειλή.
Τη σημασία της οποίας ο πρόεδρος Ομπάμα ευθέως αναγνώρισε – χαρακτήρισε «την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, όχι μόνο απειλή κατά του Ισραήλ και απειλή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και άκρως αποσταθεροποιητική της διεθνούς κοινότητας συνολικά [i]  εμμένοντας ωστόσο σε μια προσέγγιση του Ιρανικού που συνδυάζει τις πιέσεις με την προσφορά θετικών κινήτρων.[ii] Και η οποία, σημειωτέον, δεν διαφέρει από εκείνη της δεύτερης προεδρικής θητείας Μπους ειμή μόνον ως προς το επικοινωνιακό της περίβλημα.[iii]

 ***
Οι διαφορές αυτές δεν εκπλήσσουν. Ο πρόεδρος Ομπάμα τοποθετεί το Παλαιστινιακό στο πλαίσιο της ευρύτερης αμερικανικής πολιτικής στον μεσανατολικό χώρο. Το πιθανότερο δε είναι ότι, όπως και οι προκάτοχοί του, επιδιώκει την, έστω και εν απουσία λύσης – ιδιαίτερα δυσεπίτευκτης με δεδομένες και τις εσωτερικές έριδες στο παλαιστινιακό στρατόπεδο – συντήρηση της κινητικότητας περί την ειρηνευτική διαδικασία., προκειμένου να διευκολύνει την ενεργό συμβολή των φιλοδυτικών καθεστώτων της περιοχής στην επίτευξη των κύριων εκεί αμερικανικών στοχεύσεων, που είναι: Η ολοκλήρωση της σταθεροποίησης του Ιράκ. Η αποτροπή της πυρηνικοποίησης και ο έλεγχος των ηγεμονικών φιλοδοξιών του Ιράν. Και – κορυφαία επί του παρόντος προτεραιότητα της Ουάσιγκτον – η πολιτικο-στρατιωτική επικράτηση στο επισφαλές μέτωπο Αφγανιστάν-Πακιστάν.  Με ορισμένους αναλυτές να προβλέπουν ότι ο κ. Ομπάμα θα διασαφηνίσει περαιτέρω την παλαιστινιακή του πολιτική μετά τις συνομιλίες του στην αμερικανική πρωτεύουσα με τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμουντ Αμπας και τον Αιγύπτιο πρόεδρο Χοσνι Μουμπάρακ, στις 26 και 28 Μαΐου αντιστοίχως. Ενώ με συναφές ενδιαφέρον αναμένεται και το μήνυμα που προεξοφλείται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα απευθύνει προς τον μουσουλμανικό κόσμο επωφελούμενος της προγραμματισμένης για την 4η Ιουνίου  ομιλίας του στο Κάιρο.
Ως προς το Ιρανικό, από την άλλη, φυσικό είναι ο κ. Ομπάμα, όπως συνέβη και επί προκατόχων του Μπους και Κλίντον, να εξαντλήσει τις προσπάθειες για την εξεύρεση ειρηνικής διεξόδου από το πυρηνικό αδιέξοδο  – απευχόμενος να βρεθεί στην ανάγκη να αποφασίσει μεταξύ της αποδοχής των πυρηνικών τετελεσμένων και της προσφυγής σε στρατιωτικά μέσα. Καθώς, ναι μεν διατηρεί τη στρατιωτική επιλογή «στο τραπέζι», πλην όμως ασφαλώς έχει συνείδηση των προβλημάτων, ου μην αλλά και των κινδύνων, που η υιοθέτησή της συνεπάγεται.
Από την πλευρά του, ο κ. Νετανιάχου ήρθε στην εξουσία ευαγγελιζόμενος σκληρή γραμμή έναντι των αντιπάλων του Ισραήλ, έχοντας μεταξύ άλλων επικρίνει την κυβέρνηση Όλμερτ για ατολμία κατά την κρίση της Γάζας. Ενώ ο επί των εξωτερικών υπουργός του Αβιγκντορ Λίμπερμαν, αρχηγός του ακραίου εθνικιστικού κόμματος “Γισραελ Μπεϊτεϊνου”, δεν έχει αποκρύψει την αντίθεσή του στη λύση των δύο κρατών και γενικότερα τις αδιάλλακτες θέσεις του έναντι των Αράβων. Και άρα, τουλάχιστον επί του παρόντος, θετική ανταπόκριση της ισραηλινής κυβερνητικής ηγεσίας στις αμερικανικές προτροπές αναφορικά με το Παλαιστινιακό μάλλον δεν πρέπει να αναμένεται. Σε ό,τι δε αφορά στο Ιρανικό, επόμενο είναι η στάση της Ουάσιγκτον να προβληματίζει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό – ο οποίος, εκφράζοντας ως προς τούτο τη μεγάλη πλειοψηφία των συμπατριωτών του, καταγγέλλει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ως θανάσιμη απειλή κατά της χώρας του.
 ***
Ωστόσο, για το Ισραήλ η στήριξη της υπερδύναμης είναι μεσοπρόθεσμα ζήτημα επιβίωσης. Και συνεπώς είναι απίθανο ο κ. Νετανιάχου να τραβήξει το σκοινί – να ωθήσει τις όποιες διαφορές του με την αμερικανική ηγεσία σε σημείο ανοικτής αντιπαράθεσης. Ενώ η αντίληψη ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε στρατιωτικό πλήγμα κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων παρά την αντίθεση της Ουάσιγκτον είναι μάλλον εξωπραγματική – έστω και αν οι ίδιοι Αμερικανοί δείχνουν να ανησυχούν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όπως προκύπτει και από τις αποτρεπτικές πιέσεις που, σύμφωνα με έγκυρους παρατηρητές, ασκούν εκάστοτε επί των Ισραηλινών. Το τίμημα μιας τέτοιας μονομερούς ενέργειας είναι για το εβραϊκό κράτος απαγορευτικό. Και, άλλωστε, δεν στερείται σημασίας το ότι, στον ανομοιογενή ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό, του υπουργείου άμυνας προΐσταται ο μετριοπαθής αρχηγός του Εργατικού Κόμματος Εχουντ Μπαρακ. (Ο οποίος, αξίζει να σημειωθεί, τον Ιούλιο 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ και τον Ιανουάριο 2001 στην Τάμπα, προέβη ως πρωθυπουργός στις πλέον γενναιόδωρες μέχρι σήμερα προτάσεις ισραηλινής κυβέρνησης προς τους Παλαιστινίους.)
 
Κατά τα λοιπά, ο πρόεδρος Ομπάμα έχει και αυτός ισχυρούς λόγους να επιθυμεί να αποφύγει τη ρήξη με τον ισραηλινό προστατευόμενο. Και όχι μόνο εσωτερικούς κομματικούς. Το Ισραήλ παραμένει ο κύριος και ασφαλέστερος στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο – και επομένως αναμενόμενο είναι ο εκάστοτε ένοικος του Λευκού Οίκου να μεριμνά για τη διατήρηση των αμερικανο-ισραηλινών δεσμών κατά το δυνατόν αλώβητων.

 ***
Κινητικότητα, επομένως, εν όψει, τόσο ως προς το Παλαιστινιακό, όσο και ως προς το Ιρανικό. Με τη λύση του πρώτου πιθανότατα να χρονίζει. Και με τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη να διέρχονται μια δύσκολη, πολύμηνη διερευνητική φάση, η έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί σε καθοριστικό βαθμό από τις προθέσεις και ενέργειες της ηγεσίας του Ιράν, τη θρησκευτική, αλλά και τη στενότερα πολιτική – όπως η τελευταία αυτή, ειδικότερα, θα διαμορφωθεί υπό το φως των αποτελεσμάτων των ιρανικών προεδρικών εκλογών του επόμενου μηνός.[iv]
 


[i] Βλ. το κείμενο της συνέντευξης τύπου των δύο ηγετών στο διαδικτυακό φύλλο της 18ης Μαΐου 2009 της αγγλόφωνης ισραηλινής εφημερίδας “Jerusalem Post”.
[ii] Ο κ. Ομπάμα κατέστησε πάντως σαφές ότι «δεν πρόκειται να συνεχίσουμε τις συνομιλίες [με το Ιράν] επ’ άπειρον», διευκρινίζοντας ότι «χωρίς να θέτουμε τεχνητές διορίες» «έως το τέλος του έτους, νομίζω ότι θα έχουμε μια ιδέα ως προς το αν οι συνομιλίες αυτές θα έχουν αρχίσει να παρέχουν σημαντικά κέρδη – αν θα έχουμε αρχίσει να βλέπουμε σοβαρή αλλαγή στάσης [movement] από την πλευρά των Ιρανών». Βλ. κείμενο συνέντευξης τύπου στην “Jerusalem Post”.
[iii] Σύμφωνα με τον γνωστό αναλυτή George Friedman, «ιδίως στην αρένα της εξωτερικής πολιτικής, ο Ομπάμα έχει με συνέπεια ενεργήσει προσεκτικά. Μέγα μέρος της εξωτερικής του πολιτικής απορρέει από την κυβέρνηση Μπους. Στην εξωτερική πολιτική δεν έχει πραγματοποιήσει μείζονες ρήξεις πέραν των ρητορικών. Η πολιτική του έναντι του  Ιράκ, του Αφγανιστάν, του Ιράν, της Ρωσίας και της Ευρώπης είναι ουσιαστικά προέκταση της προηγούμενης πολιτικής.» Βλ. An Israeli Prime Minister Comes to Washington Again, “STRATFOR”, 18-5-2009.
[iv] Ενδιαφέρον εν προκειμένω παρουσιάζει και η ακόλουθη δήλωση στην οποία ο πρόεδρος Ομπάμα προέβη κατά την προμνημονευθείσα συνέντευξη τύπου: «Αναμένω ότι θα μπορέσουμε να αρχίσουμε τις συνομιλίες...λίγο μετά τις ιρανικές εκλογές». Βλ. κείμενο συνέντευξης στην “Jerusalem Post”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου