6/3/09

Η ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ

  
Παρασκευή, 06 Μαρτίου 2009 12:00
Με την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κρίσης, έρχονται στην επιφάνεια και οι υποβόσκουσες ευρωκοινοτικές αδυναμίες. Ειδικότερα δε, καθίσταται εμφανής η δυσαρμονία μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού σκέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αναδεικνύονται οι διαχωριστικές γραμμές που τέμνουν τον ευρωενωσιακό χώρο εγκαρσίως, αλλά και οριζοντίως. Με τους πρώην κομμουνιστικοκρατούμενους εταίρους της Κεντροανατολικής Ευρώπης να αποδεικνύονται, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ιδαιτέρως ευάλωτοι, αν όχι ανοχύρωτοι. Και με τις χώρες του μεσογειακού Νότου, του περιβόητου Κλάμπ Μεντ – του οποίου η Ιρλανδία έχει το θλιβερό, υπό τις κρατούσες οικονομικές συνθήκες, προνόμιο να αποτελεί επίτιμο μέλος –  να αντιμετωπίζονται ως το «μαύρο πρόβατο» του κοινοτικού ποιμνίου.
 
Οι δυσλειτουργίες αυτές της ΕΕ αποδίδονται συχνά, και όχι αναιτίως, στο ότι οι επανειλημμένες κοινοτικές διευρύνσεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία – ήτοι, χωρίς να έχει προηγηθεί η τόνωση του υπερεθνικού χαρακτήρα – των κοινοτικών θεσμών. Η παράλειψη όμως αυτή μόνο τυχαία δεν ήταν. Σε μια κοινοτική Ευρώπη όλο και περισσότερο αποστασιοποιημένη από το ομοσπονδιακό όραμα των μεταπολεμικών πατέρων της ευρωπαϊκής ιδέας, η αλόγιστη γεωγραφική επέκταση λειτούργησε ως «φυγή προς τα εμπρός»: Ενώ παρενέβαλλε δυσυπέρβλητα εμπόδια στην περαιτέρω κοινοτική συσσωμάτωση, δημιουργούσε συνάμα την αίσθηση – και κυρίως  την ψευδαίσθηση – της προόδου της ενοποιητικής διαδικασίας.
 
Το ίδιο δε αυτό έλλειμμα ενοποιητικής βούλησης εξηγεί και την ισχνότητα της πολιτικής διάστασης της Ένωσης σε σύγκριση με την οικονομική. Ήδη από τη δεκαετία του ’50, οι έξι του αρχικού πυρήνα επέλεξαν την οικονομία ως προνομιακό τομέα για την προώθηση της κοινοτικής υπόθεσης, εκτιμώντας ορθώς ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες δεν θα προσέκρουαν στις εθνικιστικές αντιδράσεις που θα προκαλούσε η θυσία κυριαρχικών δικαιωμάτων στον καθαυτό πολιτικό χώρο. Τόσω μάλλον που κάποιες προσπάθειες προωθημένης πολιτικοστρατιωτικής σύμπραξης είχαν ήδη ναυαγήσει.[i]
 
***
 
Υπό την πίεση της χρηματοπιστωτικής λαίλαπας, η ανισοσκέλεια αυτή του κοινοτικού εγχειρήματος – η οποία επιβεβαιώθηκε στο Μάαστριχτ και αποκορυφώθηκε με την ΟΝΕ – απειλεί ήδη, όχι μόνο το βραδυπορούν πολιτικό, αλλά και το προνομιακό οικονομικό, σκέλος της ΕΕ. Γίνεται δηλαδή όλο και πιο εμφανές ότι η απουσία ενός συνεκτικού πολιτικού κέντρου υπό συνθήκες κρίσης καθιστά τη διαχείριση των οικονομιών που συγκροτούν την ενιαία κοινοτική αγορά ιδιαίτερα προβληματική – θέτοντας, εν δυνάμει, σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την ευστάθεια του κοινοτικού οικονομικού οικοδομήματος. Το κενό δε αυτό δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Όπως παρατηρεί γνωστός Βρετανός σχολιαστής, επικαλούμενος και τη γνώμη εξέχοντος Ιάπωνα ειδικού: «[Α]παιτείται ο στενότερος δυνατόν συντονισμός μεταξύ της νομισματικής και της δημοσιονομικής αρχής. Η ευρωζώνη έχει μία νομισματική αρχή, αλλά 16 διαφορετικές δημοσιονομικές αρχές. Οι οποίες, στην πράξη, μόλις συνδέονται χαλαρά από ένα σύμφωνο ανάπτυξης και σταθερότητας, ενώ υπόκεινται σε έντονες εσωτερικές πολιτικές πιέσεις – διότι η δημοκρατική πολιτική ζωή στην Ευρώπη είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εθνική.»[ii]
 
Εξ ου και η επιτακτική ανάγκη γεφύρωσης των αντικρουόμενων εθνικών οικονομικών αντιλήψεων, συμφερόντων και πολιτικών. Ιδίως εκείνων των μεγάλων κρατών-μελών – οι κυβερνήσεις των οποίων δίνουν συχνά την εντύπωση ότι ενδίδουν σε εσωτερικές σκοπιμότητες εις βάρος του ευρύτερου κοινοτικού συμφέροντος.  Με τον κ. Σαρκοζί, επί παραδείγματι, παρά τις αρχικές εκκλήσεις του για τη δημιουργία ενός ευρωκοινοτικού ταμείου προς διάσωση των τραπεζών της Ένωσης, να εκδηλώνει τάσεις εθνικού προστατευτισμού. Με την κυρία Μέρκελ, ανέκαθεν απρόθυμη να ζητήσει από τον Γερμανό φορολογούμενο να πληρώσει για την, πραγματική ή υποτιθέμενη, δημοσιονομική ακηδία των άλλων, να συγκατατίθεται μεν τώρα, αναλογιζόμενη ασφαλώς και τις επιπτώσεις της χρεωκοπίας ενός εταίρου επί των λοιπών, στην παροχή περιορισμένης βοήθειας, πλην όμως σε αυστηρά επιλεκτική βάση – η καγκελάριος απέρριψε κατηγορηματικά το αίτημα εννέα Κεντροανατολικοευρωπαίων να διατεθεί ένα γενναίο, ενιαίο κοινοτικό πακέτο για την ενίσχυση των οικονομιών τους – και, επί πλέον, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδέκτες της βοήθειας αυτής θα τεθούν κατ’ ουσίαν υπό δημοσιονομική επιτήρηση. Ενώ ο κ. Μπράουν, σύμφωνα με τον αρθρογράφο  έγκυρης βρετανικής εφημερίδας, «έχει αντιμετωπίσει την ΕΕ ως ενίοτε χρήσιμο, αλλά συχνότερα ενοχλητικό ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ της Βρετανίας και της παγκόσμιας αγοράς.»  Και «ενώ προειδοποιεί για τους κινδύνους του δημοσιονομικού εθνικισμού...αμέσως μετά ερωτά πως είναι δυνατόν τράπεζες έχουσες τα κεντρικά τους στο Λονδίνο να τολμούν να δανείζουν στο εξωτερικό, τη στιγμή που βρετανικές εταιρίες υποφέρουν από έλλειψη πιστώσεων.»
 
***
 
Η κρίση όμως δεν δοκιμάζει απλώς την κοινοτική συνοχή. Αναδεικνύει εμμέσως και το μέγα ζητούμενο που είναι ο ρόλος της Κοινοτικής Ευρώπης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Επί του παρόντος, η παρουσία της  Ευρωπαϊκής Ένωσης στα γεωπολιτικά πεδία όπου διαμορφώνονται οι συσχετισμοί του 21ου αιώνα είναι υποτονική, όταν δεν είναι ανύπαρκτη. Η ολοκληρωτική απορρόφηση των κοινοτικών Ευρωπαίων από την, εύλογη κατά τα λοιπά, μέριμνα για τη διατήρηση της οικονομικής τους ευημερίας, σε συνδυασμό και με την ένδεια οραματικής κυβερνητικής ηγεσίας, ευθύνεται, εν μέρει τουλάχιστον, και για την άρνηση των  κρατών-μελών της ΕΕ – με μόνη, ίσως, ουσιαστική, αν και περιορισμένης έκτασης, εξαίρεση  τους Βρετανούς – να επωμισθούν σοβαρά διεθνή βάρη, ιδιαίτατα στρατιωτικής υφής. Με αναπόφευκτο επακόλουθο η Ένωση να οδηγείται σε γεωπολιτική περιθωριοποίηση. Χαρακτηριστικά, παρά τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση των Παλαιστινίων από τα κοινοτικά ταμεία, οι Βρυξέλλες ελάχιστη παραγματική επίδραση ασκούν στις εξελίξεις περί το Παλαιστινιακό.[iv] Εξ ίσου δε ασθενής είναι η επιρροή τους και στην Κεντρική Ασία, όπου επίσης παρέχεται σημαντική κοινοτική οικονομική βοήθεια. Ενώ, στον καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας χώρο της Ανατολικής Ασίας και του Ινδικού Ωκεανού, το γεωπολιτικό βάρος της ΕΕ είναι σχεδόν αμελητέο. (Με το Λονδίνο, πάντως, να εξακολουθεί να διαδραματίζει ένα περιορισμένο ρόλο στην Ινδική Χερσόνησο, κυρίως ως ουραγός των ΗΠΑ.)
 
Δεν εκπλήσσει συνεπώς ότι, για την παροχή ηγεσίας προς αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της στιγμής, τόσο των οικονομικών, όσο και των γεωπολιτικών, οι Κοινοτικοί Ευρωπαίοι προσβλέπουν παγίως στην Ουάισινγκτον. Και ότι οι ηγέτες τους αμιλλώνται αλλήλους για να εξασφαλίσουν την περιπόθητη διμερή συνάντηση με τον νέο Αμερικανό πρόεδρο – όπως ακριβώς συνέβαινε και επί των προκατόχων του, του λοιδορηθέντος από πολλούς κ. Μπους συμπεριλαμβανομένου.
 
 


[i] Υπενθυμίζεται η δημιουργία της ΕΚΑΧ και της ΕΟΚ και η αποτυχία της προσπάθειας σύστασης μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας και μιας Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας.
[ii] Βλ. Garton Arsh, Europe is torn between essential solidarity and national egoism, “The Guardian”, 26-2-2009.
[iii] Βλ. Philip Stephens, Wanted: leaders to face demons of Europe’s past, “Financial Times”, 19-2-2009.
[iv] Το 2007 – τελευταίο χρόνο για τον οποίο είναι διαθέσιμα στοιχεία – η ΕΕ διέθεσε  για τη στήριξη της Παλαιστινιακής Αρχής 550 εκατομμύρια ευρώ. Βλ. Judy Dempsey και  Stephen Castle, EU hopes to become bigger player in the Middle East, “International Herald Tribune”, 19-1-2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου