27/4/09

ΤΟ ΝΑΤΟ ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

  
Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009 10:02
nato60.png
Ο θόρυβος που περιέβαλε τη σύνοδο των G20, καθώς και την επίσκεψή του Αμερικανού προέδρου στην Πράγα και, κυρίως, στην Άγκυρα, επεσκίασε επικοινωνιακά την πανηγυρική Σύνοδο Κορυφής της 3ης και 4ης Απριλίου, με την οποία η Ατλαντική Συμμαχία εόρτασε την εξηκονταετία από την ίδρυσή της. Ωστόσο, χωρίς να αποτελεί σταθμό, η νατοϊκή αυτή σύνοδος δεν στερείται σημασίας και δη πολλαπλής. [i]

 
Πέραν της εκλογής του Δανού πρωθυπουργού κ. Αντερς Φογκ Ράσμουσεν ως νέου Γενικού Γραμματέα – αρκετά επεισοδιακής λόγω τουρκικών αντιδράσεων, που τελικά εκάμφθησαν έναντι ανταλλαγμάτων – η προσοχή των νατοϊκών ηγετών επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο, όπως προκύπτει και από την εκδοθείσα μετά το πέρας των εργασιών της συνόδου «Διακήρυξη για την Ασφάλεια της Συμμαχίας»: στο αφγανικό εγχείρημα, στις ρωσο-νατοϊκές σχέσεις και τα συναφή θέματα της διεύρυνσης και της αντιπυραυλικής άμυνας και στην αναθεώρηση του συμμαχικού δόγματος υπό το φως των νέων διεθνών προκλήσεων. [ii] Ειδικότερα:
 
***
 
Η στρατηγική του Αμερικανού προέδρου για το Αφγανιστάν και το, κατά την έκφρασή του, «άρρηκτα συνδεδεμένο» με αυτό Πακιστάν,[iii] θέτει ως κεντρικό στόχο την οριστική εξουδετέρωση της Αλ Κάιντα και σταθεροποίηση του αφγανικού καθεστώτος – με τον κ. Ομπάμα, πάντως, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, να αποφεύγει να αναφερθεί στη δημιουργία «ανθούσης δημοκρατίας» κ.τ.τ. Ως μέσα δε, προβλέπει: Την αύξηση της νατοϊκής στρατιωτικής παρουσίας στο Αφγανιστάν. Την αριθμητική και ποιοτική ενίσχυση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας. Την απομόνωση των ακραίων τρομοκρατικών στοιχείων στην αφγανική επικράτεια, δια του προσεταιρισμού των μετριοπαθέστερων κατά το επιτυχές προηγούμενο του Ιράκ. Την ενεργό υποστήριξη των Πακιστανών στην προσπάθειά τους να καταπολεμήσουν την τρομοκρατία εντός των συνόρων τους και ειδικότερα να εξαλείψουν τα ορμητήρια των Ταλιμπάν επί των αφγανο-πακιστανικών συνόρων. Και τη συμβολή των νατοϊκών συμμάχων στη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και στις δύο χώρες.
 
Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, ο κ. Ομπάμα, έχει ήδη ανακοινώσει την προσεχή αποστολή στο Αφγανιστάν 21,000 πρόσθετων ανδρών – ανεβάζοντας έτσι την εκεί αμερικανική δύναμη στις 60,000, ήτοι στο διπλάσιο της συνολικής στρατιωτικής παρουσίας των λοιπών νατοϊκών. Επωφελήθηκε δε της συνόδου κορυφής για να ζητήσει από τα ευρωπαϊκά μέλη της Συμμαχίας να αυξήσουν τη στρατιωτική συμβολή τους – τονίζοντας ότι «πρόκειται για κοινό πρόβλημα που απαιτεί κοινή προσπάθεια» και ότι «είναι πιθανότερο η Αλ Κάιντα να είναι σε θέση να εξαπολύσει σοβαρή τρομοκρατική επίθεση κατά της Ευρώπης παρά κατά των Ηνωμένων Πολιτειών». Μολονότι όμως προθύμως προσυπέγραψαν το σκεπτικό του Αμερικανού προέδρου, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι κώφευσαν ουσιαστικά στην έκκλησή του για πρόσθετη στρατιωτική προσπάθεια – αναιμική εξαίρεση, μέχρι στιγμής, η διάθεση από τους Βρετανούς μερικών εκατοντάδων στρατιωτών και από τους Βέλγους και Ισπανούς ολίγων δεκάδων εκπαιδευτών [iv] – περιοριζόμενοι, ως επί το πολύ, στην προσφορά μη στρατιωτικής βοήθειας. Με επακόλουθο, οι μεν Αμερικανοί να είναι αναγκασμένοι να επωμισθούν σχεδόν εξ ολοκλήρου το κύριο πολεμικό βάρος, το δε αφγανικό να αναδεικνύεται σε λυδία λίθο της συνοχής και αποτελεσματικότητας της Ατλαντικής Συμμαχίας, αλλά και των προσανατολισμών της στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.
 
***
 
Ένα δεύτερο, μείζον ζήτημα που απασχόλησε τη Σύνοδο της Εξηκονταετίας είναι η πολιτική του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ήδη τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Μπάιντεν, εκφράζοντας τη γραμμή του νέου ενοίκου του Λευκού Οίκου, προέβαλε την ανάγκη για ένα νέο ξεκίνημα στις ρωσο-νατοϊκές σχέσεις.[v] Και πράγματι, οι σύμμαχοι ηγέτες αποφάσισαν την επανάληψη των εργασιών του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας, τις οποίες η νατοϊκή πλευρά είχε αναστείλει τον περασμένο Αύγουστο σε ένδειξη δυσαρέσκειας για τις ενέργειες της Μόσχας στη Γεωργία.[vi] Ενώ στη Διακήρυξη για την Ασφάλεια της Συμμαχίας διαβεβαιώνουν: «Είμεθα έτοιμοι να εργασθούμε με τη Ρωσία για να αντεπεξέλθουμε στις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.»  Ωστόσο, όπως ευθαρσώς διαπίστωσε ο Γενικός Γραμματέας Γιαπ ντε Χοοπ Σχέφφερ: «Δεν είναι μυστικό ότι, προκειμένου για τη Ρωσία, στο ΝΑΤΟ υφίσταται ευρύ φάσμα απόψεων. Αν δεν περιορίσουμε την έκτασή του, θα είναι δύσκολο να διαπραγματευθούμε με τη Ρωσία αποτελεσματικά[vii]
 
Πρόκειται κυρίως για απόκλιση εκτιμήσεων και επιλογών μεταξύ της «παλαιάς» και της «νέας» Ευρώπης, με τις ΗΠΑ να καταλαμβάνουν θέση ενδιάμεση. Καθώς τα πρώην κομμουνιστικοκρατούμενα κράτη-μέλη διακατέχονται από εύλογη καχυποψία έναντι της Μόσχας, η οποία όμως ενίοτε πλησιάζει τη ρωσοφοβία. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλοι παλαιοί σύμμαχοι δίνουν, αντιθέτως, προτεραιότητα στην προσέγγιση με τη Ρωσία, για λόγους τόσο ενεργειακούς όσο και γεωπολιτικούς. Ενώ οι Αμερικανοί, ακολουθούμενοι και από τους κατ’ αρχήν επιφυλακτικούς εν προκειμένω Βρετανούς, δείχνουν, υπό τον νέο πρόεδρό τους, να επιδιώκουν τη γεφύρωση των διαφορών και τη συνεργασία με τη Μόσχα σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως το αφγανικό, το ιρανικό, η τρομοκρατία και τα πυρηνικά. Αν και, στο σημείο αυτό, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι, κατά καιρούς, και ο πρόεδρος Μπους, παρά τις αντιδράσεις μέρους του πολιτικού και γραφειοκρατικού του περιβάλλοντος, είχε καταβάλει επίμονες προσπάθειες προς την ίδια αυτή κατεύθυνση – μεταξύ άλλων κατά τη συνάντησή του, αμέσως μετά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου, με τον τότε πρόεδρο Πούτιν στο Σότσι.
 
Στο δρόμο, ωστόσο, της εξομάλυνσης των ρωσο-νατοϊκών σχέσεων εξακολουθούν να ορθώνονται σοβαρά προσκόμματα. Και, πρώτα-πρώτα, η προοπτική της προς Ανατολάς διεύρυνσης της Συμμαχίας. Με την πρόσφατη σύνοδο κορυφής να επαναλαμβάνει την αρχή των ανοικτών θυρών που είχε διακηρυχθεί στο Βουκουρέστι – απορρίπτοντας εμμέσως τη ρωσική διεκδίκηση «ζώνης επιρροής».[viii] Και να αφήνει έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο – κόκκινο πανί για τη Μόσχα – της ένταξης στο ΝΑΤΟ της Γεωργίας και τη Ουκρανίας. Έστω και αν, όπως όλα δείχνουν, το πιθανότερο είναι η διεύρυνση αυτή να αναβληθεί επ’ αόριστον. Όχι μόνο λόγω της ρωσικής αντίθεσης, αλλά και διότι καμία από τις δύο υπό συζήτηση χώρες δεν πληροί τις νατοϊκές ενταξιακές προϋποθέσεις, ενώ σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην Ουκρανία, η πλειοψηφία ίσως του τοπικού πληθυσμού αντιτίθεται στην ένταξη. (Συναφής εξέλιξη ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της συνόδου υπήρξε και η ολοκλήρωση της ένταξης της Κροατίας και της Αλβανίας. Ως προς την ΠΓΔΜ εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση του Βουκουρεστίου ότι θα προσκληθεί να ενταχθεί «ευθύς ως επιτευχθεί αμοιβαίως αποδεκτή λύση του ζητήματος της ονομασίας»).
 
Ακόμη πολυπλοκότερη, όμως, είναι η εικόνα προκειμένου για το άλλο σοβαρό εμπόδιο στη ρωσο-νατοϊκή προσέγγιση: την απόφαση της Συμμαχίας να προχωρήσει στην εγκατάσταση στοιχείων του αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και Πολωνία.[ix] Το κεντροανατολικό ευρωπαϊκό αυτό σκέλος της αντιπυραυλικής ασπίδας είχε αρχήθεν αντιμετωπισθεί από τη Μόσχα ως απειλή κατά του πυρηνικού της αποτρεπτικού, αλλά και ως γεωπολιτική πρόκληση στο «εγγύς εξωτερικό» της.[x]  Η Ουάσιγκτον, αντιθέτως, ήδη από την περίοδο Μπους, το έχει συνδέσει, σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, με την ιρανική πυρηνική απειλή. [xi] Και στην ίδια αυτή γραμμή δείχνει να κινείται και η σημερινή αμερικανική ηγεσία. [xii] Δεδομένων δε των λίαν αβέβαιων προοπτικών της προσπάθειας της κυβέρνησης Ομπάμα να εξασφαλίσει την εγκατάλειψη των ιρανικών πυρηνικών φιλοδοξιών στο πλαίσιο ενός ευρύτερου γεωπολιτικού διακανονισμού με την Τεχεράνη, η αντιπυραυλική άμυνα θα εξακολουθήσει κατά πάσαν πιθανότητα να ταλανίζει επί αρκετό ακόμη διάστημα τις ρωσο-δυτικές σχέσεις.
 
Ας προστεθεί, πάντως, ότι, αποσκοπώντας στη βελτίωση του κλίματος των σχέσεων αυτών, ο κ. Ομπάμα εγκαινίασε με τον Ρώσο ομόλογό του, κατά τη συνάντησή τους στο Λονδίνο την 1η Απριλίου, μια πολλά υποσχόμενη διμερή διαπραγμάτευση για τον έλεγχο των πυρηνικών – αμεσότερη στόχευση της οποίας είναι η αντικατάσταση της γνωστής με το αρκτικόλεξο START αμερικανο-ρωσικής Συνθήκης Μείωσης και Περιορισμού Επιθετικών Στρατηγικών Όπλων του 1991.[xiii] 
 
***
 
Εν δυνάμει σημαντική, τέλος, είναι η απόφαση της Συνόδου Κορυφής να δρομολογηθεί η αναθεώρηση της ισχύουσας νατοϊκής «στρατηγικής αντίληψης» – υιοθετήθηκε προ δεκαετίας στην Ουάσιγκτον από τη Σύνοδο της Πεντηκονταετίας – με κεντρικό, ουσιαστικώς, ζητούμενο τον προσδιορισμό του ρόλου της Ατλαντικής Συμμαχίας στο νέο διεθνές περιβάλλον.
 
Αντίθετα προς τις προβλέψεις πολλών, η Συμμαχία, όχι μόνο επέζησε της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, αλλά και έχει ενισχυθεί χάρις στην έκτοτε διεύρυνσή της, αλλά και στην επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό της σκέλος. Με την επιστροφή αυτή, που χαιρετίσθηκε με ιδιαίτερη ικανοποίηση από τους συμμάχους ηγέτες κατά την πρόσφατη σύνοδό τους, να σηματοδοτεί κατ’ ουσίαν την επιβεβαίωση της επικράτησης του ΝΑΤΟ ως κύριου φορέα της δυτικής άμυνας και ασφάλειας έναντι των μάλλον απογοητευτικών συναφών προσπαθειών της ΕΕ. Η αναγνώριση στη Διακήρυξη «της σημασίας μιας ισχυρότερης και αποτελεσματικότερης ευρωπαϊκής άμυνας» προσέφερε κυρίως φύλλο συκής στον κ. Σαρκοζί για να προβεί στην πολιτικώς δύσκολη απόφαση της επανένταξης της χώρας του στο στρατιωτικό ΝΑΤΟ – και ασφαλώς δεν αναιρεί τις καίριες αδυναμίες της «στρατιωτικής Ευρώπης», η οποία, όπως όλα δείχνουν, θα λειτουργούν εφεξής ως επικουρικό συμπλήρωμα των νατοϊκών εγχειρημάτων.)
 
Η αποφασισθείσα από τους νατοϊκούς ηγέτες αναθεώρηση καλείται τώρα να διευκρινίσει ζητήματα στενώς συνυφασμένα με τον νέο ρόλο της Ατλαντικής Συμμαχίας, τα οποία, είτε παρέμειναν «δημιουργικώς» – ήτοι σκοπίμως – ασαφή το 1999, είτε προέκυψαν έκτοτε.  Κυριότερο μεταξύ των οποίων ίσως είναι η αναζήτηση της χρυσής τομής μεταξύ της άμυνας του συμβατικού νατοϊκού χώρου και της δραστηριοποίησης του ΝΑΤΟ εκτός του χώρου αυτού και ιδίως εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου.
 
Μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και συνακόλουθα, κατά την κρατούσα τότε άποψη τουλάχιστον, και της εξ Ανατολών απειλής, η συλλογική συμμαχική άμυνα φάνηκε να περιέρχεται σε δεύτερη μοίρα, αν όχι και να περιπίπτει σε αχρησία. Καθώς, στην πράξη, η προσοχή των κρατών-μελών εστράφη σχεδόν εξ ολοκλήρου προς την αντιμετώπιση της διαπιστούμενης ή διαφαινόμενης αστάθειας στην «περιφέρεια της Συμμαχίας», κατά την ορολογία της Στρατηγικής Αντίληψης του 1999.
 
Ωστόσο οι πρώην κομμουνιστικοκρατούμενες χώρες που έκτοτε έγιναν δεκτές στο ΝΑΤΟ δεν αποκρύπτουν ότι θεωρούν την άμυνα της εθνικής τους επικράτειας έναντι της εικαζόμενης ρωσικής απειλής ως υψίστη προτεραιότητά τους και το άρθρο 5 του Ατλαντικού Συμφώνου ως το κυρίαρχο κίνητρο για την επιδίωξη της ένταξής τους. Από την άλλη δε, ενώ σημειώνεται ευρεία συναίνεση για τη διεξαγωγή «σταθεροποιητικών» και «ειρηνευτικών» στρατιωτικών επιχειρήσεων επί της ευρωπαϊκής ηπείρου – χαρακτηριστικά, η Σύνοδος της Ουάσιγκτον συνέπεσε χρονικά με την επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας – οι απόψεις εξακολουθούν να διίστανται προκειμένου για επεμβάσεις εκτός αυτής. Με τους Αγγλοαμερικανούς να επιδιώκουν την «παγκοσμιοποίηση» των συμμαχικών στόχων και επεμβάσεων.[xiv] Ενώ οι μεγάλες ηπειρωτικές νατοϊκές χώρες, μολονότι έχουν κατ’αρχήν αποδεχθεί την άρση του γεωγραφικού αυτοπεριορισμού του ΝΑΤΟ,[xv]  τείνουν να θεωρήσουν το εν εξελίξει συμμαχικό εγχείρημα  στο Αφγανιστάν – προς το οποίο άλλωστε, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, περιορισμένη μόνο υποστήριξη παρέχουν – ως την εξαίρεση, όχι τον κανόνα, σε σχέση με τους μελλοντικούς προσανατολισμούς της Συμμαχίας. Την οποία εκλαμβάνουν κατ’ αποκλειστικό σχεδόν λόγο ως πλαίσιο σταθεροποίησης, συνεργασίας και συλλογικής ασφάλειας του ευρωατλαντικού κόσμου. Πρόκειται για διαφοροποιήσεις που αναπόφευκτα θα δυσχεράνουν τη διατύπωση ενός ανανεωμένου νατοϊκού δόγματος..


[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το τεύχος Μαρτίου-Απριλίου του περιοδικού «Εθνικές Επάλξεις», διμηνιαίας έκδοσης του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης.
[ii] Βλ. NATO: official text of the Declaration on Alliance Security, διαδυκτιακός τόπος NATO.
[iii] Τη στρατηγική αυτή εξήγγειλε ο κ. Ομπάμα, στην Ουάσιγκτον πριν από τη Σύνοδο Κορυφής. Βλ. το σχετικό κείμενο  στην “Wall Street Journal” της 27ης Μαρτίου 2009, υπό τον τίτλο Obama Announces New Strategy for Afghanistan and Pakistan.
[iv] Βλ. Barack Obama fails to win Nato troops he wants for Afghanistan, “The Times”, 4-4-2009.
[v] Η ακριβής έκφραση που χρησιμοποίησε ο κ. Μπάιντεν – και η οποία καθιερώθηκε έκτοτε ως συνθηματική της νέας προσέγγισης – είναι: «It is time to press the reset button».  Βλ. Joseph R. Biden Speech at the 45th Munich Security Conference, στον δικτυακό τόπο http://www.securityconference.de/konferenzen/rede.php?menu_2009.
[vi] Ουσιαστικά πρόκειται για επιβεβαίωση απόφασης ήδη  ληφθείσης στις 2-3 Δεκεμβρίου – ήτοι πριν από την αμερικανική προεδρική αλλαγή – από τους υπουργούς εξωτερικών της Συμμαχίας και επαναληφθείσης από το ίδιο νατοϊκό θεσμικό όργανο την 5η Μαρτίου. Βλ. σχετικώς τον δικτυακό τόπο της Ατλαντικής Συμμαχίας και για μια αναλυτικότερη παρουσίαση του όλου θέματος NATOs 60th Birthday, IISS Strategic Comments, vol. 15, issue 2.
[vii] Βλ. Steven Erlanger, NATO Struggles With Conflicting Views on Russia, “International Herald Tribune”, 10-4-2009.
[viii] Τη διεκδίκηση αυτή ήγειρε απερίφραστα την επαύριον της ρωσο-γεωργιανής σύρραξης, ο πρόεδρος Μεντβέντεβ δηλώνοντας: «Η Ρωσία, όπως άλλες χώρες στον κόσμο, έχει περιοχές όπου έχει προνομιακά ενδιαφέροντα. Είναι περιοχές όπου κείνται χώρες με τις οποίες έχουμε φιλικές σχέσεις.» Και διευκρινίζοντας: «Πρόκειται για την περιοχή επί των συνόρων μας, αλλά όχι μόνο». Βλ. σχετικώς Andrew E. Kramer, Russia Claims Its Sphere of Influence in the World, “New York Times”, 1-9-2009.  Τη ρωσική αυτή θέση αντέκρουσε εξ ίσου κατηγορηματικά ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν στην περί ης ανωτέρω ομιλία του στο Μόναχο. («Δεν θα αναγνωρίσουμε σφαίρα επιρροής. Παραμένει άποψή μας ότι κυρίαρχα κράτη δικαιούνται να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις και να επιλέγουν τις δικές τους συμμαχίες.»). Η δε Αμερικανίδα υπουργός εξωτερικών κυρία Κλίντον, την ίδια στιγμή που εξέφραζε την αμερικανική επιθυμία προσέγγισης και συνεργασίας με τη Ρωσία, δήλωνε: «Δεν θα αναγνωρίσουμε τις αποσχισμένες περιοχές της Γεωργίας, δεν αναγνωρίζουμε οποιαδήποτε σφαίρα επιρροής της Ρωσίας, και ούτε τη δυνατότητά της να ασκεί κάποιου είδους βέτο σε σχέση με το ποιος μπορεί να ενταχθεί στην ΕΕ ή στο ΝΑΤΟ.»  Βλ. Clinton defends thaw with Russia, BBC, 6-3-2009.
[ix] Η απόφαση ελήφθη από  τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου και δεν ήρθη έκτοτε. Βλ. μεταξύ άλλων: Sally McNamara, NATO’s 60th Anniversary Summit: Unfocused and Unsuccessful, “Heritage Foundation”, 8-4-2009.
[x] Οι Ρώσοι έχουν απειλήσει ότι, σε περίπτωση υλοποίησης του συστήματος, θα εγκαταστήσουν με τη σειρά τους στο Καλίνιγκραντ πυραύλους, μικρού μεν βεληνεκούς, πλην ικανούς, λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης, να πλήξουν νατοϊκά εδάφη. Βλ. Philip P. Pan, Russia Gives Obama Brisk Warning, “Washington Post”,  6-11-2008.
[xi] Επί προεδρίας Μπους, ο τότε – και νυν – υπουργός άμυνας κ. Γκέιτς, επιδιώκοντας να κάμψει τις ρωσικές αντιρρήσεις, είχε δημοσία αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο η ενεργοποίηση των στοιχείων της πυραυλικής ασπίδας στην Κεντροανατολική Ευρώπη να εξαρτηθεί από την πρόοδο του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος. Βλ. Brian Knowlton, Gates and Bush address missile defense, “New York Times”, 23-7-207. Βλ. επίσης Michael A. Fletcher, Obama makes overtures to Russia on missile defense, “Washington Post”, 3-4-2009, όπου καταχωρίζεται η ακόλουθη πρόσφατη σχετική δήλωση του κ. Γκέιτς: «Προ ενός έτους είπα στους Ρώσους ότι, αν δεν υπήρχε ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα, δεν θα υπήρχε και ανάγκη πυραυλικών εγκαταστάσεων.»
[xii] Σύμφωνα με τη βρετανική “Guardian” της 5ης Απριλίου 2009 (βλ. Ian Traynor, Barack Obama sets out options on east European missile shields), κατά την επίσκεψή του στη Πράγα, ο κ. Ομπάμα δήλωσε ότι το καθοριστικό κίνητρο για την αντιπυραυλική άμυνα στην Ευρώπη θα εκλείψει εν απουσία πυρηνικής ή πυραυλικής απειλής. Ενώ η γαλλική “Le Monde  της ίδιας ημερομηνίας (βλ. Lidée dun bouclier maintenue tant que durera la menace iranienne) καταχωρίζει την ακόλουθη σχετική δήλωση του Αμερικανού προέδρου: «Εφ’ όσον η απειλή από το Ιράν παραμένει, προτιθέμεθα να προχωρήσουμε.»  
[xiii] Η συνθήκη αυτή, η ισχύς της οποίας λήγει τον Δεκέμβριο, συμπληρώθηκε το 2002 με τη συμφωνία της Μόσχας, που προβλέπει τον μέχρι το 2012 περιορισμό των πυρηνικών κεφαλών εκάστης των δύο πλευρών στις 1,700 έως 2,200 – κάτι που σημειωτέον έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Η περαιτέρω περικοπή των πυρηνικών οπλοστασίων μέσω της αντικατάστασης της START ανταποκρίνεται κυρίως στις ρωσικές επιθυμίες, δοθέντος ότι η διατήρηση ακόμη και των μειωμένων σημερινών επιπέδων αποτελεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος για τη Ρωσία. Βλ. σχετικώς: Jonathan Weisman, U.S., Russia Pledge to Reduce Nuclear Arsenals, “Wall Street Journal”, 1-4-2009 και Adrian Blomfield, Cold warrior Henry Kissinger woos Russia for Barack Obama, “Daily Telegraph”, 6-2-2009.
[xiv] Χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής της Ρίγας του Νοεμβρίου 2006, ο Αμερικανός υφυπουργός εξωτερικών Νίκολας Μπερνς  παρότρυνε το ΝΑΤΟ να «συμπράξει» με φιλικές χώρες, όπως η Αυστραλία, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία – για να εισπράξει την απάντηση της Γαλλίδας  υπουργού άμυνας κυρίας Αλιότ-Μαρί ότι «η ανάπτυξη μιας παγκόσμιας σύμπραξης θα περιόριζε τη φυσική αλληλεγγύη μεταξύ Ευρωπαίων και Βορειοαμερικανών σε μια δυσδιάκριτη ενότητα». Βλ. και Γ. Ε. Σέκερης, Η Σύνοδος Κορυφής της Ρίγας, «Εθνικές Επάλξεις», τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2006.
[xv] Η ίδια εκείνη σύνοδος στη Ρίγα κήρυξε «επιχειρησιακά έτοιμη» Νατοϊκή Δύναμη Αντίδρασης 25,000 ανδρών για επιχειρήσεις χωρίς γεωγραφικό περιορισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου