22/3/09

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

  
Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009 09:26
Η μετάβαση Ομπάμα στην Τουρκία έχει θορυβήσει κοινή γνώμη και αρμοδίους. Εν μέρει δικαίως. Η απουσία του καθιερωμένου εξισορροπητικού σταθμού στην Ελλάδα από το ταξιδιωτικό πρόγραμμα του Αμερικανού προέδρου αποστέλλει ένα – έστω και μη σκόπιμο – διττό μήνυμα προς την πλευρά μας. Εν πρώτοις, δοθέντος ότι η υποδοχή που επιφυλάξαμε πριν από εννιάμισυ χρόνια στον πρόεδρο Κλίντον δεν ήταν και η πιο ευχάριστη για τον υψηλό επισκέπτη μας, λογικό είναι ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου να προτιμά να αποφύγει ανάλογη μεταχείριση. Βέβαια, αντιαμερικανισμός και μάλιστα εντονότερος σοβεί και στην Τουρκία – και το ενδεχόμενο να εκδηλωθεί κατά την εκεί παρουσία του κ. Ομπάμα δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Πλην όμως – και αυτό είναι το έτερο σκέλος του αμερικανικού μηνύματος και δη το σπουδαιότερο – η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον γεωπολιτικό και στρατηγικό βάρος συγκρίσιμο με το τουρκικό. Με άλλες λέξεις, η Άγκυρα είναι σήμερα πολύ σημαντικότερη για την Ουάσινγκτον απ’ ό,τι η Αθήνα.
 
***
 
Μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου και των επακόλουθων βαλκανικών συρράξεων, το κέντρο βάρους της αμερικανικής πολιτικής έχει μετατοπισθεί από την ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο. Όπου η Τουρκία, λόγω γεωγραφικής θέσης, εθνοθρησκευτικής σύνθεσης, δημογραφικής μάζας, οικονομικών μεγεθών και στρατιωτικής ισχύος, έχει αναδειχθεί σε μείζονος σημασίας παράγοντα. Σημειωτέον δε ότι η τουρκική ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, παρά τα αντιδυτικά αισθήματα μεγάλης μερίδας του τουρκικού λαού, εμμένει στον δυτικό προσανατολισμό της χώρας της. Διαθέτοντας, ωστόσο, συγχρόνως ουσιαστικά περιθώρια ελιγμού, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας – η αξιοποίηση, όμως, της οποίας συνεπάγεται προφανείς κινδύνους για τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα – να παρεμβάλει προσκόμματα στην αμερικανική πολιτική στην περιοχή. Πρόκειται για πραγματικότητες που οι εκάστοτε Αμερικανοί ιθύνοντες είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπ’ όψιν.
 
Και των οποίων οφείλουμε να έχουμε συνείδηση και εμείς. Ενώ η επίδειξη αντιαμερικανισμού ασφαλώς δεν συμβάλλει στη βελτίωση του ελληνοτουρκικού ισοζυγίου. Αντίθετα προς την Τουρκία, έχουμε το προνόμιο να είμεθα πλήρως ενσωματωμένοι στους ευρωατλαντικούς θεσμούς και στη Δύση γενικότερα – αλλά, από την άλλη, δεν διαθέτουμε, έστω και επισφαλείς, εναλλακτικές λύσεις. Με τα περί «ρωσικής συμμαχίας» να ανήκουν στον χώρο της πολιτικής φαντασίας. Καθώς, όχι μόνο η Ρωσία δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να συγκροτήσει αξιόπιστο γεωπολιτικό πόλο, αλλά και η διαχρονική ρωσική πολιτική στην περιοχή μας κάθε άλλο παρά ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα έχει αποδειχθεί.
 
Πολύ εύκολα λησμονούμε ότι η Μόσχα, την ίδια στιγμή που οι δυτικοί μας σύμμαχοι και εταίροι κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες για την εποικοδομητική επίλυση του προβλήματος της ονομασίας των Σκοπίων, έσπευδε να αναγνωρίσει τα τελευταία αυτά ως Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ότι κηδόμενη των σχέσεών της με την Άγκυρα, αλλά και απευχόμενη τη συρρίκνωση του διεθνούς χώρου στο Αιγαίο, έχει τηρήσει αποστάσεις από τις αιγαιακές μας θέσεις. Ότι μπορεί μεν – υπό το κράτος αντιδυτικών, και πάντως όχι «φιλελληνικών», κινήτρων – να έχει εξυπηρετήσει συγκυριακά ελληνικές εθνικές σκοπιμότητες σε σχέση με το Κυπριακό, αλλά ότι, ούτε στην ίδια την Κύπρο, ούτε γενικότερα στην Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου, η πολιτική της συμπλέει με τη δική μας.  Και ότι, παρά την – κατά τα λοιπά  υπαρκτή και σε πολιτιστικό επίπεδο γόνιμη – ομοδοξία Ελλήνων και Ρώσων, το Πατριαρχείο της Μόσχας, σε στενή δικαιούται να εικάσει κανείς συνεννόηση με την εκάστοτε ρωσική πολιτική ηγεσία, βρίσκεται σε διαχρονική αντιπαράθεση με το, ενεργώς υποστηριζόμενο αντιθέτως από τη Δύση, Οικουμενικό της Κωνσταντινουπόλεως. Η συνεργασία – ενεργειακή ή άλλη – με τη Ρωσία  είναι αναμφίβολα χρήσιμη και επιθυμητή. Την επιδιώκουν άλλωστε και πολλοί άλλοι Δυτικοί, των Αμερικανών συμπεριλαμβανομένων. Ας μη βαυκαλιζόμαστε, όμως, με ψευδαισθήσεις ως προς την προσαύξηση  γεωπολιτικού βάρους που μας προσφέρει.
 
***
 
Η ενίσχυση της διεθνούς θέσης μας έναντι της Τουρκίας, ειδικότερα, εξαρτάται πρωτίστως από τη συμβολή μας στην πολιτική των ευρωατλαντικών δυνάμεων στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Και, στην μεν Χερσόνησο του Αίμου, κοινός στόχος Ευρωπαίων και Αμερικανών είναι πλέον η διασφάλιση της σταθερότητας. Ως εκ τούτου δε, προκειμένου να διαδραματίσουμε τον ρόλο που αναλογεί στη χώρα μας ως την κυριότερη ευρωατλαντική δύναμη στην περιοχή, καλούμεθα να καλλιεργήσουμε κατά το δυνατόν στενότερες σχέσεις με τους βόρειους γείτονές μας. Όπερ σημαίνει, μεταξύ άλλων, συνέχιση, με την ψυχραιμία και το μέτρο που προσιδιάζουν στον ισχυρό, της προσπάθειας επίλυσης του προβλήματος της ονομασίας των Σκοπίων – με στόχο να τερματισθεί μια διαμάχη, για την παράταση της οποίας φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης και οι εσφαλμένοι χειρισμοί των πολιτικών ηγεσιών μας των αρχών της δεκαετίας του ’90, και την οποία οξύνουν τώρα οι αυτοκαταστροφικές επιπολαιότητες των Σκοπιανών. 
 
Όσον αφορά, εξ άλλου, στη πολιτική της Δύσης και των ΗΠΑ ειδικότερα στον εντός και πέριξ της Ανατολικής Μεσογείου χώρο, η σημασία και αναβάθμιση του ελληνικού παράγοντα συναρτώνται κατά κύριο λόγο με τις δύο μεγαλονήσους Κρήτη και Κύπρο. Είναι γνωστό ότι, οι Αμερικανοί έχουν επανειλημμένως χρησιμοποιήσει τη βάση της Σούδας προς στήριξη των μεσανατολικών τους εγχειρημάτων, το πιθανότερο δε είναι ότι, εφόσον προκύψουν ανάλογες ανάγκες στο μέλλον, θα επιζητήσουν την εκ νέου χρησιμοποίησή της. Ενώ οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο προσφέρουν, επί μακρόν τώρα, στους Αγγλοαμερικανούς πολύτιμες υπηρεσίες – χωρίς, ωστόσο, η ελληνική πλευρά να αποκομίζει το αντίστοιχο γεωπολιτικό όφελος, λόγω των επικρατουσών στη Μεγαλόνησο έκρυθμων συνθηκών. Και, άρα, μια λύση του Κυπριακού που θα εδραίωνε την πολιτικοστρατιωτική μας παρουσία στο μείζον, έστω, τμήμα του κυπριακού εδάφους θα συνέβαλλε μεγάλως στην ενίσχυση της εν προκειμένω θέσης μας.
 
Βέβαια, για τον επηρεασμό των επιλογών της υπερδύναμης, διαθέτουμε, εν δυνάμει, και την «ήπια ισχύ» που συνιστούν οι Ελληνοαμερικανοί. Οι οποίοι, όμως, για να παρεμβαίνουν αποτελεσματικά, πρέπει να είναι ενήμεροι των εκάστοτε στοχεύσεων των Αθηνών. Διότι, εν εναντία περιπτώσει, αναγκάζονται να αυτοσχεδιάζουν – με κίνδυνο να κινούνται προς κατευθύνσεις αποκλίνουσες από τη γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Βασική, επομένως, προϋπόθεση για την αξιοποίηση της ομογένειας είναι η χάραξη από τους Έλληνες ιθύνοντες μιας σαφούς και ολοκληρωμένης στρατηγικής – και η προώθησή της χωρίς τις ταλαντεύσεις και το σύνδρομο της συγκάλυψης που γεννά το άγχος του «πολιτικού κόστους».
 
***
 
Κατά τα λοιπά, η ειρηνική επίλυση των υπό ευρεία έννοια Ελληνοτουρκικών δεν θα υπαγορευθεί από τρίτους – είτε πρόκειται για την  υπερδύναμη, είτε για άλλα μεγάλα κράτη ή και για διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ ή ΕΕ.  Σε τελευταία ανάλυση, θα επιτευχθεί, ή όχι ανάλογα με τη βούληση και την ικανότητα των δύο εθνικών κέντρων, της Άγκυρας και της Αθήνας, να συμβιβάσουν τα διιστάμενα συμφέροντά τους. Με την πείρα να διδάσκει ότι, όσο οι λύσεις καθυστερούν, τόσο η επίτευξή τους δυσχεραίνεται, καθώς η αντιπαράθεση οξύνεται και το αντικείμενο της διαμάχης διευρύνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου