7/4/09

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ κ. ΟΜΠΑΜΑ

  
Τρίτη, 07 Απριλίου 2009 15:27

Εκ πρώτης όψεως, η τελευταία εβδομάδα αποτελεί ιστορικό σταθμό στα διεθνή πράγματα.  Ένας χαρισματικός Αμερικανός πρόεδρος, αξιοποιώντας την ασυνήθως ευρεία προσωπική του δημοτικότητα και την υποβόσκουσα, δίκην ενός ιδιόμορφου οιδιπόδειου συμπλέγματος, νοσταλγία, στον ευρωπαϊκό ιδίως χώρο, για την, κατά τα λοιπά πολλαπλώς αμφισβητηθείσα, αμερικανική ηγετική παρουσία, κατόρθωσε, δια μέσου αλλεπάλληλων πολυμερών και διμερών συναντήσεων να δημιουργήσει την αίσθηση μιας ριζικής, επί το συναινετικότερο, αναμόρφωσης της διεθνούς σκηνής. Προσεκτικότερη, ωστόσο, εξέταση των γεγονότων μετριάζει σημαντικά τις αισιόδοξες αυτές εκτιμήσεις και την ευφορία στην οποία έδωσαν λαβή. 
 
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η σύνοδος στο Λονδίνο των είκοσι οικονομικά σημαντικότερων κρατών προήλθε πράγματι σε ορισμένες χρησιμότατες αποφάσεις – μεταξύ άλλων, διαθέτοντας πρόσθετους πόρους στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και λαμβάνοντας μέτρα για τον έλεγχο των «φορολογικών παραδείσων». Απέτυχε, όμως, να θέσει τέρμα στη βασική διάσταση απόψεων και – κυρίως – πρακτικής μεταξύ των Αγγλοαμερικανών υπερμάχων των αυξημένων χρηματοδοτικών πακέτων για την τόνωση της ρευστότητας και των πολύ πιο συγκρατημένων εν προκειμένω Γερμανών, Γάλλων και άλλων ηπειρωτικών Ευρωπαίων, ου μην αλλά και Κινέζων. Ενώ, εις πείσμα των περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεων των κ. κ. Μπράουν, Σαρκοζί και άλλων – προοριζόμενων κυρίως για εσωτερική εκλογική κατανάλωση – τα περί «νέας τάξης» στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα παρέμειναν ανεκπλήρωτα.
 
Βέβαια, η αναβάθμιση των G20 – όλα δείχνουν ότι θα υποκαταστήσουν τους G8 στον ρόλο του πολιτικού πηδαλιούχου της παγκόσμιας οικονομίας – έφερε στο διεθνοπολιτικό προσκήνιο εκκολαπτόμενους οικονομικούς κολοσσούς, όπως η Κίνα και η Ινδία, και συνεπώς αποτελεί από μόνη της αξιοσημείωτη εξέλιξη. Παρά ταύτα, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες – η δεσπόζουσα πάντοτε, δύναμη οικονομικώς και όχι μόνο, όπως επανειλημμένως μας υπενθύμισε και ο κ. Ομπάμα, – ουδόλως φάνηκαν διατεθειμένες να απεκδυθούν την καθοριστική επιρροή τους στους διεθνείς χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι ακόμη και η κατ’ αρχήν συμφωνηθείσα αναδιοργάνωση του ΔΝΤ, προκειμένου ο διεθνής αυτός χρηματοπιστωτικός οργανισμός να αντανακλά πιστότερα τις νέες παγκόσμιες οικονομικές πραγματικότητες, παραμένει μελλοντικό ζητούμενο. Ενώ κάποιες δειλές κινεζικές νύξεις για αντικατάσταση του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος έπεσαν στο κενό.
 
***
 
Και στην περίπτωση όμως της πανηγυρικής συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στο Στρασβούργο-Κελ, με δυσκολία η συναινετική ατμόσφαιρα απέκρυψε τις υφέρπουσες ενδοσυμμαχικές διαφορές. Είναι γεγονός ότι, προεξάρχοντος του κ. Ομπάμα, οι συμμετασχόντες στην εκδήλωση αυτή επί τη εξηκοστή επετείω της σύστασης της Ατλαντικής Συμμαχίας κατέβαλαν φιλότιμη προσπάθεια για να παρουσιάσουν προς τα έξω ενιαίο μέτωπο: Ολοκλήρωσαν την ένταξη της Αλβανίας και της Κροατίας, αφήνοντας ανοικτή την πόρτα και για την είσοδο της ΠΓΔΜ «ευθύς ως εξευρεθεί μια αμοιβαίως αποδεκτή λύση για το ζήτημα του ονόματος στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών». Χαιρέτισαν την επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας. Εξήραν «τη σημασία μιας ισχυρότερης και ικανότερης ευρωπαϊκής άμυνας» για την αντιμετώπιση «κοινών προκλήσεων ασφαλείας». (Με την παρατεινόμενη θεσμική και οικονομική κρίση και τη στρατιωτική αδυναμία της ΕΕ να καθιστούν τις τυχόν αμερικανικές ανησυχίες για την ανάδυση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ενός ισχυρού, αυτοδύναμου πόλου άνευ αντικειμένου – και συνακόλουθα τις εκδηλώσεις ευρωφιλίας της Ουάσιγκτον ανώδυνες.)  Δέκα δε χρόνια μετά την υιοθέτηση του ισχύοντος νατοϊκού στρατηγικού δόγματος από την Σύνοδο της πεντηκονταετίας στην Ουάσιγκτον, αποφασίσθηκε η επεξεργασία μιας «νέας Στρατηγικής Αντίληψης – ενός κειμένου που θα καθορίσει τον ρόλο του ΝΑΤΟ στο νέο περιβάλλον ασφάλειας του 21ου αιώνα». (Βλ. σχετικώς τη Διακήρυξη της Συνόδου στον δικτυακό τόπο του ΝΑΤΟ.).
 
Ως προς δύο, όμως, μείζονος σημασίας θέματα η φαινομενική ομοφωνία των νατοϊκών ηγετών υποκρύπτει εδραίες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις. Εν πρώτοις, η προωθούμενη από την Ουάσιγκτον ρωσο-νατοϊκή επαναπροσέγγιση, έγινε μεν εκθύμως δεκτή από τους Γερμανούς και αρκετούς άλλους – των οποίων, άλλωστε, οι σχετικές στοχεύσεις και προθέσεις κατά πάσαν βεβαιότητα υπερακοντίζουν κατά πολύ τις αμερικανικές – συναντά, όμως, τις επίμονες, αν και όχι δυσεξήγητες, επιφυλάξεις πολλών από τα πρώην κομουνιστικοκρατούμενα κράτη-μέλη. Από την άλλη δε, μολονότι η νέα αφγανική στρατηγική των ΗΠΑ εγκρίθηκε ομοφώνως από τους συμμάχους ηγέτες, οι περισσότεροι από τους τελευταίους αυτούς απέφυγαν να ανταποκριθούν στην έκκληση του προέδρου Ομπάμα για μια ενεργότερη συμμετοχή των χωρών τους στο καθαυτό πολεμικό εγχείρημα και περιόρισαν την εθνική συμβολή τους στην αστυνόμευση των σχετικά ασφαλών περιοχών του Αφγανιστάν, και στην εκπαίδευση των δυνάμεων ασφαλείας και την ανάπτυξη των ειρηνικών υποδομών της χώρας – αφήνοντας έτσι τους Αμερικανούς και, σε μικρότερο βαθμό, τους Βρετανούς, τους Καναδούς και τους Ολλανδούς, καθώς και τους μη νατοϊκούς Αυστραλούς, να φέρουν το κύριο βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Έστω και αν ο κ. Ομπάμα, στην προσπάθειά του να διασφαλίσει την εικόνα της υπό αμερικανική αιγίδα δυτικής ενότητας και κάνοντας τρόπον τινά την ανάγκη φιλοτιμία εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη συμμαχική ανταπόκριση.
 
***
 
Ερχόμενη μετά τις οπωσδήποτε σημαντικές αυτές διαβουλεύσεις στους κόλπους των G20 και του ΝΑΤΟ, η σύντομη και μάλλον συμβολικού χαρακτήρα συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τους 27 Ευρωκοινοτικούς στην Πράγα λειτούργησε ως αντικλίμακα. Με μόνη ίσως αξιομνημόνευτη συναφή εξέλιξη τη θερμή συνηγορία του κ. Ομπάμα υπέρ της τουρκικής κοινοτικής υποψηφιότητας – και την κατηγορηματική απάντηση του κ. Σαρκοζί ότι το ζήτημα ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών εταίρων.
 
Τουλάχιστον, όμως, εξ ίσου αξιοσημείωτες με τις πολυμερείς  επαφές του Αμερικανού προέδρου είναι οι διμερείς συναντήσεις του με τους ομολόγους του της Ρωσίας και της Κίνας – δηλαδή με τους ηγέτες δύο μεγάλων μη δυτικών δυνάμεων, που αναμένεται να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα παγκόσμια πράγματα κατά τις προσεχείς δεκαετίες.
 
Κατά τις συνομιλίες του με τον πρόεδρο Μεντβέντεβ, ο κ. Ομπάμα, επεδίωξε να προσδώσει μια πιο συγκεκριμένη μορφή στις επαγγελίες του περί «επανέναρξης» των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων, δρομολογώντας διαπραγματεύσεις για την αμοιβαία μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων και επιζητώντας τη συνεργασία του Κρεμλίνου για την αντιμετώπιση προκλήσεων, όπως η τρομοκρατία, το Ιρανικό, το Αφγανικό και το Βορειοκορεατικό, ως προς τις οποίες η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι τα ρωσικά συμφέροντα συμπίπτουν εν πολλοίς με τα δυτικά. Όπως, όμως, προκύπτει και από την προμνημονευθείσα ατλαντική Διακήρυξη, τα αγκάθια στις ρωσο-αμερικανικές και γενικότερα στις ρωσο-νατοϊκές σχέσεις – αντιπυραυλική ασπίδα, προς Ανατολάς διεύρυνση της Συμμαχίας, Γεωργιανό, κατά κύριο λόγο – δεν έχουν αρθεί. Και συνεπώς, παρά τις όποιες εκατέρωθεν θετικές διαθέσεις – οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης τείνουν, ενδεχομένως, να καταστήσουν και τους Ρώσους διαλλακτικότερους – το μέλλον των σχέσεων αυτών παραμένει αβέβαιο.
 
Η συνάντηση Ομπάμα-Χου, από την άλλη, πραγματοποιήθηκε κυρίως στον αστερισμό της οικονομίας. Κατά τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» του Λονδίνου «σε ένα διευρυνόμενο φάσμα οικονομικών ζητημάτων, λίγα μπορούν να συμβούν χωρίς συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας.» Ενώ ο αρθογράφος της βρετανικής «Γκάρντιαν» Timothy Garton Ash εκτιμά ότι «η 2α Απριλίου [ημερομηνία συνόδου των G20] ενδέχεται να καταγραφεί ως η ημέρα κατά την οποία, μέσω της καταλυτικής επίδρασης  της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η Κίνα αναδύθηκε οριστικά ως μεγάλη δύναμη του 21ουυ αιώνα». Φυσικό επομένως ήταν οι δύο πρόεδροι – τις χώρες των οποίων, μάλιστα συνδέουν πλέον δεσμοί στενής εμπορικής και δημοσιονομικής αλληλεξάρτησης –να επικεντρώσουν τις συνομιλίες τους στους τρόπους αναζωογόνησης της παγκόσμιας οικονομίας, συγκροτώντας και μόνιμο μηχανισμό «Στρατηγικού οικονομικού διαλόγου». Χωρίς, ωστόσο, αυτά να σημαίνουν υποβάθμιση της σινοαμερικανικής διεθνοπολιτικής συνεργασίας – επί του παρόντος αναπτυσσόμενης κατά κύριο λόγο σε σχέση με τις πυρηνικές δραστηριότητες της Βόρειας Κορέας – αλλά, ούτε και την άμβλυνση, ασφαλώς, των αμερικανικών ανησυχιών για τις αύξουσες κινεζικές στρατιωτικές παρασκευές και για τις προθέσεις του Πεκίνου του έναντι των γειτόνων του και πρωτίστως της Ταϊβάν.
 
***
 
Συμπερασματικώς: Σε τελευταία ανάλυση, η συνεχιζόμενη «ομπαμανία» αποδεικνύεται παράγοντας επιβεβαίωσης του ηγετικού ρόλου των ΗΠΑ στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Mε αρκετά μέλη της «διεθνούς κοινότητας» και ιδίως πολλούς Ευρωπαίους να αναζητούν αξιοπρεπή τρόπο εγκατάλειψης ενός αδιέξοδου αντιαμερικανισμού – και με τη χαρισματική προσωπικότητα και τον διπλωματικό ρεαλισμό του κ. Ομπάμα να διευκολύνουν τη σχετική μεταστροφή. Τουλάχιστον επί του παρόντος. Διότι τα δύσκολα είναι ακόμη μπροστά. Καθώς, η μεν οικονομική κρίση συνεχίζεται ακάθεκτη, οι δε γεωπολιτικές πραγματικότητες παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου